Πόλεμος ή Ειρήνη; Τα μεγάλα στρατηγικά διλήμματα

«Με την Κίνα και τη Ρωσία πρέπει να έχουμε καλύτερες σχέσεις από όσο αυτές μπορούν να έχουν μεταξύ τους».
 του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου


«Με την Κίνα και τη Ρωσία πρέπει να έχουμε καλύτερες σχέσεις από όσο αυτές μπορούν να έχουν μεταξύ τους».

Αυτή την απάντηση μου έδωσε ο Μπρεντ Σκόουκροφτ, πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ επί πατρός Μπους, όταν τον ρώτησα να μου περιγράψει τις σχέσεις που θα έπρεπε να έχει η Ουάσιγκτον με το Πεκίνο και τη Μόσχα. Ήταν στις αρχές της θητείας του υιού Μπους και του πήρα μια συνέντευξη στο περιθώριο του Φόρουμ του Μονάχου για την Ασφάλεια.

Με αυτά όμως που έγιναν έκτοτε και ιδίως με την αλυσίδα των πολέμων και των επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή και την πρ. ΕΣΣΔ, τις απειλές στην Κορέα και τις κυρώσεις στη Ρωσία, οι ΗΠΑ έσπρωξαν Ρωσία και Κίνα στην αγκαλιά κυριολεκτικά η μία της άλλης.

Σήμερα, δεν υπάρχει ασφαλώς πιο σημαντικό ζήτημα για την αμερικανική στρατηγική από το να θέσει τις βάσεις για να υπονομευθεί ο άξονας Πεκίνο-Μόσχα, η ύπαρξη του οποίου, σε συνδυασμό με την φανταστική οικονομική άνοδο της Κίνας και τη στρατιωτική επανάκαμψη της Ρωσίας συνεπάγεται μια δραματική, τεράστια μεταβολή του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων εις βάρος των ΗΠΑ.


Η συνάντηση κορυφής Τραμπ-Κιμ θα πρέπει να αναλυθεί και από αυτή την άποψη, πως δηλαδή θα επηρεάσει τις σχέσεις στο τρίγωνο Κίνα-Κορέα-Ρωσία. Το βραχυπρόθεσμο θέμα είναι η Βόρειος Κορέα, η μακροχρόνια όμως πρόκληση είναι η Κίνα, αλλά και η Ρωσία και το καθεστώς τους, υπογράμμισε πρόσφατα ο μέλλων πρέσβης των ΗΠΑ στη Νότιο Κορέα, Χάρις.

Μιά «Κίτρινη Πρόκληση»

Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) της Λαϊκής Κίνας, όπως είναι η επίσημη ονομασία της, έχει σήμερα ξεπεράσει το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών, αν μετρηθεί με το κριτήριο της αγοραστικής ισχύος, με το τι δηλαδή μπορεί να αγοράσει εντός της χώρας. Η Κίνα προσθέτει κάθε χρόνο το ισοδύναμο μιας Ιταλίας στην οικονομία της!

Παρόλο που ασφαλώς το ΑΕΠ δεν είναι το μόνο κριτήριο ισχύος, η αύξησή του, σε συνδυασμό με την τεχνολογική και στρατιωτική άνοδο της χώρας, παραμένει συγκλονιστικό δεδομένο και συνιστά αναμφισβήτητα τη σοβαρότερη (μετά τουλάχιστο από τη Ρωσική Επανάσταση του 1917) απειλή, που έχει εμφανισθεί για την αμερικανική ηγεμονία στον κόσμο από τότε που υπάρχει αυτή η ηγεμονία, δηλαδή εδώ και έναν αιώνα σχεδόν, και πλήρως μετά το 1947, αλλά και για τη δυτική κυριαρχία στον πλανήτη, που διαρκεί μία χιλιετία.


Αν μάλιστα διατηρηθεί σταθερή και η σινο-ρωσική συμμαχία, τότε τα περιθώρια της Ουάσιγκτον και της Δύσης να διατηρήσουν τη σημερινή θέση τους, περιορίζονται ασφυκτικά. Πόσο μάλλον που και ευρείες περιοχές του Τρίτου Κόσμου, ή του Παγκόσμιου Νότου, αν προτιμάτε, γνωρίζουν επίσης άνιση μεν και προβληματική, εντούτοις σαφή δημογραφική και ενίοτε και οικονομική άνοδο.


Δεν είναι όμως μόνο η οικονομική , τεχνολογική και στρατιωτική άνοδος της Κίνας. Παρά τις οικονομικές της μεταρρυθμίσεις, και ως αποτέλεσμα του κράτους που της κληρονόμησε η Επανάσταση του 1949, η Κίνα έχει επίσης δύο ακόμα πολύ σπάνια χαρακτηριστικά.

Το πολιτικό μονοπώλιο του ΚΚ


Η εξουσία στο Πεκίνο παραμένει στα χέρια του ΚΚ και όχι της αναπτυσσόμενης αστικής τάξης της χώρας, που, όπως σε όλες τις χώρες του κόσμου, τείνει, από την κοινωνική της φύση και το οικονομικό της συμφέρον να συνδεθεί με τα παγκόσμια κέντρα του δυτικού χρηματιστικού κεφαλαίου.


Κάποια στιγμή φάνηκε ότι οι «μεταρρυθμιστές», που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τα διεθνή κέντρα, όπως τον WTO, για να επιβάλλουν μέσω αυτών το πλήρες άνοιγμα της κινεζικής αγοράς, είχαν επικρατήσει, το δε Κόμμα σκεπτόταν αν έπρεπε να ονομαστεί Σοσιαλδημοκρατικό. Υπό την εξουσία του Σι όμως ο Μαρξ τιμάται όσο και την εποχή του Μάο, ενώ οι μαζικές εκστρατείες κατά της διαφθοράς δεν αποβλέπουν μόνο να τον κάνουν δημοφιλή στην κοινωνία, αλλά και να τσακίσουν ή να περιορίσουν το φαινόμενο της ανάπτυξης αστικής τάξης μέσω του κόμματος. Δεν είναι η κινεζική «μπουρζουαζία» που επηρεάζει το Κόμμα. Είναι μάλλον οι γραφειοκράτες του κόμματος που γίνονται «καπιταλιστές μέσω τρίτων», ενισχύοντας με την πολιτική ισχύ τους την επιχειρηματική δράση εξωκομματικών φίλων τους.


Το αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας κατά της διαφθοράς ήταν να ξεμείνουν οι κινεζικές φυλακές από κελιά!

Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να ξέρει πόσο οι Κινέζοι πιστεύουν στην επίσημη σοσιαλιστική ιδεολογία τους και τουλάχιστον ο γράφων δεν το ξέρει αυτό. Ακόμα όμως κι αν έχουν τις αμφιβολίες τους, η γενική ατμόσφαιρα στην Κίνα δεν έχει καμία σχέση με αυτή στις χώρες όπου ο «Κομμουνισμός» αυτοκτόνησε το 1989-91.

Πάντα έχει σημασία η επίσημη ιδεολογία μιας χώρας. Μια σημαντική διαφορά άλλωστε των σοβιετικών από τις κινεζικές μεταρρυθμίσεις στις δεκαετίες του 1980 και 1990, είναι ότι οι μεν πρώτες κατέστρεψαν την εικόνα της Δύσης ως «εχθρού», οι δεύτερες τη διατήρησαν στο κέντρο της επικοινωνιακής πολιτικής του καθεστώτος. Η Κίνα, παρόλα τα ανοίγματα που έκανε, διατήρησε ζωντανή την ανάμνηση των Πολέμων του Οπίου και της κατάστασης στην οποία βρισκόταν πριν από την Επανάσταση του Μάο το 1949 και εξαιτίας άλλωστε της οποίας έγινε αυτή η Επανάσταση.

Ακριβώς για να διατηρήσει την κοινωνική υποστήριξη που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει τις υποβόσκουσες, φιλοκαπιταλιστικές τάσεις, ο Σι δείχνει τώρα να ρίχνει το σύνθημα «Κλίνατε επ΄ Αριστερά», προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις μεγάλες ανισότητες και τα έντονα κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε η ορμητική είσοδος του ξένου κεφαλαίου.

Ειρήσθω βέβαια εν παρόδω, το γεγονός ότι την ίδια στιγμή ο Τραμπ μοιάζει να λέει «δεξιότερα Κουροπάτκιν», λογικά προστίθεται στους άλλους παράγοντες που προαναγγέλλουν ακόμα μεγαλύτερες διεθνείς εντάσεις, από αυτές που ήδη είδαμε στην Κορεατική Χερσόνησο, την νότιο Σινική Θάλασσα και τις διμερείς εμπορικές σχέσεις.

Παρά τις μεγάλες εντάσεις που δημιούργησαν οι «οικονομικές μεταρρυθμίσεις» στην Κίνα και η είσοδος του ξένου κεφαλαίου, η κινεζική ενότητα, η ενότητα δηλαδή εργατών, αγροτών και ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων, μοιάζει επίσης να έχει σε σημαντικό βαθμό διατηρηθεί μέχρι τώρα, βοηθούσης και της θεαματικής οικονομικής ανόδου.

Αλλά δεν είναι μόνο το πολιτικό μονοπώλιο του Κόμματος το μοναδικό χαρακτηριστικό της Κίνας που τη διαχωρίζει από τη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη. Το άλλο χαρακτηριστικό της είναι η σχετική ανεξαρτησία που διαθέτει από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, σε αντίθεση φερ’ ειπείν με τη Ρωσία, που παραμένει βαθειά εξαρτημένη και υποκείμενη εξ αυτού στις απειλές και τους εκβιασμούς του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου.

Αυτό είναι ένα από τα κύρια σημεία που ενοχλεί το τελευταίο, όπως επιβεβαίωσε εκ νέου ο κ. Μνιούχιν, πρώην ηγετικό στέλεχος της Goldman Sachs και νυν κύριος οικονομικός σύμβουλος του Τραμπ, καθιστώντας σαφές στον τελευταίο γύρο των αμερικανο-κινεζικών εμπορικών συνομιλιών, ότι το κύριο ζήτημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι το εμπόριο, αλλά οι «διαρθρωτικές αλλαγές» που πρέπει να κάνει η Κίνα.

Ως συνήθως βέβαια, είναι δύσκολο να ξέρει κανείς πάντα αν ο α΄ ή β΄ δυτικός εκπρόσωπος μιλάει εξ ονόματος της Αμερικανικής ή της Αυτοκρατορίας του Χρήματος.


‘Ένα είδος οικονομικής «ισορροπίας του τρόμου» μοιάζει να έχει εγκατασταθεί τώρα μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, με την απόκτηση από την πρώτη μεγάλου όγκου τίτλων του αμερικανικού δημοσίου.

Η ετερογονία των σκοπών


Προφανώς δεν ήταν αυτή η κατάσταση που ανέμενε η Δύση, ως αποτέλεσμα του γεωπολιτικού ανοίγματος που επεχείρησαν οι Νίξον και Κίσινγκερ προς την Κίνα, στη δεκαετία του 1970, για να περικυκλώσουν την ΕΣΣΔ, και της εν συνεχεία μαζικής επένδυσης εκεί των πολυεθνικών εταιρειών που επιδίωξαν να μειώσουν έτσι τα εργατικά τους κόστη.

Ήλπιζαν επίσης ότι ίσως, οι «μεταρρυθμίσεις» θα οδηγούσαν στην ανάδυση ενός «φιλελεύθερου» αστικού καθεστώτος και στη σταδιακή κατάργηση του «Κομμουνισμού» και, μαζί με αυτόν, της εθνικής ανεξαρτησίας του Κίτρινου Γίγαντα.


Πιθανώς, το οικονομικό συμφέρον των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών καθυστέρησε επίσης αρκετά την αμερικανική και ευρύτερη δυτική απάντηση στους Κινέζους, που πρόλαβαν στο μεταξύ και τους «ξέφυγαν».


Πόλεμος ή Ειρήνη; Τα μεγάλα στρατηγικά διλήμματα

Τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμεναν. Στο παρελθόν, τέτοιες μετατοπίσεις κέντρων οικονομικής δραστηριότητας του κεφαλαίου οδηγούσαν και σε μετατοπίσεις γεωπολιτικής ισχύος, από την Ιταλία στην Ολλανδία, από την Πορτογαλία στη Βρετανία, ή από τη Βρετανία στις ΗΠΑ. Δύσκολα όμως φαντάζεται κανείς τον κόσμο των Ρότσιλντ και των Ροκφέλερ να κάνει πρωτεύουσά του το Πεκίνο.

Η άλλη περίπτωση είναι ο πόλεμος και για τον κίνδυνο του πολέμου έκανε λόγο με μεγάλη σαφήνεια μια σημαίνουσα προσωπικότητα της αμερικανικής στρατηγικής κοινότητας, ο Γκράχαμ Άλλισον, μέλος της Trilateral Commission και πρώην κοσμήτορας του John F. Kennedy School of Government, που λάνσαρε μάλιστα τον όρο «παγίδα του Θουκυδίδη», χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Πελοποννησιακού Πολέμου για να εξηγήσει, πως, συνήθως, ο φόβος μιας δύναμης για την άνοδο μιας άλλης οδήγησε ιστορικά, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, σε πόλεμο.

Εμμέσως πλην σαφώς ο ‘Άλλισον καλεί την Αμερική να συνειδητοποιήσει ότι είναι ήδη - και να το αποδεχθεί – τουλάχιστον στην κατάσταση που βρέθηκε με την ΕΣΣΔ επί Ψυχρού Πολέμου.

Αν όμως κρίνουμε από όσα συμβαίνουν, μάλλον δεν το αποδέχεται. Τον Απρίλιο του 2017, ενώ δεχόταν τον Σι και σερβιριζόταν το επιδόρπιο στο δείπνο τους, ο Τραμπ ενημέρωσε τον Σι για τους πυραύλους Τόμαχωκ που διέταξε να εκτοξευθούν στη Συρία, αφήνοντας στην φαντασία του Κινέζου ομολόγου του το τι πρόκειται να κάνει με την Κίνα.

Ήταν σφάλμα η υποστήριξη των ΗΠΑ στην είσοδο της Κίνας στην παγκόσμια οικονομία, με την ελπίδα ότι θα γίνει ένας φιλικός οικονομικός και στρατηγικός εταίρος, πιστεύει ο Πόττινγκερ, ο άνθρωπος για την Ασία του αμερικανικού Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας.

Ξεκινώντας από αυτή την εκτίμηση ο Πόττινγκερ είναι οπαδός των πολιτικών Τραμπ που κατέστησαν το θέμα του εμπορίου με την Κίνα θέμα εθνικής ασφαλείας και οδήγησαν στην ανακοίνωση δασμών έως 60 δις δολλάρια στην Κίνα στις 22 Μαρτίου.

Σημειωτέον ότι ο Πόττινγκερ συνεργάστηκε στενά κατά το παρελθόν με τον Φλιν, ενώ ο Μπάνον έχει πει γι’ αυτόν ότι είναι ένα από τα πρόσωπα κλειδιά στον Λευκό Οίκο. Ο πρώην στρατηγιστής του Τραμπ είναι οπαδός ενός «πολέμου» της «ιουδαιοχριστιανικής» Δύσης κατά της Ασίας, δηλαδή του ισλαμικού κόσμου και της Κίνας, κατ’ ελάχιστον.

Η άμεση πρόκληση είναι η Βόρειος Κορέα, η μακροχρόνια πρόκληση είναι όμως η Κίνα, αλλά και η Ρωσία, δήλωσε πρόσφατα σε ένα σεμινάριο ο νέος Αμερικανός πρέσβης στην Νότιο Κορέα, Χάρις. Για να προκαλέσει την έντονη αντίδραση του παρευρισκόμενου Κινέζου αντιπροσώπου, που θύμισε ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη νότιο Σινική Θάλασσα ξεπερνάει το σύνολο της στρατιωτικής παρουσίας όλων των ασιατικών κρατών εκεί.