Μαρκ Μαζάουερ: «Πρέπει να θυμόμαστε τις στιγμές του πόνου των ανθρώπων»

Η σχέση της προσωπικής με τη συλλογική ιστορία ήταν το θέμα της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στους ιστορικούς Μαρκ Μαζάουερ, συγγραφέα του βιβλίου «Όσα δεν είπες. Ένα ρωσικό παρελθόν και το ταξίδι προς την πατρίδα» (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα), και Κωστή Καρπόζηλου, διευθυντή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).
Η σχέση της προσωπικής με τη συλλογική ιστορία ήταν το θέμα της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στους ιστορικούς Μαρκ Μαζάουερ, συγγραφέα του βιβλίου «Όσα δεν είπες. Ένα ρωσικό παρελθόν και το ταξίδι προς την πατρίδα» (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα), και Κωστή Καρπόζηλου, διευθυντή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

Η συζήτηση (20/6) έγινε με αφορμή το προαναφερθέν έργο του πρώτου, που είναι μια έρευνα του παρελθόντος της οικογένειάς του και πιο συγκεκριμένα του Βρετανού πατέρα του και του Ρωσοεβραίου παππού του, ο οποίος αγωνίστηκε στα οδοφράγματα κατά των στρατιωτών του τσάρου.

Με ποιον τρόπο ένας ιστορικός που έχει διερευνήσει ορισμένες από τις σημαντικότερες πτυχές του 20ου αιώνα περνά αίφνης από το επίπεδο της γενικής ιστορίας και της μεγάλης αφήγησης στο πεδίο της εξιστόρησης του ατομικού και του οικογενειακού; Με αυτή την ερώτηση του Κ. Καρπόζηλου ξεκίνησε η συζήτηση μεταξύ των δύο ιστορικών.

«Ο ιστορικός έχει την ιδιότητα του επιστήμονα, αλλά και την ιδιότητα του οικογενειάρχη» είπε ο Μαρκ Μαζάουερ: «Ζούσαμε στη Νέα Υόρκη και τα παιδιά μου ήταν πολύ μικρά όταν πέθανε ο πατέρας μου στο Λονδίνο. Ήθελα, ίσως και από μιαν ανάγκη επιστροφής στο Λονδίνο των παιδικών χρόνων, να εξερευνήσω την προσωπικότητα του πατέρα μου και να ανακαλύψω τι ήταν εκείνο το οποίο τον διαμόρφωσε ιστορικά. Συνήθως γράφουμε για πιο αφηρημένα πράγματα και γι΄ αυτό ακριβώς θεωρούμαστε επιστήμονες.

Αλλά είμαστε και δεν είμαστε επιστήμονες. Οι ιστορικοί απομακρύνουν κατά κανόνα από την ανάλυσή τους την προσωπικότητα, αφήνοντας τα ανθρώπινα ζητήματα στις ευαισθησίες της λογοτεχνίας. Ο πατέρας μου είχε κάποιες συγκεκριμένες δεξιότητες, ήταν αρκετά ικανοποιημένος από τη ζωή και τον εαυτό του, αλλά ήταν και αρκετά σιωπηλός: απαντούσε μόνο αν τον ρωτούσαν κάτι. Γράφοντας την ιστορία του, κατέληξα στο συμπέρασμα πως ο ίδιος υπήρξε συνισταμένη δύο δυνάμεων. Η μια δύναμη ήταν προσωπική και οικογενειακή, η άλλη ήταν εξωτερική και ιστορική. Από τη μια πλευρά η πολιτική του κοσμοθεωρία και οι πολιτικές του πεποιθήσεις και από την άλλη η αφοσίωσή του στην οικογένεια».

Το άλλο πρωταγωνιστικό πρόσωπο στο αυτοβιογραφικό ιστορικό αφήγημα του Μαζάουερ είναι ο παππούς του: «Μετά την αποτυχία του Μπουντ, του εβραϊκού σοσιαλιστικού κόμματος στο οποίο ανήκε (και το οποίο προσέγγιζε μάλλον τους Μενσεβίκους), εγκατέλειψε την επαναστατική του ένταξη και τη Ρωσία και επέλεξε κι εκείνος ως στάση τη σιωπή. Τα αδέλφια του διάλεξαν άλλους τρόπους διαφυγής. Ένας από τους αδελφούς του ασπάστηκε τον φασισμό, ενώ η αδελφή του έγραφε μυθιστορήματα.

Η σιωπή του παππού υποδεικνύει τη συρρίκνωση των προοπτικών και της πολυμέλειας της Αριστεράς μετά την επανάσταση. Οι επαναστατικές αρχές της Αριστεράς ήταν πολύ πιο ανθεκτικές πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήθελα να δείξω με το βιβλίο μου αυτή τη συρρίκνωση, στην πορεία όμως ανακάλυψα κάτι επιπλέον: άλλα ξέρει κανείς για τον πατέρα του όταν είναι απλώς γιος του και άλλα ανακαλύπτει όταν τον ψάχνει ιστορικά. Όπως και να έχει, σήμερα είναι δύσκολο να υιοθετήσουμε ως στάση τη σιωπή που κράτησαν ο πατέρας και ο παππούς μου. Πρέπει να μιλάμε και να αναρωτιόμαστε για πράγματα όπως οι αδυναμίες των ανθρώπων, οι στιγμές του πόνου τους και κυρίως η μετατροπή τους σε θύματα».

πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ