Κοινή επιστολή «διαβεβαιώσεων» προς την Μέι απέστειλαν Τουσκ και Γιούνκερ εξ ονόματος των «27» της ΕΕ

Κοινή επιστολή "διευκρινίσεων - διαβεβαιώσεων", που σε καμία, όμως περίπτωση δεν αλλάζει την τακτική Συμφωνία Αποχώρησης του ΗΒ  από την ΕΕ (ΣΑ), έστειλαν σήμερα το πρωί ο Πρόεδρος της Κομισιόν Ζ.Κ.Γιούνκερ και ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ (όπως άλλωστε είχε προαναγγείλει στο real.gr ευρωπαίος διπλωμάτης την Παρασκευή από το Βουκουρέστι).

Σε σχέση με το "backstop" για την αποφυγή σκληρού συνόρου στη νήσο της Ιρλανδίας, οι δύο Πρόεδροι ξεκαθαρίζουν τα ακόλουθα:

"Η συμφωνία απόσυρσης που περιλαμβάνει το πρωτόκολλο για την Ιρλανδία / Βόρεια Ιρλανδία ενσωματώνει την κοινή δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου να αντιμετωπίσει τις μοναδικές συνθήκες στη νήσο της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της διασφάλισης της τακτικής απόσυρσης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κομισιόν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι, όπως και το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιθυμεί να τεθεί σε ισχύ το backstop. Εάν γίνει αυτό θα αποτελούσε μια μη βέλτιστη εμπορική ρύθμιση και για τις δύο πλευρές. Η Κομισιόν μπορεί επίσης να επιβεβαιώσει την αποφασιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντικαταστήσει το backstop στη Βόρεια Ιρλανδία με μια μεταγενέστερη συμφωνία που θα εξασφάλιζε τη μόνιμη απουσία σκληρών συνόρων στη νήσο της Ιρλανδίας".

Γίνεται επιπλέον απόλυτα σαφές ότι ΕΕ και ΗΒ έχουν συμφωνήσει "να μην επηρεαστούν ή να αντικατασταθούν με οποιονδήποτε τρόπο τις διατάξεις της συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής ή του Μπέλφαστ της 10ης Απριλίου 1998 · δεν τροποποιούν καθόλου τις ρυθμίσεις του σκέλους ΙΙ της συμφωνίας του 1998, σύμφωνα με τις οποίες οι τομείς συνεργασίας Βορρά-Νότου στους τομείς που εμπίπτουν στις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους είναι θέματα που πρέπει να καθορίσουν η εκτελεστική εξουσία της Βόρειας Ιρλανδίας και η κυβέρνηση της Ιρλανδίας."

Σημειώνεται ότι "δεν επεκτείνετε η κανονιστική ευθυγράμμιση με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Βόρεια Ιρλανδία πέραν του αυστηρώς αναγκαίου για την αποφυγή σκληρών συνόρων στο νησί της Ιρλανδίας και την προστασία της συμφωνίας του 1998" και "η συμφωνία αναστολής είναι επίσης σαφής ότι οποιαδήποτε νέα πράξη που προτείνει η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προστεθεί στο πρωτόκολλο θα απαιτήσει τη συμφωνία του Ηνωμένου Βασιλείου στη μεικτή επιτροπή".

Τονίζεται ότι "δεν εμποδίζετε το Ηνωμένο Βασίλειο να διευκολύνει, στο πλαίσιο της αντιπροσωπείας του, τη συμμετοχή εκπροσώπων της Βόρειας Ιρλανδίας στη Μικτή Επιτροπή, στην επιτροπή επί θεμάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για την Ιρλανδία / Βόρειο Ιρλανδία ή στην κοινή συμβουλευτική ομάδα εργασίας , σε θέματα που αφορούν άμεσα τη Βόρειο Ιρλανδία."

Η ΕΕ συμμερίζεται επίσης τις προθέσεις του ΗΒ "για τη δημιουργία της μελλοντικής σχέσης το συντομότερο δυνατό. Δεδομένης της από κοινού δέσμευσης μας να καταβάλουμε τις καλύτερες δυνατές προσπάθειες για να συνάψουμε πριν από το τέλος του 2020 μια μεταγενέστερη συμφωνία, η οποία αντικαθιστά εν όλω ή εν μέρει το Πρωτόκολλο", αναφέρεται και "η Κομισιόν είναι αποφασισμένη να δώσει προτεραιότητα στο πρόγραμμα εργασίας μας στη συζήτηση προτάσεων που θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με εναλλακτικές ρυθμίσεις".

"Στο πλαίσιο αυτό, θα εξεταστούν οι διευκολύνσεις και οι τεχνολογίες. Οι ρυθμίσεις που αντικατοπτρίζουν το πρωτόκολλο δεν υποχρεούνται να επαναλάβουν τις διατάξεις του σε καμία περίπτωση, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι βασικοί στόχοι", αναφέρεται.

Προβλέπεται δε ότι "εάν τα μέρη χρειάζονται περισσότερο χρόνο για τη διαπραγμάτευση της μεταγενέστερης συμφωνίας, θα μπορούν να αποφασίσουν να παρατείνουν τη μεταβατική περίοδο, όπως προβλέπεται στη συμφωνία αποχώρησης."

Στην περίπτωση αυτή, η Κομισιόν δεσμεύεται "να διπλασιάσει τις προσπάθειές της και αναμένει τις ίδιες διπλασιασμένες προσπάθειες των διαπραγματευτών, με στόχο την ταχεία σύναψη μιας μεταγενέστερης συμφωνίας". Αν το backstop "τεθεί σε ισχύ εν όλω ή εν μέρει, πρόκειται να εφαρμοστεί μόνο προσωρινά, εκτός και αν αντικατασταθεί από μεταγενέστερη συμφωνία".

Η Κομισιόν δεσμεύεται "να παράσχει την απαραίτητη πολιτική ώθηση και πόρους για να βοηθήσει στην επίτευξη του στόχου να καταστεί η περίοδος αυτή όσο το δυνατόν συντομότερη". Για το σκοπό αυτό, μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου και έως ότου ολοκληρωθεί η μεταγενέστερη συμφωνία, η Κομισιόν "θα υποστηρίξει την καλύτερη δυνατή χρήση της διάσκεψης υψηλού επιπέδου που προβλέπεται στην Πολιτική Δήλωση, ώστε να συνεδριάζει τουλάχιστον ανά εξάμηνο, να συμφωνήσουν τις κατάλληλες ενέργειες για να προχωρήσουμε".

Τέλος, απαντώντας στις ανησυχίες σχετικά με το χρονοδιάγραμμα, οι δύο Πρόεδροι καθιστούν σαφές ότι "και οι δύο θα είμαστε προετοιμασμένοι να υπογράψουμε τη Συμφωνία Απόσυρσης μόλις περάσει η ουσιαστική ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου".

Αυτό θα επιτρέψει αμέσως την προετοιμασία της μελλοντικής εταιρικής σχέσης με το Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διαπραγματεύσεις θα αρχίσουν το συντομότερο δυνατόν μετά την απόσυρση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Tουσκ και Γιούνκερ ξεκαθαρίζουν ότι:

"Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε επίσης ότι, αν το backstop θα εφαρμοζόταν μόνο προσωρινά μέχρι να αντικατασταθεί από μια μεταγενέστερη συμφωνία που θα διασφαλίζει την αποφυγή σκληρών συνόρων και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια τέτοια θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διαπραγματευθεί και να συνάψει ταχέως μια μεταγενέστερη συμφωνία που θα αντικαταστήσει το backstop και θα ανέμενε τo ίδιο και από το ΗΒ, έτσι ώστε να τεθεί σε ισχύ μόνο για όσο χρονικό διάστημα είναι απολύτως απαραίτητο."

Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται ότι "τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχουν νομική αξία στην Ένωση ανάλογη με την εξουσία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου βάσει των Συνθηκών να καθορίσουν κατευθύνσεις και προτεραιότητες για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο ανώτατο επίπεδο και, στο ειδικό πλαίσιο απόσυρσης" και ως εκ τούτου "τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αποτελούν μέρος του πλαισίου στο οποίο θα ερμηνευθεί μια διεθνής συμφωνία, όπως η Συμφωνία Απόσυρσης".

Στην επιστολή αναφέρεται ότι η ΕΕ λυπάται αλλά σέβεται την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι δύο Πρόεδροι ξεκαθαρίζουν ότι δεν παύουν να θεωρούν επίσης ότι "το Brexit αποτελεί πηγή αβεβαιότητας και διαταραχής."

"Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, συμμεριζόμαστε μαζί σας την αποφασιστικότητα να δημιουργήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερη βεβαιότητα και σαφήνεια στους πολίτες και τις επιχειρήσεις σε μια κατάσταση όπου ένα κράτος μέλος εγκαταλείπει την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες στενής οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης", αναφέρουν.

"Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Συμφωνία Αποχώρησης στην οποία συμφωνήσατε εσείς και οι ηγέτες των 27 κρατών μελών της ΕΕ μετά από μακρές διαπραγματεύσεις είναι τόσο σημαντική", σημειώνουν και υπενθυμίζουν ότι "αντιπροσωπεύει έναν δίκαιο συμβιβασμό και αποσκοπεί στη διασφάλιση της ομαλής απόσυρσης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, περιορίζοντας έτσι τις αρνητικές συνέπειες του Brexit."

"Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θέλουμε να καθιερώσουμε όσο το δυνατόν στενότερη σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο στο μέλλον, βασιζόμενη στην Πολιτική Δήλωση, την οποία συμφώνησαν οι ηγέτες των 27 κρατών μελών της ΕΕ και για το λόγο αυτό, θέλουμε οι σχετικές διαπραγματεύσεις να αρχίσουν το συντομότερο δυνατόν μετά την απόσυρση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση", τονίζουν οι δύο Πρόεδροι.

"Όπως γνωρίζετε, δεν είμαστε σε θέση να συμφωνήσουμε σε οτιδήποτε αλλάζει ή είναι ασυμβίβαστη με τη Συμφωνία Απόσυρσης, αλλά σε αυτό το πλαίσιο και για να διευκολύνουμε τα επόμενα βήματα της διαδικασίας, είμαστε στην ευχάριστη θέση να επιβεβαιώσουμε, εξ ονόματος του των δύο θεσμικών οργάνων της ΕΕ που εκπροσωπούμε, την κατανόησή μας για τα ακόλουθα σημεία στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητάς μας", ξεκαθαρίζουν Γιούνκερ και Τουσκ.