Σημίτης: Έπρεπε να λυθεί η διαφορά με τα Σκόπια αλλά η λύση δεν ήταν τόσο ικανοποιητική

Σε ομιλία του με θέμα "Τέρμα στην Αποτελμάτωση" ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έκανε λόγο "για μία νέα διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Ένωση".

“Οι μελλοντικές εξελίξεις καθορίζονται από τα οικονομικά προβλήματα. Η κυβέρνηση θα πρέπει να επιτύχει τη μεταρρύθμιση που θα δώσει στη χώρα αυτοδυναμία στην αντιμετώπιση τους. Θα πρέπει να περιοριστεί η απόλυτη εξάρτηση από την ΕΕ, το ΔΝΤ και τις διεθνείς τράπεζες. Τούτο σημαίνει μία νέα διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Ένωση που θα καθορίζονται από ειλικρινείς συζητήσεις, σωστή εκτίμηση της κατάστασης, γνώση της εφαρμοσιμότητας των μέτρων και αποφασιστικότητα στην εκτέλεση των συμφωνηθέντων με συνεχή παρακολούθηση” είπε χαρακτηριστικά ο Κώστας Σημίτης.

“Τα δέκα και πλέον χρόνια από τότε που εκδηλώθηκε η κρίση στην Ελλάδα επικρατούν οι μεγαλοστομίες, η συγκάλυψη της πραγματικότητας, η ισχυρογνωμοσύνη των ανικάνων. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τι οδήγησε στην κρίση. Ήταν η οικονομική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας που αύξησε αλόγιστα τις δαπάνες μετά το 2004. Ήταν το πρωτοφανές έλλειμμα του 2009. Χρήσιμο είναι να αναλογιστούμε το πρώτο εξάμηνο του 2015, το παραπλανητικό δημοψήφισμα και τα συνεχή μαθήματα του Υπουργείου Οικονομικών της χώρας στον ελληνικό λαό και στους συναδέλφους των άλλων κρατών μελών κατά τις συνεδριάσεις του Eurogroup. Τους ισχυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ ότι η Ελλάδα μπορεί να ακολουθήσει δικιά της πολιτική και δεν χρειάζεται τη στήριξη της Ένωσης” σημείωσε.

“Η εκκρεμότητα στη διαφορά Αθήνας-Σκοπίων παρεμπόδιζε κοινές επιδιώξεις και μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς. Οι χώρες της Βαλκανικής που αναπτύσσουν σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση ή έγιναν μέλη όπως η Βουλγαρία, ζητούν να γίνουν μέλη της όπως το Μαυροβούνιο. Οι χώρες αυτές τηρούν ακόμα αποστάσεις με την Ελλάδα λόγω της διαφοράς με τα Σκόπια. Η συγκεκριμένη διαφορά έπρεπε να λυθεί. Ήταν προς το συμφέρον μας να λυθεί” ανέφερε ο κ. Σημίτης.

Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι: "Τα χρονίζοντα προβλήματα με τα Σκόπια είχαν δημιουργήσει μία κατάσταση που απαιτούσε από την ελληνική πλευρά μία κοινή προσπάθεια, μία κοινή κινητοποίηση, ώστε να υπάρξουν ευρύτερα αποδεκτές λύσεις και να αποφευχθούν νέες αντιπαλότητες. Η κυβέρνηση όμως αντί να συνεννοηθεί για τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος με τα άλλα κόμματα της Βουλής, προχώρησε χωρίς συνεννόηση με αυτά. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν τόσο μία μη ικανοποιητική λύση όσο και η αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση, που θεώρησε ότι η Ελλάδα υποχώρησε σε σημαντικά θέματα”.