Είναι αναπτυξιακός ο Προϋπολογισμός του 2019;

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Καθηγητής στην έδρα Jean  Monnet  στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρώην συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων

Ενα από τα θέματα που κυριάρχησαν στη δημόσια συζήτηση την εβδομάδα που πέρασε σχετίζεται με τον κρατικό Προϋπολογισμό 2019. Σημείο αντιπαράθεσης ήταν η μορφή και ο χαρακτήρας του Προϋπολογισμού. Είναι αναπτυξιακός ή αντιαναπτυξιακός; Στη δημόσια συζήτηση ακούστηκαν επιχειρήματα και για τις δύο απόψεις. Ας προσπαθήσουμε να τα διαλευκάνουμε.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι είναι αναπτυξιακός γιατί δεν περιλαμβάνει νέα φορολογικά μέτρα ή/και νέες μειώσεις δαπανών π.χ. συντάξεων. Αντίθετα, με την υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου, δίνεται η δυνατότητα διανομής κοινωνικού μερίσματος και αύξησης της κατανάλωσης. Η αυξημένη κατανάλωση μαζί με τις αυξημένες ιδιωτικές επενδύσεις και τις εξαγωγές θα οδηγήσουν, με βάση τις επίσημες εκτιμήσεις, σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5% το 2019.

Ο αντίλογος στην παραπάνω άποψη αρχικά έχει να κάνει με τις πολιτικές που συμπεριλαμβάνει ο Προϋπολογισμός 2019. Και δεν είναι άλλες από τις γνωστές μνημονιακές πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται στη χώρα μας από το 2010 και εκφράζονται κυρίως μέσα από τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Η επίτευξη των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων βασίζεται στην υψηλή φορολόγηση και στο πάγωμα των δημόσιων επενδύσεων. Μπορεί να μην επιβλήθηκαν νέοι φόροι, αλλά πόσο περισσότεροι μπορούν να επιβληθούν από αυτούς που ήδη έχουν επιβληθεί; Θυμίζω ορισμένους, μόνο, από αυτούς. Αύξηση του ΦΠΑ, αύξηση του φόρου εισοδήματος, αύξηση του φόρου εισοδήματος στους αγρότες, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών, αύξηση τελών κυκλοφορίας, αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης π.χ. σε τσιγάρα, καφέ, βενζίνη, αύξηση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης, αύξηση των συντελεστών της εισφοράς αλληλεγγύης, αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων, μείωση του αφορολόγητου, επιβολή φόρου διαμονής σε ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, επιβολή φόρου στα ηλεκτρονικά τσιγάρα, επιβολή ειδικού τέλους στη σταθερή τηλεφωνία, αλλά και στη συνδρομητική τηλεόραση. Το 2019 οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι διαμορφώνονται στα 46,5 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ από 45,5 που ήταν φέτος, με την αύξηση να προέρχεται κυρίως από τον ΦΠΑ και τον φόρο εισοδήματος. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον Προϋπολογισμό, οι φόροι στην παραγωγή και στις εισαγωγές (κατηγορία που περιλαμβάνει από τον ΦΠΑ μέχρι τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης) αντιστοιχούν στην Ελλάδα στο 17,3% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε. Παράλληλα, είμαστε και η χώρα με τη μεγαλύτερη διαφορά απόδοσης της έμμεσης και της άμεσης φορολογίας, με τη διαφορά αυτή το 2018 να φτάνει το 6,8%, δηλαδή η μεγαλύτερη διαφορά σε επίπεδο Ε.Ε.

Επιπλέον, το πάγωμα ή η περικοπή των δημόσιων επενδύσεων εμποδίζει την ανάπτυξη. Είναι πλέον γνωστό ότι οι δημόσιες επενδύσεις «θυσιάζονται» στον βωμό των κοινωνικών μερισμάτων. Για να γλιτώσουμε τα 2 δισ. ευρώ που θα στοιχίσει π.χ. η διατήρηση των συντάξεων στο σημερινό επίπεδο, η κυβέρνηση επέλεξε να περικόψει περί το 1,3 δισ. ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Μπορεί να ακούγεται αδιάφορο, αλλά ειλικρινά δεν είναι καθόλου. Γιατί οι δημόσιες επενδύσεις έχουν μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη. Αυξάνουν το απόθεμα κεφαλαίου στη χώρα, δημιουργούν δουλειές για νέους ανθρώπους, πληρώνουν αμοιβές, αυξάνουν την κατανάλωση. Από τον νέο πλούτο που θα παραγόταν μέσω των δημοσίων επενδύσεων η κυβέρνηση θα μπορούσε να διανείμει πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό μέρισμα όχι μόνο στο παρόν, αλλά και στο μέλλον. Βραχυχρόνια, το κοινωνικό μέρισμα πέραν του ότι επουλώνει κοινωνικά τραύματα μπορεί να συνεισφέρει στην ανάπτυξη καθότι θα αυξήσει έστω και οριακά την κατανάλωση. Ομως, σημασία για την αναπτυξιακή διάσταση έχει η διατηρησιμότητα, δηλαδή η ανάπτυξη διαρκείας γιατί αυτό το λίγο που μπορεί να κερδίζουμε σήμερα, είναι πιθανό να το χάσουμε -πολλαπλάσια- αύριο.