Γενναιότητα στην οικονομική πολιτική

γράφει ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης*

* Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οσο βρισκόμασταν στο τρίτο μνημόνιο, περιέργως όλοι αυτοί που έπαιρναν τις αποφάσεις είχαν επαναπαυθεί: Υπήρχε μια θετική προσδοκία ότι το τέλος του, αυτομάτως, θα σημάδευε μια θετική πορεία ανάκαμψης. Επίσης, αν κατά τη διάρκεια του μνημονίου συνέβαιναν δυσάρεστα πράγματα, δεν έφταιγαν αυτοί, αλλά γενικά κάποιος άλλος. Η οικονομική πολιτική που ακολουθείτο ήταν άριστη. Εξάλλου, είχε εκπονηθεί μαζί με τους εταίρους και οι τελευταίοι έχουν το τεκμήριο της αριστείας!

Οταν ήρθε η ώρα της προσγείωσης στην πραγματικότητα, όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι η ελληνική οικονομία είναι φτωχή σε αναπτυξιακό δυναμισμό και οι διεθνείς αγορές είναι ταραχώδεις (Ιταλία, αμερικανικά επιτόκια), αν και ευτυχώς οι αναταράξεις αυτές έχουν ταβάνι. Η λιτότητα που εφαρμόστηκε, μαζί με την υπεραπορρόφηση της ρευστότητας, έχει πλέον διαμορφώσει μια αδύνατη, εξαντλημένη σχεδόν, οικονομία, χωρίς ισχυρές αναπτυξιακές προοπτικές. Σε αυτό συμβάλλουν και η μετανάστευση εργασιακού δυναμικού, μαζί με τη χαμηλή παραγωγικότητα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, η επικράτηση της μακροχρόνιας ανεργίας και η χαμηλή γεννητικότητα. Ετσι μπορεί να μείνει, όμως, χρόνια. Με αυτόν τον ρυθμό θα χρειαστούμε δέκα χρόνια να καλύψουμε τις πληγές της κρίσης.

Η κοινωνική κινητικότητα έχει μειωθεί. Οι νέες θέσεις που δημιουργούνται είναι κυρίως μερικής απασχόλησης και συνεπώς δεν τροφοδοτούν επαρκώς τα ασφαλιστικά ταμεία, ούτε βελτιώνεται αρκετά η καταναλωτική δραστηριότητα. Οι δημόσιες επενδύσεις απουσιάζουν και οι δημόσιες καταναλωτικές δαπάνες (μισθοί δημοσίων υπαλλήλων λόγω προσλήψεων) αυξάνονται. Η υψηλή φορολογία αναγκάζει φυσιολογικά τους επαγγελματίες να κλείνουν τα βιβλία τους (200.000 περίπου), γεγονός που διατηρεί τη σκιώδη οικονομία αρκετά υψηλά (21%), παρά την αύξηση της χρήσης του πλαστικού χρήματος. Οι εγχώριες επενδύσεις έχουν ανακάμψει από τα χαμηλά επίπεδα που βρίσκονταν, αλλά κινούνται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, και οι ξένες είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Στην πραγματικότητα μόνο ο τουρισμός και οι ενδοκλαδικές του διασυνδέσεις δραστηριοποιούνται.

Οι τράπεζες έχουν απελευθερωθεί από τους περισσότερους κοινωνικούς και νομικούς περιορισμούς για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων, αλλά το ½ των ακινήτων που πλειστηριάζουν το αγοράζουν οι ίδιες! Αν δεν το έκαναν, θα δημιουργούσαν στον εαυτό τους πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από αυτό που έχουν ήδη, αφού θα ήταν αναγκασμένες να απομειώσουν αρκετά γρηγορότερα τα κεφάλαιά τους. Ταυτοχρόνως, όμως, οι δυνατότητες διαγραφών «κόκκινων» δανείων από προβλέψεις εξαντλούνται και οι επενδυτές αντιλαμβάνονται ότι ενδεχομένως έρχονται δραστικές λύσεις, που πιθανόν απειλούν τις τιμές των μετοχών τους παρά τη μείωση της εξάρτησης από τον ELA και της σχετικής αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αποταμιευτών.

Ο πολιτικός κύκλος έχει εγκύψει δριμύτερος από ό,τι φανταζόταν ο οποιοσδήποτε ψύχραιμος αναλυτής. Σιγά-σιγά δημιουργείται ένα ισχυρότατο ρεύμα δημοσιονομικών απαιτήσεων, που υπερβαίνει ακόμα και την προθυμία του πολιτικού προσωπικού να ανταποκριθεί θετικά. Αυτό είναι επικίνδυνο για τη σταθερότητα της κοινωνίας.

Το γεγονός ότι η οικονομία έχει μακροοικονομικά ισορροπήσει σε ένα χαμηλότερο επίπεδο δραστηριότητας επιτρέπει στο εξωτερικό ισοζύγιο πληρωμών να εξασκεί θετικές επιδράσεις στον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, ο οποίος, πάντως, απειλείται σε κάποιο βαθμό από την τιμή του πετρελαίου. Αυτός ο θετικός ρυθμός, που είναι βέβαια εξαιρετικά καλοδεχούμενος, μας αποκοιμίζει αναφορικά με την πραγματικότητα.

Τι θα μπορούσε να γίνει μετά τη λήξη του πολιτικού κύκλου για να αναστραφεί το κλίμα; Τίποτα δεν μας εξασφαλίζει ότι η επιμονή σε πολιτικές αναδιανομής και υπερφορολόγησης οδηγούν σε μια ρωμαλέα ανάπτυξη. Θα πρέπει να γίνει γενναία αναδιάταξη της οικονομικής πολιτικής. Η αναδιάταξη αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα ουσιαστικό πακέτο μη δημοσιονομικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (π.χ. αναθεώρηση του νομικού συστήματος, ενίσχυση της καινοτομίας κ.λπ.), αύξηση της εμπιστοσύνης στην ανθρώπινη δημιουργία και μείωση της φορολογίας μαζί με τη χρησιμοποίηση όλων των δυνατών μέσων για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων. Το πακέτο αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει τη χαλάρωση της θηλιάς του 3,5% στα πρωτογενή πλεονάσματα, ώστε να γίνει δυνατόν να προστατευθούν στοιχεία της ζήτησης, όπως είναι οι συντάξεις. Μια παρόμοια οικονομική πολιτική είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση πολιτικής, ενώ η απλή μη μείωση των συντάξεων και οι νεοκενσιανές ενέσεις ζήτησης είναι μια παραπομπή του προβλήματος στο μέλλον.

Παράλληλα θα πρέπει να διακοπεί η συνεχής πυροδότηση της πολιτικής έντασης και να εξασφαλιστεί ο μέγιστος χρόνος πολιτικής ισορροπίας. Εάν, μάλιστα, τα παραπάνω συνδυαστούν με μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική, που μειώνει τον συστημικό κίνδυνο στη γεωστρατηγική περιοχή μας, θα συμπληρωθούν οι αναπτυξιακές συνθήκες μιας δυναμικής ανάκαμψης που τόσο ανάγκη έχουν οι Ελληνες πολίτες.