Τολμηρές λύσεις για τα «κόκκινα» δάνεια

γράφει ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης*

*Καθηγητής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οταν μιλάμε για το τραπεζικό σύστημα, στο μυαλό μας έρχονται δύο πράγματα: Εάν κινδυνεύει και εάν εκπληρώνει τον σκοπό του. Δηλαδή, εάν ανακυκλώνει τις αποταμιεύσεις του εσωτερικού ή του εξωτερικού από αυτούς που αποταμιεύουν σε αυτούς που θέλουν να κάνουν επενδύσεις με απόδοση μεγαλύτερη του κόστους.

Για δύο κυρίως λόγους μπορεί να κινδυνεύει ένα τραπεζικό σύστημα: Εάν η οικονομία είναι σε κίνδυνο και αν έγιναν επενδύσεις σε δραστηριότητες που είτε δεν θα επιστρέψουν τα δανεικά, είτε θα τα επιστρέψουν πολύ αργά, είτε έχουν απόδοση μικρότερη από το κόστος τους.

Δυστυχώς, οι γενεσιουργές αιτίες αυτών των θεμελιωδών αιτιών του κακού των τραπεζών είναι δύο: Πρώτον, οι ίδιοι οι άνθρωποι και, δεύτερον, οι διαθέσιμες -ποσοτικά και ποιοτικά- πληροφορίες για τα κεφάλαια.

Δυστυχώς, αυτά τα προβλήματα δεν μπορούμε να τα εξαλείψουμε. Μόνο να τα περιορίσουμε. Μπορούμε, δηλαδή, να βάλουμε περιορισμούς στους ανθρώπους που αποφασίζουν και μπορούμε να αυξήσουμε τις διαθέσιμες πληροφορίες. Δεν μπορούμε, όμως, να τα αντιμετωπίσουμε ριζικά. Στο μέλλον είναι περισσότερο πιθανόν να καταργηθούν τραπεζικές λειτουργίες και να αντικατασταθούν από άλλες (κεφαλαιαγορές, εταιρικά ομόλογα, block chain κ.λπ.), παρά να εξαλείψουμε τις αιτίες του κακού που μας έχουν φιλοδωρήσει παγκοσμίως με τουλάχιστον 70 μεγάλες τραπεζικές κρίσεις τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Στην Ελλάδα, τα προβλήματα το 2010 ήλθαν κατ’ αρχάς από τον υπερ-δανεισμό του Δημοσίου. Οι τράπεζες είχαν ομόλογά του και, όταν αυτά μηδενίστηκαν, έχασαν τα χρήματα που είχαν δανείσει, δηλαδή τα χρήματα των καταθετών και τα κεφάλαιά τους.

Ομως, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετώπισαν επίσης δύο βαριές φυγές καταθέσεων: Το 2011 και το 2015, όταν έχασαν περίπου το 40% των καταθέσεών τους. Τα κεφάλαια αυτά δεν υπήρχαν για να τα γυρίσουν στους κατόχους τους που ήθελαν να τα πάνε κυρίως σε ξένες τράπεζες. Τα είχαν δανείσει. Ετσι, ή θα δανείζονταν οι ίδιες -αλλά ποιος θα τους δάνειζε- ή θα τους έδιναν χρήματα οι φορολογούμενοι. Και αυτό έγινε. Μέχρι σήμερα τους έχουμε δώσει περίπου 40 δισ. ευρώ! Ομως οι τραπεζίτες έκαναν και «στραβές» χρηματοδοτήσεις. Επίσης, ακόμα και όταν οι χορηγήσεις ήταν πολύ καλές (τη στιγμή της απόφασης), στη συνέχεια οι δανειολήπτες μπορεί να ήρθαν αντιμέτωποι με την ύφεση.

Στην Ελλάδα, η πολύ βαθιά ύφεση και η χειροτέρευση της ανταγωνιστικής θέσης της ελληνικής οικονομίας, παράλληλα με την τεχνολογική αναδιάρθρωση και σε συνδυασμό με την απόλυτη κυριαρχία του τραπεζικού συστήματος απέναντι στην κεφαλαιαγορά, στον εταιρικό δανεισμό κ.λπ., μεγέθυναν τα προβλήματα των τραπεζών όσο σε καμία άλλη ανεπτυγμένη χώρα (με εξαίρεση ίσως την Ιαπωνία).

Οταν δεν λειτουργεί το τραπεζικό σύστημα, η δημοσιονομική σταθεροποίηση είναι μία «αιματοβαμμένη» διαδικασία (το «υποτιθέμενο λάθος των πολλαπλασιαστών») και η ανάκαμψη είναι επίσης εξαιρετικά μακροχρόνια, επίπονη και σχεδόν εξ ορισμού αναιμική: «Ανάκαμψη χωρίς πιστώσεις» και κατ’ επέκταση «χωρίς επενδύσεις». Αρα, γνωρίζουμε πολύ καλά τι μας συμβαίνει και καμιά επιδοματική πολιτική δεν πρόκειται να μας βοηθήσει.

Σε όλα αυτά προστίθεται και μια κοινωνία που «αμύνεται» απέναντι στη μεταβολή, φρενάροντας τη «δημιουργική καταστροφή».

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι χρειάζονται πέντε με επτά χρόνια για να ολοκληρωθεί μια διαδικασία «απομόχλευσης» υπό κανονικές συνθήκες. Και εδώ δεν ισχύουν οι κανονικές συνθήκες. Είναι δυσκολότερες.

Αρα χρειάζονται δραστικές και σωρευτικές λύσεις, αφού το γενικό πλαίσιο ισορροπίας το εξασφαλίζουν ο SSM και η ECB: Πλατφόρμες συναινετικών λύσεων ρύθμισης χρέους, πλειστηριασμοί με πρώτο στόχο τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, οχήματα ειδικού σκοπού που θα απορροφήσουν προβληματικά δάνεια και, δυστυχώς, στο βάθος πάλι αυξήσεις τραπεζικών μετοχικών κεφαλαίων, χωρίς, όμως, να έχουμε αξιόπιστες πληροφορίες για την έκταση του κοινωνικού προβλήματος.

Μέχρι τώρα την υιοθέτηση αυτών των πολιτικών τη χαρακτηρίζει πολιτική διστακτικότητα. Ενα μόνο ζήτημα δικαιώνει την πολιτική αυτή: Ενα αυστηρότερο πλαίσιο δεν φαίνεται να είναι πιθανόν να αποδώσει, έτσι κι αλλιώς, αφού δεν υπάρχουν αρκετά εισοδήματα και ρευστότητα στην οικονομία. Ενα, όμως, θέμα την κατακεραυνώνει: Συνεχίζει να υποσκάπτεται η στάση της κοινωνίας απέναντι στην τραπεζική πίστη.

Η μόνη ουσιαστική διέξοδος συνδέεται με την υλοποίηση όλων των παραπάνω και την εφαρμογή ενός γενναίου μεταρρυθμιστικού προγράμματος ανάκαμψης της οικονομίας. Μόνο η επιτάχυνση του ρυθμού μεγέθυνσης και το φούσκωμα των νομισματικών αξιών μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Εάν δεν το δούμε να συμβαίνει, θα χρειαστούμε πολύ μεγαλύτερη υπομονή.