Οι πανηγυρισμοί

Το 1992 τα ευρωπαϊκά κράτη αποφάσισαν από κοινού τη δημιουργία μιας αγοράς κρατικών τίτλων χρέους που θα διέθεταν σε επενδυτές, αντλώντας εξ αυτών χρήμα με σκοπό την από κοινού ανάπτυξη των και την ευημερία των λαών τους. Η «αγορά» αυτή είχε κανόνες «δικαίου» να ορίζουν τα της λειτουργίας της και ήτο αγορά σταθερού επιτοκίου. Δεν ήταν αγορά ελεύθερου επιτοκίου, «αυτορυθμιζόμενη». Τούτο γιατί οι Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως ο Μιτεράν και η Θάτσερ, θέλησαν εξαρχής να αποφύγουν την ένταξη των χωρών τους σε μια «αυτορυθμιζόμενη» αγορά, που όταν λειτούργησε ως τέτοια στον Μεσοπόλεμο οδήγησε σε κρίση χρέους κρατών αντί τραπεζών στη δεκαετία του 1930. Στόχος λοιπόν των Ευρωπαίων ηγετών ήταν να αποφευχθεί η επανάληψη ενός τέτοιου βλαπτικού για κράτη προηγούμενου. Οταν το 2010 ωθήθηκε η Ελλάδα από τη Μέρκελ να δανειστεί όχι από επενδυτές, αλλά από κράτη και με «όρους», μάλιστα, που ο Σόιμπλε έθεσε στον δανεισμό της χώρας μας βλαπτικούς για τα συμφέροντα των επενδυτών σε ομόλογά μας, η αγορά διαλύθηκε. Αντί η Ελλάδα να επανακτήσει σταθερό επιτόκιο, όπως υφίστατο νομική υποχρέωση, έχασαν το σταθερό επιτόκιο δανεισμού των και άλλες χώρες! Γιατί οι όροι που ετέθησαν στον δανεισμό μας είχαν ως αποτέλεσμα να αμφιβάλλουν οι επενδυτές και σε ομόλογα άλλων κρατών ότι τα κράτη σέβονται το «δίκαιο» που τα ίδια έθεσαν προς προστασία των. Οπότε έπαψαν να επενδύουν σε ομόλογα κρατών γενικά και η αγορά διαλύθηκε. Απώλεσαν κράτη τη σταθερή πελατεία επενδυτών, που είχαν ως χρηματοδοτική πηγή των και λόγω αυτής της απώλειας ανέκυψε ξαφνικά κρίση χρέους κρατών. Οι λαοί των κλήθηκαν να τα στηρίξουν μέσω υπέρμετρης φορολόγησης και γι’ αυτό φτωχοποιήθηκαν. Τώρα η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτός ο «εφιάλτης» τελείωσε, γιατί ξαναμπήκαμε στις αγορές, επιστρέφει η κανονικότητα, θα ανασάνουμε! Μπαίνουμε, όμως, σε περιβάλλον αγορών, που οι τραπεζίτες θα μπορούν ανεμπόδιστα να κάνουν ό,τι θέλουν με το επιτόκιο δανεισμού μας. Θα δανειζόμαστε με όρους Μεσοπολέμου, χωρίς «δίκαιο» προβλέπον σταθερό επιτόκιο. Επιστροφή, λοιπόν, στον θαυμαστό κόσμο της τραπεζοκρατίας, ο οποίος, με το δίκαιο του δανειστή ως ισχύον, τρομοκρατούσε οπότε ήθελε κράτη και λαούς με μια απλή άνοδο του επιτοκίου δανεισμού των. Θα εξαρτώμεθα, πλέον, από αποφάσεις τραπεζιτών ως απλή διοίκηση επιτοκίων δανεισμού, όχι ως διακυβέρνηση ανθρώπων, που τους αναγνωρίζεται η ικανότητα βάσει δικαίου να επηρεάζουν υπέρ των τη ροή των γεγονότων που τους αφορούν. Οπότε, ας πανηγυρίσουμε μέχρι την επόμενη άνοδο του επιτοκίου δανεισμού μας. Μπορεί να πάρει χρόνια, μπορεί και μήνες. Ο έλεγχος της εξέλιξης αυτής θα ανήκει αποκλειστικά στους τραπεζίτες, όχι σε εμάς.