Μαγικός Αλκίνοος

Πάντα τον αγαπούσα, αλλά με εκείνο το κείμενό του, στην «Οδό Πανός», συγκινήθηκα αφάνταστα. Εγραφε τότε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης:

«Ο Στέλιος Καζαντζίδης πετούσε πάνω απ’ την πόλη. Υπερήρωας λαϊκών οραμάτων, χωρίς χαρά, χωρίς τη λύπη του τέλους, σε νιρβάνα μικρασιατικής λιακάδας, φυλαγμένης από χρόνια στο δωμάτιο με τις καταστροφές. Ανεπανόρθωτα υποκοριστικός λόγω αδιάγνωστου μεγαλείου (παρεΐτσα, κιθαρίτσα, μπουζουκάκι, τραγουδάκι, κρασάκι, σπιτάκι, μανούλα, ζωούλα, φιλαράκια, δισκάκια, μαγαζάκια), ο Στελλάρας έζησε χρόνια σαν λεχώνα, γεννώντας την περιγραφή του ακροατή του, τις ζωές που έπρεπε να γίνουν τραγούδι (...). Εχοντας μόλις χωρίσει από την, ελληνικής κατασκευής, ενοχή της επιτυχίας, ο Στέλιος Καζαντζίδης εκείνο το πρωί 14 Σεπτεμβρίου, υψώσεως του Σταυρού, πετούσε πάνω απ’ την πόλη μόνος. Δεν τραγουδούσε, αυτός ο βραχνάς έπρεπε να τελειώνει, τον είχε κουράσει από καιρό, όπως μας κουράζει το χάρισμα κι ο εαυτός μας, τρυφερά κι ανεπανόρθωτα σαν μοίρα. Δεν θυμόταν τίποτα, δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή παρά την ησυχία μετά το γλέντι, ούτε κουβέντα, ούτε φίλο, ούτε πελάτη που σφαδάζει από αφοσίωση. Να καθαρίσει λίγο το μάτι, να δει πριν φύγει τι αγάπησε, πού έζησε, ποιους άγγιξε, όλ’ αυτά όμως χωρίς αγωνία, έτσι κι αλλιώς φεύγει (...).

Τώρα πετάει πάνω απ’ την πόλη μόνος. Εχει πεθάνει προ ολίγου και τον κοιτώ να φεύγει μεγάλος, σαν πατέρας και σαν Χτίστης, εγώ που ποτέ δεν τον άκουσα, ποτέ δεν διάβασα τον κόσμο του, ποτέ δεν υπήρξα γι’ αυτόν».

Ο Αλκίνοος, κάθε Τετάρτη, μόνος επί σκηνής, παίζει και τραγουδάει τα τραγούδια του, καταργώντας αποστάσεις, διευρύνοντας χρόνους, μετατρέποντας το μοναχικό σε συλλογικό. Στο «Gazarte».