Και ο σουρεαλισμός… έπλασε το θείο

(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ) Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου συγκέντρωσε πάνω από 130 έργα καλλιτεχνών που έσκυψαν πάνω στην παράδοσή μας και συνέβαλαν στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τη βυζαντινή τέχνη.
Αυτό το καλοκαίρι το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου συγκέντρωσε πάνω από 130 έργα καλλιτεχνών που, επηρεασμένοι από τις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες, έσκυψαν πάνω στην παράδοσή μας και συνέβαλαν με μοντέρνο τρόπο στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τη βυζαντινή τέχνη.

Η βυζαντινή παράδοση και οι επιρροές που άσκησε στη νεοελληνική τέχνη, ιδιαίτερα στους εκπροσώπους της περίφημης γενιάς του ’30 και του Μεσοπολέμου, βρίσκονται στο επίκεντρο της φετινής έκθεσης που οργανώνει στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου το Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, από τις 30 Ιουνίου έως τις 29 Σεπτεμβρίου.

Πάνω από 130 έργα καλλιτεχνών, οι οποίοι ζωγράφισαν με θρησκευτική ευαισθησία, περιλαμβάνει το αφιέρωμα «Ιστορώντας την Υπέρβαση. Από την παράδοση του Βυζαντίου στη νεώτερη τέχνη». Ανάμεσά τους οι Κωνσταντίνος Παρθένης, Φώτης Κόντογλου, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Νικολάου, Γιάννης Τσαρούχης, Σπύρος Βασιλείου,Σπύρος Παπαλουκάς, Κωνσταντίνος Αρτέμης, Αγήνορας Αστεριάδης, Ράλλης Κοψίδης, Δημήτρης Γαλάνης, Τάσσος, Γιώργος Σικελιώτης, Βάσω Κατράκη κ.ά.



«Αυτή την εποχή η έκθεση δίνει αφορμή να ανατρέξουμε στις δικές μας αξίες, να ανακαλύψουμε πρότυπα» δήλωσε χθες ο διευθυντής του μουσείου Κυριάκος Κουτσομάλλης. «Στην κρίση του Μεσοπολέμου οι Ελληνες δημιουργοί δεν θέλησαν να είναι μεταπράτες, αλλά εσκυψαν στη δική μας παράδοση» τόνισε. «Ορισμένοι από αυτούς γνώρισαν και βίωσαν τις ανατρεπτικές αλλαγές στην τέχνη, κατά τον περασμένο αιώνα, διαμένοντας ή ταξιδεύοντας σε μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα, όπως το Παρίσι, το Μόναχο, τη Βιέννη, τη Νέα Υόρκη. Αλλοι ταξίδεψαν στις κοιτίδες του βυζαντινού πολιτισμού, όπως το Αγιο Ορος, τα Μετέωρα, τον Μυστρά. Σκοπός της έκθεσης είναι να δείξει πώς προσέλαβαν, αφομοίωσαν, αξιοποίησαν και ενέταξαν στους εικαστικούς τους προβληματισμούς στοιχεία της παράδοσης και του μοντερνισμού, συμβάλλοντας έτσι και στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τη βυζαντινή τέχνη».



Μπορεί οι βυζαντινοί καλλιτέχνες να παράκουσαν τη θεϊκή εντολή και να απέδωσαν την εικόνα του Χριστού. Ωστόσο με αυτό τον τρόπο «ο Χριστός μπαίνει στην Ιστορία, ενώ η μορφή του μεταφέρεται σε επίπεδο δύο διαστάσεων, ώστε να μοιάζει αλλά και να διαφέρει από την εικόνα του Θεού» επισήμανε ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νικόλαος Ζίας, που επιμελείται την έκθεση. Μπορεί ακόμα οι χριστιανοί να διασταύρωσαν τα ξίφη τους στις εικονομαχίες. Ομως για πολλούς αιώνες το Βυζάντιο παρέμεινε στην αφάνεια, μέχρι αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον και για την τέχνη του.

Πρωτοπόρος σ” αυτήν την κατεύθυνση υπήρξε ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο οποίος άνοιξε τον διάλογο της παράδοσης με τα ευρωπαϊκά εικαστικά κινήματα μετά την παραμονή του στο Παρίσι. «Το 1919, στον Αγιο Αλέξανδρο του Παλαιού Φαλήρου, έκανε εικόνες αγίων πάνω σε μουσαμά, χρησιμοποιώντας με μεγάλη ελευθερία το χρώμα -στο ρόδινο του προσώπου βάζει, για παράδειγμα, πράσινες πινελιές- ενώ το σχέδιό του είναι ακριβές» συνέχισε ο Ν. Ζίας. Νεο-ιμπρεσιονιστικά στοιχεία από την παρισινή του μαθητεία χρησιμοποιεί και ο Σπύρος Παπαλουκάς, ο οποίος το 1927 αναλαμβάνει, έπειτα από διαγωνισμό, να ζωγραφίσει τη Μητρόπολη Αμφισσας.

Την ίδια εποχή ο Φώτης Κόντογλου πηγαίνει στο Αγιο Ορος και εντυπωσιασμένος γράφει: «Δεν περίμενα να βρω μέσα σ” αυτές τις σκοτεινές εκκλησίες μια τέχνη με τέτοιο ρυθμό». Ο Σπύρος Βασιλείου σε νεαρή ηλικία αναλαμβάνει τον Αγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη ακολουθώντας τη βυζαντινή τεχνοτροπία «με κάποιες μικρές παραλλαγές κυρίως στον δυτικό τοίχο, που αναφέρονται στην Ακρόπολη των Αθηνών και στο κήρυγμα του αποστόλου Παύλου στον Αρειο Πάγο». Ο Νίκος Εγγονόπουλος συνδύασε τον υπερρεαλισμό με το ελληνικό παρελθόν και τη βυζαντινή τέχνη, την οποία μάλιστα θεωρούσε ιδιαίτερα υπερρεαλιστική. Ο δε Δημήτριος Πελεκάσης από τη Ζάκυνθο, με επιρροές από την Επτανησιακή Σχολή και την ιταλική τέχνη, εικονογράφησε άλλοτε με νεοβυζαντινά και άλλοτε με δυτικότροπα πρότυπα.

«Αποδέκτες του αφιερώματος αυτού θέλουμε να είναι πάντες. Ανεξάρτητα από δεσμεύσεις δογματικές και ομολογιακές κατατάξεις. Ο αφηγητής του Θείου θέτει δεσμεύσεις δογματικές στον ίδιο. Δεν δεσμεύει όμως την ελευθερία της πρόσληψης από τον παρατηρητή, ο οποίος είναι ελεύθερος να αξιολογήσει το προτεινόμενο με κριτήρια δικά του» καταλήγει ο Κ. Κουτσομάλλης στον κατάλογο που συνοδεύει την έκθεση και περιλαμβάνει επιστημονικά κείμενα και φωτογραφίες (επιμέλεια Χρήστος Μαργαρίτης, εκδ. Μικρή Αρκτος).

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ