Laborinthus: Μουσική, μύθος και λογοτεχνία

Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και οι φοιτητές του τμήματος Πολιτιστικής Διαχείρισης του Παντείου Πανεπιστημίου συνεργάζονται για δεύτερη συνεχή χρονιά σε έναν κύκλο τριών συναυλιών σύγχρονης μουσικής.
Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και οι φοιτητές του τμήματος Πολιτιστικής Διαχείρισης του Παντείου Πανεπιστημίου συνεργάζονται για δεύτερη συνεχή χρονιά σε έναν κύκλο τριών συναυλιών σύγχρονης μουσικής.

Το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και η αγάπη για τη μουσική γίνονται για άλλη μία φορά η γέφυρα που ενώνει τους δύο γείτονες της λεωφόρου Συγγρού.

Η συναυλία με το αινιγματικό όνομα Laborinthus, μια πειραματική σύνθεση με μεσαιωνικές καταβολές και αναφορά στους Λαβυρίνθους του Μπόρχες, κλείνει τη δεύτερη χρονιά συνεργασίας των δύο φορέων.

Την Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου, ο Δημήτρης Κούντουρας (φλάουτα με ράμφος, τραβέρσο και σύλληψη) και ο Περικλής Λιακάκης (σύνθεση & live electronics) σε συνεργασία με την Irene Cottichio (απαγγελία & φωνητικός αυτοσχεδιασμός) θα επιχειρήσουν τη σύζευξη μεσαιωνικής και ηλεκτρονικής μουσικής.

Το κεντρικό θέμα της συναυλίας, οι Λαβύρινθοι του Jorge Luis Borges, θα απογειώσει την απόπειρα των καλλιτεχνών να θέσουν σε διάλογο τη μουσική και τη λογοτεχνία.

Τα στροφικά, επαναλαμβανόμενα σχήματα ως μουσικό ανάλογο του λαβύρινθου του Μπόρχες, σε συνδυασμό με τις ποιητικές μεσαιωνικές φόρμες (virelais) του Guillaume de Machaut, ορίζουν έναν εκστατικό, σχεδόν υπνωτικό ρυθμό, ή αλλιώς, ένα υπερβατικό νόημα, το οποίο καλείται να ερμηνεύσει ο ακροατής.

Οι φοιτητές του Παντείου ρώτησαν και έμαθαν περισσότερα για το έργο των συντελεστών μιας συναυλίας που θα ενώσει τις μουσικές της μεσαιωνικής Δύσης, τη λογοτεχνία και την τεχνολογία του 21ου αιώνα.

Ο Δημήτρης Κούντουρας και ο Περικλής Λιακάκης απαντούν στο πώς ερμηνεύουν οι ίδιοι αυτό το εγχείρημα, αλλά και τους λόγους που τους οδήγησαν σε αυτή τη συνεργασία.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον Δημήτρη Κούντουρα/ Περικλή Λιακάκη και η ιδέα της σύζευξης μεσαιωνικής και ηλεκτρονικής μουσικής;

Δ.Κ.: Η ανάγκη να βρει κανείς μια γέφυρα ανάμεσα σε μουσικές από διαφορετικές εποχές και να προβάλει δίπλα - δίπλα έργα που, ενώ φαινομενικά ανήκουν σε άλλους κόσμους, τα διέπει μια σχετική ευαισθησία. Υπάρχει μια διαχρονικότητα σε κάθε καλή μουσική σύνθεση η οποία την κάνει να «βγαίνει» από την εποχή της.

Π.Λ.: Με τον Δημήτρη είμαστε πολλά χρόνια φίλοι και έτσι αντιλαμβανόμαστε πάρα πολύ καλά ο ένας τις καλλιτεχνικές προθέσεις του άλλου. Καθώς ο Δημήτρης είναι ειδικός στην μεσαιωνική μουσική και εγώ ασχολούμαι εντατικά με τις ηλεκτρονικές τεχνολογίες στην μουσική, μια τέτοια ιδέα ήταν φυσική κατάληξη.

Ποιο είναι το feedback που παίρνετε από το κοινό; Από ποια ηλικιακά group κυρίως;

Δ.Κ: Ποικίλο feedback, τόσο νέοι όσο και μεγαλύτεροι θεατές υπάρχουν στο κοινό.

Π.Λ.: Παρότι δεν ρωτάμε ποτέ μετά από μια συναυλία εάν άρεσε αυτό που κάναμε, κανένας καλλιτέχνης πιστεύω δεν κάνει κάτι τέτοιο, νομίζω πως το feedback είναι πάντα απόλυτα θετικό, καθώς η δουλειά που παρουσιάζουμε ενδιαφέρει ένα μεγάλο και πολλές φορές ετερόκλητο κοινό.

Ποιος θα λέγατε πως είναι ο σκοπός σας; Τι θα θέλατε να αποκομίσει το κοινό από τη συναυλία;

Δ.Κ.: Η κάθε συναυλία είναι, ή πρέπει να είναι, μια εμπειρία. Μια κατάσταση επικοινωνίας, αμφίδρομη ανάμεσα σε μουσικούς και κοινό, σε πομπό και δέκτη. Μη ξεχνάμε ότι αυτός που τελικά δέχεται, επεξεργάζεται και «ερμηνεύει» το έργο είναι ο ακροατής.

Π.Λ: Προσωπικά, πιστεύω πως το κοινό πέρα από παραλήπτης ενός έργου, είναι και ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα της δημιουργίας ενός έργου. Ο κάθε ένας ακούει, βλέπει, αισθάνεται και εν τέλει αποκομίζει, πάντα σχεδόν, κάτι διαφορετικό. Καθώς ο κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικά βιώματα, ανάγκες, πόθους και φυσικά ευαισθησίες, πλάθει κάθε καλλιτεχνική εμπειρία στην οποία γίνεται μέτοχος (συναυλία, έργο, πίνακα, φωτογραφία κλπ) κατά τις ανάγκες του και τις ανάγκες του ασυνείδητού του. Έτσι, θα ήθελα ο καθένας να αποκομίσει τα μέγιστα για τον εαυτό του. Ποια όμως είναι αυτά τα μέγιστα, αυτό δεν είμαι σε θέση να το ξέρω.

Τι σημαίνει για εσάς το να ερμηνεύετε τη συναυλία αυτή διαφορετικά κάθε φορά; Πόση παραπάνω δουλειά χρειάζεται;

Δ.Κ.: Ένα μέρος της δουλειάς αυτής είναι αυτοσχεδιαστικό, οπότε είναι γόνιμο να είναι κάθε φορά λίγο διαφορετικό.

Π.Λ.: Όταν ένα σχήμα έχει παίξει πολλές φορές μαζί και όταν τα μουσικά γούστα συμπίπτουν, η δουλειά ελαχιστοποιείται. Κάποιες φορές έρχονται καινούργια έργα στο πρόγραμμα, τότε φυσικά χρειάζεται παραπάνω εργασία. Το βασικό όμως είναι να συνεργάζεται κανείς με ανθρώπους που ξέρει καλά και εκτιμάει. Τότε όλα γίνονται διασκέδαση.

Πώς ερμηνεύετε εσείς οι ίδιοι τα κείμενα των Borges και Sanguineti;

Δ.Κ.: Καλύτερα να «μιλήσει» γι’ αυτό η συναυλία μας...

Π.Λ.: Προφανώς η απάντηση δίνεται από μόνη της στο τέλος της συναυλίας. Γενικά μπορώ να πω, όμως, πως οι δύο συγγραφείς ανήκουν, για μένα, στους σημαντικότερους καλλιτέχνες που έδωσε ο δυτικός πολιτισμός μετά το 1940. Η σχέση των δύο με την ηχητική διάσταση ενός κειμένου και όχι μόνο με την νοηματική, είναι αυτό που με ενδιέφερε πιο πολύ σε αυτό το project.

Ποια είναι η σχέση λόγου και μουσικής; Ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διακρίνετε στην Irene Coticchio ως performer και πώς πιστεύετε ότι μπορούν να συμβάλουν στη σύνδεση λογοτεχνίας και μουσικής που θα επιχειρήσετε;

Δ.Κ.: Ο λόγος με τη μουσική βρίσκονται σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Πότε συμπορεύονται, άλλοτε βρίσκονται σε αντιπαράθεση. Δεν πρόκειται για μελοποίηση της ποίησης ούτε για μουσική «επένδυση». Και οι δύο μαζί συμβάλλουν στην ανάδειξη κάποιου αφηρημένου (;) νοήματος που λέγεται ρυθμός. Η συνεισφορά της Ιρένε με τον αυτοσχεδιασμό στίχων και ήχων είναι καταλυτική και λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε μένα (φυσικό όργανο) και στον Περικλή (ως ηλεκτρονικό μέσο).

Π.Λ.: H ερώτηση είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά δυστυχώς αδύνατο να απαντηθεί σε μερικές γραμμές. Εν τάχει, από τις αρχές της δυτική μουσικής, τα μοτέτα της Ars nova, τις αρχές του μπαρόκ, μέχρι τα λιμπρέτα του Ρίχαρντ Βάγκνερ και την Aria του John Cage, η σχέση αυτή είναι πολύπλοκη και φυσικά πολύ δύσκολα περιγράψιμη. Το κείμενο συχνά ικανοποιεί το «λογικό» μέρος και η μουσική αναλαμβάνει το «θυμικό». Το κρίσιμο, όμως, είναι πως το αποτέλεσμα λόγου και μουσικής δεν είναι απλά το άθροισμα αυτών των δύο παραγόντων πάνω μας, αλλά κάτι παραπάνω: ένας άγνωστος Χ εισάγεται στην εξίσωση και οδηγεί τελικά τον ακροατή σε κάποιον άλλο χώρο μη προσπελάσιμο διαφορετικά. Η Ιρένε γνωρίζει πάρα πολύ καλά τη γλώσσα της μοντέρνας μουσικής, αλλά και τη λαϊκή γλώσσα της μουσικής της πατρίδας της, που προέρχεται από μια πολύ παλιά παράδοση. Αυτό, από μόνο του, την κάνει ούτως ή άλλως ιδανική σύντροφο στο εγχείρημά μας.

Τι θα μπορούσε να πάρει ένας σημερινός μουσικός από ένα συνθέτη του Μεσαίωνα;

Δ.Κ.: Ό,τι μπορεί να πάρει και από όποια άλλη μουσική άλλης εποχής.

Π.Λ.: Άλλη μια δύσκολη ερώτηση. Τίποτα και πάρα πολλά. Εξαρτάται πάντα από το είδος μουσικής που γράφει κάποιος, τη γλώσσα που χρησιμοποιεί (πολλοί αρνούνται οποιαδήποτε σχέση με την παράδοση, άλλοι θεωρούν τους εαυτούς τους πνευματικά παιδιά του Μπαχ για παράδειγμα) και βέβαια τις γνώσεις του. Η μεσαιωνική μουσική δεν είναι μια εύκολα προσβάσιμη μουσική. Πέρα από την πολύ διαφορετική αισθητική και τον τελείως διαφορετικό τρόπο σκέψης (απλό παράδειγμα η σχέση θρησκείας ενός καλλιτέχνη του 12ου αιώνα και ενός του 21ου αιώνα) υπάρχουν τεράστιες τεχνικές διαφορές με τη μουσική θεωρία που μαθαίνει κάποιος στο Πανεπιστήμιο, η οποία συνήθως είναι αναγεννησιακή, μπαροκική, κλασσική κλπ. Σε κάθε περίπτωση αυτό που παίζει ρόλο, είναι η αγάπη του μουσικού για τον ήχο και την αισθητική της μεσαιωνικής μουσικής. Όσο η καθαρότητα, η απλότητα και η κρυμμένη έννοια ενδιαφέρουν κάποιον, τόσο η μεσαιωνική μουσική θα έχει να του μάθει πολλά…

Τι θα ακούσουμε στην προκειμένη συναυλία; Γιατί επελέγησαν ως βάση οι συγκεκριμένες μουσικές συνθέσεις;

Δ.Κ.: Το project χτίστηκε με την ιδέα μιας μουσικής φόρμας που εμπνέεται από τον Λαβύρινθο. Στροφικές επαναλαμβανόμενες μουσικές φόρμες δίνουν αυτή τη βάση.

Π.Λ.: Θα ακούσουμε την προσπάθεια τριών μουσικών που προέρχονται από διαφορετικούς χώρους, να συνυπάρξουν, να αλληλοσυμπληρωθούν μουσικά και να επεκτείνουν τους χώρους επίδρασης τους. Η επιλογή του προγράμματος έγινε με βάση πολύπλοκους λογάριθμους που έχουν τη βάση τους στο υποσυνείδητο του καθενός μας, αλλά και την απλή διαπίστωση πως ένα πρόγραμμα πρέπει να μπορεί να λειτουργήσει, χωρίς να κάνει το κοινό να βαρεθεί.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου
Ώρα: 20.30
Είδοδος ελεύθερη
Συναυλία Laborinthus
Irene Coticchio: απαγγελία & φωνητικός αυτοσχεδιασμός
Περικλής Λιακάκης: σύνθεση & live electronics
Δημήτρης Κούντουρας: φλάουτα με ράμφος, τραβέρσο & σύλληψη
Έργα: Guillaume de Machaut, Riyohei Hirose, Περικλής Λιακάκης
Κείμενα: Jorge Luis Borges, Edoardo Sanguineti

Υπεύθυνη πρότζεκτ: Λορέντα Ράμου
Υπεύθυνη καθηγήτρια Παντείου: Ανδρομάχη Γκαζή
Τεχνική υποστήριξη Παντείου: Σταύρος Καπερώνης

Tη συνέντευξη επιμελήθηκαν οι φοιτητές Δανάη Νάντια Λοΐζου-Μάνσκε,
Μαρία Μαζνώκη, Αλεξάδρα Παπαδάκη που σπουδάζουν στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου στην κατεύθυνση «Πολιτισμός και πολιτιστική διαχείριση» στο πλαίσιο της εργασίας τους στον κύκλο συναυλιών «Μια γέφυρα μουσικής επάνω από τη Συγγρού vol. 2» (συνδιοργάνωση: Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Περισσότερες πληροφορίες: www.sgt.gr/gre/SPG1753