Πέμπτη αιτία τύφλωσης η ραγοειδίτιδα

Προσοχή συνιστούν οι επιστήμονες στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της ραγοειδίτιδας η οποία αποτελεί την πέμπτη αιτία τύφλωσης στον ανεπτυγμένο κόσμο.
Της Αιμιλίας Σταθάκου

Προσοχή συνιστούν οι επιστήμονες στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της ραγοειδίτιδας η οποία αποτελεί την πέμπτη αιτία τύφλωσης στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Πρόκειται για μια ομάδα ασθενειών που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα, δηλαδή του μεσαίου στρώματος του οφθαλμού. Μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη όραση ή απώλεια της Η νόσος μπορεί να εκδηλωθεί από τη βρεφική ηλικία μέχρι και πολύ μεγάλες ηλικίες, ανεξαρτήτως φύλου.

Οι ασθενείς, ωστόσο, είναι κυρίως άτομα ηλικίας 20 έως 65 ετών, που ανήκουν στον ενεργό πληθυσμό, αλλά και παιδιά. Συμφώνα, μάλιστα με εκτιμήσεις, ο επιπολασμός της νόσου σε ευρωπαϊκές χώρες κυμαίνεται περίπου στα 7 άτομα ανά 10.000, ενώ το αντίστοιχο νούμερο για τις ΗΠΑ είναι 20 άτομα ανά 10.000.

ΑΙΤΙΑ

Σε ένα ποσοστό σχεδόν 50%, δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της αιτίας για την εμφάνιση της νόσου και χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθής ή άγνωστης αιτιολογίας. Υπάρχουν πολλά αίτια, με τα κυριότερα να είναι: τραύμα ή χειρουργική επέμβαση, αυτοάνοσο νόσημα, φαρμακευτική αγωγή ή λοίμωξη. Συνεπώς, η νόσος αποτελεί εκδήλωση ενός συστηματικού νοσήματος ή περιορίζεται αποκλειστικά στο μάτι.Τα συμπτώματα της ραγοειδίτιδας μπορεί να εμφανιστούν ξαφνικά στο ένα ή και στα δύο μάτια των ασθενών και να επιδεινωθούν ραγδαία, ωστόσο ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να αναπτυχθούν και σταδιακά. Περιλαμβάνουν κυρίως ερυθρότητα και πόνο στο μάτι, ευαισθησία στο φως, θολή ή μειωμένη όραση, κινούμενες κηλίδες στο οπτικό πεδίο του ασθενούς

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η απώλεια της όρασης που συνδέεται με τη ραγοειδίτιδα, μπορεί να επηρεάσει πολλές πτυχές της ζωής των ασθενών, μεταξύ αυτών τις καθημερινές τους δραστηριότητες, την κοινωνική τους ζωή, την ικανότητά τους να εργαστούν ή να οδηγήσουν. Η τύφλωση είναι η πιο ολέθρια συνέπεια της ραγοειδίτιδας.

Τα νεότερα δεδομένα για τη θεραπεία της πάθησης εξηγεί η Σοφία Ανδρούδη, Επίκουρος Καθηγήτρια Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Οφθαλμικών Φλεγμονών & Λοιμώξεων :

«Η πρώτη επιλογή των Οφθαλμιάτρων, όσον αφορά τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου, είναι η κορτιζόνη στη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών, είτε σε τοπική μορφή είτε σε από του στόματος ή ενδοφλέβια μορφή. Όμως, λόγω των πολλών παρενεργειών, η αγωγή με κορτικοστεροειδή δεν μπορεί να συνεχίζεται για πολύ μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Η πιο πρόσφατη ομάδα θεραπειών που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των ραγοειδιτίδων είναι οι βιολογικοί παράγοντες που χορηγούνται σε ενέσιμη μορφή. Πρόσφατα έγινε διαθέσιμη η πρώτη εγκεκριμένη θεραπεία με adalimumab
(ανταλιμουμάμπη) για μορφές της ραγοειδίτιδας που δεν οφείλονται σε λοιμώξεις και δεν εντοπίζονται στο πρόσθιο μέρος.

Οι δυο μελέτες που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα έδειξαν ότι οι ασθενείς που έλαβαν ανταλιμουμάμπη είχαν μείωση του κινδύνου αποτυχίας της θεραπείας, είτε βρίσκονταν σε έξαρση λόγω μη ανταπόκρισης στα κορτικοστεροειδή είτε ήταν σε ύφεση και έπρεπε να διακόψουν σταδιακά τα κορτικοστεροειδή. Επίσης, και οι δύο μελέτες έδειξαν ότι οι ασθενείς αυτοί είχαν περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσουν την οπτική οξύτητα κατά την διάρκεια της παρακολούθησής τους».

Από την πλευρά του ο Νικόλαος Μαρκομιχελάκης, Οφθαλμίατρος, Επιστημονικός Υπεύθυνος Ινστιτούτου Οφθαλμικής Φλεγμονής και Παθολογίας Οφθαλμού τόνισε ότι πολλές φορές ο Οφθαλμίατρος συνεργάζεται με ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, όπως Ρευματολόγοι ή Παιδίατροι, τόσο για την ολοκληρωμένη διάγνωση της νόσου, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών παρουσιάζει και άλλα νοσήματα, τα οποία προκαλούν ραγοειδίτιδα, όσο και για τη θεραπεία.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει μειωθεί το ποσοστό των ασθενών που τυφλώνονται εξ αιτίας της ραγοειδίτιδας, τόσο λόγω της καλύτερης συνεργασίας μεταξύ των ιατρών όσο και της χρήσης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων».