Quantcast

Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου: «Η λειτουργία των τραπεζών με δύο μέτρα και δύο σταθμά δεν ευνοεί την επιχειρηματικότητα»

Αντιμετωπίζεται ο πληθωρισμός με αύξηση των επιτοκίων δανεισμού; Γιατί δεν αυξάνονται παράλληλα και τα επιτόκια καταθέσεων; Τι επιπλέον χρήματα καλούνται να πληρώσουν οι δανειολήπτες;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτουν οι επιχειρήσεις που απειλούνται από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά αλλά και τα νοικοκυριά που πλήττονται από την ακρίβεια και εκφράζουν έντονη αγωνία για το πως θα εξελιχθεί η υφιστάμενη κατάσταση.

Σε ό,τι αφορά τους δανειολήπτες, αυτή η επιπλέον μηνιαία επιβάρυνση από την αύξηση των επιτοκίων, μπορεί να αποτελέσει την αιτία για μελλοντικό «κοκκίνισμα» του δανείου τους. Και βλέπουμε όλοι ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές συνέπειες. Άγχος, αγωνία, προσπάθεια για ρύθμιση οφειλής με την τράπεζα που έχει χορηγήσει το δάνειο, μέχρι και πιθανό κίνδυνο πλειστηριασμού. Ακόμα και αν το χρέος είναι λίγες χιλιάδες ευρώ, η αδυναμία εξόφλησης του μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια περιουσιακών στοιχείων, όπως είδαμε και πολύ πρόσφατα. 

Η αύξηση των επιτοκίων «τορπιλίζει» στην ουσία την προσπάθεια για ανάπτυξη και παράλληλα, πλήττει έντονα την επιχειρηματικότητα αφού μειώνει περαιτέρω τις δυνατότητες κατανάλωσης των πολιτών οι οποίοι ήδη καλούνται να αντιμετωπίσουν το σφοδρό κύμα ακρίβειας.

Και όσο η κατανάλωση συνεχίζει να κινείται υποτονικά, τόσο αυξάνονται ο κίνδυνος βιωσιμότητας για τις επιχειρήσεις. Οι χαμηλοί τζίροι ήδη δεν αφήνουν περιθώριο για την κάλυψη βασικών αναγκών, όπως την πληρωμή λογαριασμών ενέργειας. Πως θα μπορέσουν οι μικρομεσαίοι να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις του με περισσότερα βάρη στην πλάτη τους;

Από την άλλη οι τράπεζες, χωρίς να χάσουν καθόλου χρόνο, εναρμονίζονται με τις αυξήσεις των επιτοκίων δανεισμού, αλλά συνεχίζουν να κρατούν σε σχεδόν μηδαμινά επίπεδα τα επιτόκια καταθέσεων. Δύο μέτρα και δύο σταθμά δηλαδή από τις τράπεζες, οι οποίες δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ανακεφαλαιοποιήθηκαν από το υστέρημα του ελληνικού λαού.

Μία αύξηση των επιτοκίων στις καταθέσεις θα βελτίωνε την ψυχολογία της αγοράς και θα έφερνε έναν άλλο «αέρα» που θα ανέπνεαν τόσο η κοινωνία και η αγορά και θα δημιουργούσε διαφορετικές προοπτικές, κόντρα στις δυσκολίες και τις χειρότερες προβλέψεις που φέρνει η ενεργειακή κρίση με τη φτώχεια να επηρεάζει σχεδόν τα πάντα. 

Αν επομένως οι τράπεζες ανοίξουν αυτή τη συζήτηση και παράλληλα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και ρίξουν χρήμα για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, τότε πραγματικά μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο το επιχειρηματικό περιβάλλον. Και θεωρούμε βέβαιο ότι θα τονώσει τους τζίρους, κάτι που έχουν απόλυτη ανάγκη όχι μόνο οι μικρομεσαίοι αλλά συνολικά η οικονομία μας ώστε να ξεπεράσει με τις μικρότερες δυνατές απώλειες τον σκόπελο της ακρίβειας.