Ο κορωνοϊός, οι προφητείες και τα μαγικά ξόρκια!

Στην εποχή της πανδημίας και της αβάσταχτης καραντίνας η πλειονότητα των Ελλήνων στράφηκε στην τηλεόραση για γρήγορη ενημέρωση σχετικά με την πορεία εξάπλωσης του φονικού ιού, αλλά και στο διαδίκτυο για να «ψαρέψει» προφητείες, σενάρια συνωμοσίας και μαγικά μαντζούνια για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού. Στις αρχές της καραντίνας, σύμφωνα με τις μετρήσεις, πάνω από 8,5 εκατομμύρια Ελληνες ήταν καρφωμένοι μπροστά στους τηλεοπτικούς τους δέκτες για πάνω από 9 ώρες την ημέρα είτε για να ενημερωθούν για την πρωτοφανή τραγωδία, είτε για να... ψυχαγωγηθούν! Λίγες ημέρες αργότερα χτύπησε συναγερμός στις μεγαλύτερες ιντερνετικές δυνάμεις του κόσμου, που ξεκίνησαν εκστρατεία εναντίον της παραπληροφόρησης που διαπιστώθηκε στο διαδίκτυο. Για να καταπολεμήσουν τις ψεύτικες ειδήσεις, τις «θαυματουργές» θεραπείες και τις παραπλανητικές διαφημίσεις προϊόντων αμφιβόλου ποιότητας. Θα αναρωτηθεί κανείς τι σχέση μπορεί να έχουν τα παραπάνω στοιχεία. Κι όμως έχουν και δεν είναι άλλη από τον εθισμό του Ελληνα στη γρήγορη πληροφορία, για να αποφύγω χαρακτηρισμούς όπως πρόχειρη, παραπλανητική ή ανεύθυνη. Και όπως όλοι οι εθισμοί έτσι και αυτός είναι άκρως επικίνδυνος και πρέπει να προβληματίσει τόσο την κοινωνία μας, που πάντα βιάζεται, και στο τέλος αποδεικνύεται ότι σπαταλά τον χρόνο της κυνηγώντας την ουρά της όσο και τον πολιτικό κόσμο, που για μικροκομματικά συμφέροντα «βολεύεται» με την αφασία των πολιτών που επιλέγουν να απέχουν από τα πολιτικά δρώμενα. Βολεύει τους πολιτικούς οι πολίτες να επιλέγουν την επιφανειακή ενημέρωση και όχι την ουσιαστική πληροφόρηση. Σε αυτό το «παιχνίδι» καθοριστικός είναι ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης, τα οποία, είτε θέλουν κάποιοι, είτε όχι, δεν βράζουν στο ίδιο καζάνι. ?εν ταιριάζει σε όλα η ίδια «λεζάντα». Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Και οι εφημερίδες είναι μία από αυτές, συμβάλλοντας, ιδιαίτερα στις δύσκολες εποχές όπως αυτές που ζούμε, στη σωστή και αντικειμενική πληροφόρηση. Χωρίς κραυγές! Πολλοί θα βιαστούν να υποστηρίξουν ότι η εφημερίδα είναι ένα γερασμένο, απαξιωμένο, ξεπερασμένο και κουραστικό μέσο ενημέρωσης. Επίσης ότι οι εποχές άλλαξαν, ότι οι ρυθμοί της ζωής δεν επιτρέπουν χάσιμο χρόνου για το διάβασμα κάποιας εφημερίδας. Ισως και να έχουν δίκιο. Αλλωστε στα υπέρ τους έχουν τα στοιχεία που δείχνουν την αύξηση της τηλεθέασης και της επισκεψιμότητας στις ιστοσελίδες. Χωρίς πρόθεση μηδενισμού και ίχνος συντεχνιακής εμμονής εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι σωστή και ολοκληρωμένη ενημέρωση δεν παρέχεται όσες ώρες κι αν κάτσει κάποιος μπροστά στην τηλεόραση, αφού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπου οι δημοσιογράφοι σέβονται τον ρόλο τους και την υπογραφή τους, θα παρακολουθήσει πανομοιότυπα ρεπορτάζ. Θα ακούσει τα ίδια πρόσωπα που θα επαναλαμβάνουν όσα είχαν πει την προηγούμενη ημέρα σε κάποιον άλλο σταθμό ή, ακόμα χειρότερα, όσα είχαν πει νωρίτερα σε άλλη εκπομπή του ίδιου καναλιού. Αυτού του είδους η ενημέρωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ουσιαστική και μάλιστα σε μια δύσκολη εποχή όπου η πληροφορία είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Στο διαδίκτυο η εικόνα είναι ακόμα χειρότερη, αφού οι περισσότερες δημοσιεύσεις είναι πρόχειρες αν όχι παραπλανητικές γιατί δεν «πουλάνε» η ανάλυση και η αντικειμενικότητα, αλλά ο ευφάνταστος τίτλος που θα προκαλέσει τους περίεργους και θα φέρει «πελάτες». Και γι’ αυτό στην εποχή της πανδημίας οι μεγάλες ιντερνετικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να συμμαχήσουν για να χτυπήσουν την παραπληροφόρηση. Για να μπει ένα τέλος στις ψεύτικες ειδήσεις με όποιο κόστος για τους ίδιους. Και αυτό τα λέει όλα και περιττεύει κάθε άλλος σχολιασμός. Ας αναλογιστούν όλοι τις ευθύνες τους και για κάτι ακόμα. Επειδή η εμφάνιση του κορωνοϊού μπορεί να είναι μόνο η αρχή ενός θρίλερ διαρκείας, κανείς δεν δικαιούται να παίζει με τις ανθρώπινες ζωές. Κανείς δεν μπορεί να παίζει με τον θάνατο για να αυξήσει την τηλεθέαση ή την επισκεψιμότητα στα σάιτ.

Η πανδημία δεν είναι σίριαλ που με ελάχιστο κόστος θα φέρει μεγάλα κέρδη στους ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών καναλιών και των ιστοσελίδων. Τουλάχιστον δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο, γιατί το κέρδος θα αποδειχθεί πολύ μικρότερο από τη ζημιά που θα έχει προκληθεί στην κοινωνία. Σε μια κοινωνία που μαθαίνει να αμφισβητεί τα πάντα, ακόμα και την αλήθεια. Ο κάθε Ελληνας έχει τη δική του αλήθεια και αυτή παραδέχεται, όπως, για παράδειγμα, αυτό που ζούμε όλοι στην περίοδο της καραντίνας που όλοι ψάχνουν την κατάλληλη δικαιολογία για να βγουν από τις «φυλακές» τους που οι ίδιοι έφτιαξαν. Για να πάνε κόντρα στο σύστημα. Για να κάνουν την «επανάστασή» τους. Η έντυπη δημοσιογραφία, όσο κι αν θεωρείται γερασμένη και παλιομοδίτικη, αποδεικνύεται η πιο έντιμη σε μια ακόμα δύσκολη εποχή. Στη μάχη κατά του κορωνοϊού οι εφημερίδες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, σέβονται την είδηση και τους αναγνώστες τους. Είναι μέσο ουσιαστικής ενημέρωσης που τόσο έχουν ανάγκη οι πολίτες. Και αυτό πρωτίστως πρέπει να το αντιληφθεί ο πολιτικός κόσμος της χώρας που με τόσο κόπο προσπάθησε και προσπαθεί να απαξιώσει την προσφορά των εντύπων, ποντάροντας στη διαμόρφωση μιας «μονόφθαλμης» κοινωνίας. Μιας κοινωνίας «κολλημένης» στην εικόνα και στον τίτλο που θα αποστρέφεται την ουσία και την ανάλυση. Μιας κοινωνίας που δεν θα διαβάζει, που δεν θα προβληματίζεται για τα κοινά παρά μόνο για τον χρόνο που ποτέ δεν περισσεύει. Μιας κοινωνίας που θα συνηθίζει στους αριθμούς. Οπως τώρα με τα θύματα από τον κορωνοϊό, όπως παλαιότερα με τους νεκρούς από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, από τις πλημμύρες στη Μάνδρα και πριν από χρόνια με τους σεισμούς στην Αττική και αλλού. Μιας κοινωνίας που δεν θα ξέρει να αναζητεί το «γιατί» γίνονται όλα αυτά. Οχι τους αόρατους συνωμότες, αλλά τους αληθινούς υπεύθυνους. Αυτούς που θέλουν να ξεχαστούν με το πάτημα ενός κουμπιού είτε της τηλεόρασης είτε του κομπιούτερ. Αυτούς που θέλουν να μην αφήσουν ίχνη στην ιστορία για τα έργα και τις παραλείψεις τους.