Η πολιτική δεν είναι Eurovision!

Ηρθαν για να αντικαταστήσουν τα πολιτικά «μπαλκόνια» και τις προεκλογικές συγκεντρώσεις στις πλατείες με τους μεταφερόμενους χειροκροτητές. Ηρθαν για να αναβαθμίσουν τον πολιτικό διάλογο και να συμβάλλουν στην καλύτερη ενημέρωση των πολιτών. Ηρθαν για να αλλάξουν τους κανόνες του προεκλογικού παιχνιδιού και τελικά το μόνο που κατόρθωσαν είναι να επιβεβαιωθεί πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός!

Ο λόγος για τις τηλεμαχίες των πολιτικών αρχηγών, τα γνωστά πλέον σε όλους debate, οι οποίες, πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, απασχολούν την κοινή γνώμη περισσότερο για το πώς θα διεξαχθούν και για το ποιοι θα πάρουν μέρος και πολύ λιγότερο για το τι θα ειπωθεί από τους πολιτικούς. Απασχολούν περισσότερο για τις ενδυματολογικές επιλογές των πολιτικών ηγετών, για τις γκριμάτσες τους ή τα σαρδάμ τους και πολύ λιγότερο για τις απαντήσεις που δίνονται για τα καυτά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία.

Ηρθαν στις αρχές του 1990 ως καινοτομία της πολιτικής ζωής, αλλά εξελίχθηκαν σε πολιτική «πασαρέλα». Σε έναν πρωτότυπο διαγωνισμό ταλέντων με παίκτες τους πολιτικούς αρχηγούς και κριτές τους τηλεθεατές, οι περισσότεροι από τους οποίους τον παρακολουθούν με συνοδεία πίτσας και μπίρας όπως τον διαγωνισμό της Eurovision.

Ας μην κρυβόμαστε, οι προεκλογικές τηλεμαχίες των πολιτικών δεν έφεραν την επανάσταση στο πολιτικό σκηνικό, ούτε άλλαξαν το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου. Ενός διαλόγου που ποτέ δεν γίνεται, αφού η διαδικασία εξελίσσεται σε παράλληλους μονολόγους, γιατί οι πολιτικοί μας φοβούνται να συζητήσουν μεταξύ τους μπροστά σε κόσμο. Φοβούνται να αντιπαραθέσουν τις απόψεις τους μήπως και γίνει αντιληπτό ότι επί της ουσίας συμφωνούν σε περισσότερα από αυτά που διαφωνούν. Φοβούνται να απαντήσουν στην όποια πρόκληση αντιπάλου τους μήπως «παγιδευτούν» και θολώσει η εικόνα τους.

Μαθαίνουν «παπαγαλία» το μάθημά τους και το απαγγέλλουν με τη σειρά που το αποστήθισαν ανεξάρτητα από την ερώτηση που δέχονται. Δίνουν τη δική τους παράσταση, όχι για να κερδίσουν ψηφοφόρους, αλλά για να μη χάσουν και αυτούς που έχουν. Τρομάζουν μπροστά στο ενδεχόμενο να πουν κάτι λιγότερο ή περισσότερο απ’ όσα τους έχουν μάθει στο φροντιστήριο οι συμβουλάτορες.

Οι πολιτικοί αρχηγοί στη «μητέρα των μαχών» κάθε προεκλογικής περιόδου δεν είναι αληθινοί. Ερμηνεύουν όσο πιο πειστικά μπορούν τον ρόλο τους. Αποφεύγουν τις κακοτοπιές λέγοντας μισές αλήθειες, ακόμα και ψέματα. Κρύβουν τις αδυναμίες τους πίσω από βαρύγδουπες λέξεις και δυσνόητα τσιτάτα, άσχετα ως επί το πλείστον με το θέμα. Αγωνιούν για την εικόνα και το χειροκρότημα και όχι για το πώς θα ενημερωθεί σωστά η κοινή γνώμη για το πώς θα κυβερνηθεί ο τόπος και θα βελτιωθεί η ζωή των πολιτών.

Ο θεσμός της τηλεμαχίας των πολιτικών αρχηγών έχει αποτύχει. Και γι’ αυτό ευθύνονται οι ίδιοι που θέλουν τα πάντα υπό τον έλεγχό τους για να αποφύγουν το μοιραίο λάθος. Το λάθος που συνήθως γίνεται όταν κάποιος προσπαθεί να αλλοιώσει την αλήθεια. Οταν οι απαντήσεις κρύβουν σκοπιμότητες και δεν είναι ειλικρινείς.

Στο debate της 1ης Ιουλίου οι πολιτικοί ηγέτες του τόπου έχουν μια ακόμα ευκαιρία να δείξουν στους πολίτες το αληθινό τους πρόσωπο. Τις ιδέες τους για το σήμερα και κυρίως για το αύριο της χώρας. Να παρουσιάσουν τα προγράμματά τους για τα μεγάλα θέματα που δεν είναι μόνο η μείωση των φόρων και τα επιδόματα στους συνταξιούχους. Είναι τα εθνικά ζητήματα που αναθερμαίνονται επικίνδυνα, η αντιμετώπιση της ανεργίας, η προσέλκυση επενδυτών, η προστασία των εργαζομένων, η κλιματική αλλαγή, το μεταναστευτικό, το δημογραφικό και η σωτηρία της δημόσιας υγείας και της παιδείας που ισοπεδώθηκαν από τα μνημόνια και τις ακροβασίες των αρμόδιων υπουργών.

Για όλα αυτά οφείλουν να μιλήσουν. Οχι με τίτλους και συνθήματα. Αλλά καταθέτοντας συγκεκριμένες θέσεις, προτάσεις και χρονοδιαγράμματα για να κερδίσουν τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών και να επιλέξουν την κάλπη από την κοντινή παραλία. Και ας μην ξεχνούν ότι τις εκλογές δεν τις κερδίζουν οι γραβάτες και τα πλατιά χαμόγελα. Αλλά η αποφασιστικότητα να λυθούν προβλήματα που οι ίδιοι οι πολιτικοί δημιούργησαν και που βασανίζουν έναν ολόκληρο λαό.