Δεν πρέπει να χαθεί κι αυτή η ευκαιρία

Ο τουρισμός, εύστοχα ή άστοχα, έχει θεωρηθεί στη χώρα μας ως η βαριά βιομηχανία της. Ως μια αστείρευτη πηγή πλούτου που θα μετατρέψει την Ελλάδα σε «γη της επαγγελίας». Αυτόν τον πολυετή μύθο ήρθε και τον κατέρριψε μια πανδημία, που βρήκε το παγκόσμιο σύστημα παντελώς απροετοίμαστο να την αντιμετωπίσει, με αποτέλεσμα και το ελληνικό τουριστικό προϊόν να μείνει στο «ράφι» απούλητο.

Επειτα από δέκα χρόνια μνημονίων και κοινωνικής εσωστρέφειας που οδήγησαν στην εθνική μιζέρια, αποδείχθηκε ότι ο τουρισμός είναι τραγικά ευάλωτος και πως η οικονομία δεν είναι εύκολο να απαλλαχθεί από τα κατάλοιπα της χρεοκοπίας.

Ταυτόχρονα η έλευση του κορωνοϊού απέδειξε περίτρανα ότι από το 2009 και μετά καμία κυβέρνηση δεν είδε την οικονομική καταστροφή ως ευκαιρία. Οχι ως ευκαιρία να δημιουργηθούν νέα οικονομικά τζάκια ή να αναρριχηθούν στην εξουσία «λαμόγια» και διεφθαρμένοι. Αλλά ως ευκαιρία αλλαγής οικονομικού μοντέλου. Να σταματήσει το φορολογικό «πάρε-δώσε» των κυβερνώντων με τους επιχειρηματίες και τους πολίτες. Να σταματήσει η «οικονομική μονοκαλλιέργεια» που ήταν και είναι ο τουρισμός. Ως ευκαιρία να απαλλαχθεί η χώρα από τις κακοδαιμονίες του παρελθόντος και να γίνουν οι αλλαγές που απαιτούνται για να εφαρμοστεί ένα ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο θα αντέχει στους τριγμούς που προκαλούνται επειδή στηρίζεται μόνο σε ένα πόδι.

Συνοπτικά: Η Ελλάδα την εποχή των μνημονίων έχασε τα πάντα, μέχρι και την αξιοπρέπειά της. Αλλά πάνω απ’ όλα έχασε την ευκαιρία για ανασυγκρότηση και ανασύνταξη.

Αποτέλεσμα; Στην πρώτη δυσκολία, από το «?όξα σοι ο Θεός» επανήλθαμε στο «βόηθα Παναγιά». Και, το χειρότερο, η πλειονότητα των πολιτών αποδέχθηκε ως φυσιολογικές τις εξελίξεις στην οικονομία, ακόμη και την έκρηξη της ανεργίας, αλλά και τις ανατροπές που συντελούνται στις εργασιακές σχέσεις.

Ολα αυτά τα χρόνια, οι κυβερνώντες επαναπαύτηκαν πάνω στο χρήμα που φέρνει και ξοδεύει ο τουρίστας και στην πραγματικότητα απαξίωσαν τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας. Τομείς όπως η εκμετάλλευση της γης, η κτηνοτροφία, η αλιεία και οι υπόλοιποι κλάδοι του πρωτογενούς τομέα που από τη δεκαετία του ’80 αποτελούν αναπτυξιακό εργαλείο που μπορεί να στηρίξει, κυρίως με τις εξαγωγές, τα κρατικά ταμεία, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν αξιοποιήθηκε για λόγους συμφερόντων και πολιτικής ατολμίας. Τα τελευταία 40 χρόνια το μόνο που έχει αλλάξει στον πρωτογενή τομέα είναι να λιγοστεύουν οι αγρότες, να εγκαταλείπονται αγροτικές εκτάσεις και να ερημώνει η ελληνική περιφέρεια. Οι νέοι φεύγουν για ένα ίσως ευκολότερο μεροκάματο στα νησιά, επιβεβαιώνοντας την πολιτική πρόβλεψη «ότι όλοι θα γίνουμε γκαρσόνια της Ευρώπης». Και μπορεί το μεροκάματο στον τουρισμό να βγαίνει πιο εύκολα από ό,τι στο χωράφι, αλλά δεν παύει να είναι μεροκάματο. Αντίθετα, εάν είχαν μείνει στον τόπο τους και είχαν τη σωστή καθοδήγηση και στήριξη, θα είχαν τη δυνατότητα να μετατραπούν από εργάτες γης σε επιχειρηματίες αξιοποιώντας και τις νέες τεχνολογίες. Αρκεί η πολιτεία να αποτελεί στήριγμα και όχι εμπόδιο για να αποκτήσει η χώρα έναν υγιή και ισχυρό πρωτογενή τομέα που δεν θα επιβιώνει με επιδοτήσεις και δάνεια.

Η ευκαιρία, όμως, χάθηκε και για τη βιομηχανία. Τα «φουγάρα» που εξακολουθούν να καπνίζουν είναι ελάχιστα. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην επιφυλακτικότητα των επιχειρηματιών. Οφείλεται, κυρίως, στην ανυπαρξία «βιομηχανικού χάρτη», ώστε να είναι ξεκάθαρο τι είδους επενδύσεις θέλουμε και πού τις θέλουμε. ?υστυχώς, όλα τα χρόνια, αντί ο πολιτικός κόσμος να προσπαθεί να αντιμετωπίσει το χάος που επικρατεί στις επενδύσεις, το ενισχύει με νέα νομοθετήματα που μπερδεύουν αντί να απλοποιούν.

Θα μπορούσαν να είχαν γίνει πολλά, αλλά η προχειρότητα και η «επιλογή» των κομμάτων να σκέφτονται τη δική τους επιβίωση και όχι την πολύπλευρη ανάπτυξη της χώρας οδήγησαν σε νέα αδιέξοδα. Τρανταχτό παράδειγμα των αποτυχημένων πολιτικών είναι η πολύχρονη περιπέτεια της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης που δεν λέει να τελειώσει. Οχι μόνο για να βρουν δουλειά χιλιάδες άνθρωποι, αλλά και γιατί είναι απαράδεκτο μια χώρα που κυριαρχεί στις θάλασσες να «επιτρέπει» στους εφοπλιστές της να χτίζουν καράβια σε ναυπηγεία της νοτιοανατολικής Ασίας.

Επειδή κάποια στιγμή θα πρέπει να αποδίδονται άμεσα οι ευθύνες και όχι να χάνονται στον χρόνο, ο πολιτικός κόσμος πρέπει να αναμετρηθεί με τα λάθη του. Γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί ο «άγνωστος Χ» εάν πρώτα δεν λυθεί η εξίσωση. Και η εξίσωση είναι ένα βιώσιμο αναπτυξιακό σχέδιο που να μην «πατά» μονάχα σε μια βάρκα, όπως π.χ. ο τουρισμός, γιατί στη φουρτούνα θα βουλιάξει. Πολιτική βούληση χρειάζεται και η πρόθεση των πολιτικών να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι. Να συμφωνήσουν σε μια εθνική στρατηγική. Να σταματήσουν τα «μπαλώματα» και τα κομματικά τερτίπια.

Στη μάχη κατά του κορωνοϊού τα κόμματα έδειξαν υπευθυνότητα που είχε αντίκρισμα στην κοινωνία. Γιατί, λοιπόν, να μη σταματήσουν τη διχαστική πολιτική που ευθύνεται για τις περιπέτειες της χώρας και της κοινωνίας;