Κόκκινη κάρτα στον διχασμό!

Στερούνται σοβαρότητας οι απόψεις ότι η χώρα κινδύνευσε ή κινδυνεύει να κοπεί στα δύο εξαιτίας των διαφορών που έχουν δύο ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες ή ότι απειλείται με εθνικό διχασμό επειδή τα συμφέροντα κάποιων επιχειρηματιών συγκρούονται. Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που η χώρα κινδυνεύει να κοπεί στα δύο για χάρη του ποδοσφαίρου. Προηγήθηκε η σύγκρουση του «κράτους των Αθηνών» με τον θεσσαλικό κάμπο στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν οι οπαδοί της Λάρισας αντέδρασαν δυναμικά για την αφαίρεση βαθμών από την ομάδα και απέκλεισαν την εθνική οδό και τη σιδηροδρομική γραμμή.

Από τότε πέρασαν πάνω από τρεις δεκαετίες. Αλλαξαν πολλά στο ποδόσφαιρο. Γράφτηκαν νέοι νόμοι, πιο αυστηροί. Εκσυγχρονίστηκε το σύστημα, για να αναβαθμιστεί το άθλημα και για να προστατευτούν οι αγνοί φίλαθλοι και οι ομάδες από τους «κανίβαλους» που τους παρουσιάζουν ως οπαδούς. Αλλαξαν πολλά, αλλά δυστυχώς μόνο στα χαρτιά, γιατί στην πραγματικότητα όλα παραμένουν ίδια, αν όχι και χειρότερα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αναστενάζει στα γήπεδα, όπως λέει και ο Διονύσης Σαββόπουλος, όχι όμως για την μπάλα και το θέαμα, αλλά για τα συμφέροντα των παραγόντων. Των μεγάλων και των μικρών που, πληρώνοντας σχετικά φθηνά, απέκτησαν προσωπικούς στρατούς, έτοιμους να καταστρέψουν, να χτυπήσουν και για να χτυπηθούν για τα χρώματα της φανέλας αλλά και για τον «πρόεδρο» εάν τύχει και θιχτούν οι όποιες δραστηριότητές του, νόμιμες ή παράνομες, εντός ή εκτός του αγωνιστικού χώρου.

Η Ελλάδα του 21ου αιώνα, που δεν έχει προλάβει καλά-καλά να βγει από τα μνημόνια, που ακόμα αγκομαχά για να αναστηλώσει την οικονομία της, που της αμφισβητούνται κυριαρχικά της δικαιώματα, που βουλιάζει από το τσουνάμι των προσφύγων και των μεταναστών, απειλείται με έναν ιδιόμορφο «εμφύλιο», που, εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα και ριζικά, μπορεί ακόμα και να ανατρέψει το υπάρχον πολιτικό σκηνικό.

Επειδή, όμως, κάποια στιγμή σε αυτή την ταλαιπωρημένη χώρα πρέπει να επιστρέψει η σοβαρότητα, ας μπει τώρα μια τελεία στην παραφροσύνη. Γιατί περί τρέλας πρόκειται να βρίζονται, να μαχαιρώνονται ή να χτυπιούνται με λοστούς μέχρι θανάτου άνθρωποι, επειδή η ομάδα που υποστηρίζουν έχασε δίκαια ή άδικα έναν αγώνα. Γιατί περί τρέλας πρόκειται όταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου ασχολείται με το ποια ομάδα θα υποβιβαστεί, επειδή δεν τηρήθηκαν οι κανόνες ή παρερμηνεύτηκαν οι νόμοι. Γιατί περί τρέλας πρόκειται όταν χούλιγκαν ή «μισθοφόροι» αναστατώνουν μια γειτονιά, μια πόλη και μια ολόκληρη χώρα. Οταν κάποιοι «αγανακτισμένοι οπαδοί» κλείνουν δρόμους, βάζουν φωτιές, καταστρέφουν περιουσίες και θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, επειδή πιστεύουν ότι αδικήθηκαν.

Οι ίδιοι; Οχι! Οι οικογένειές τους; Οχι! Η ομάδα ίσως αδικήθηκε και τα συμφέροντα του όποιου «προέδρου» ίσως κινδύνευσαν. Αυτά τα συμφέροντα τους οπλίζουν τα χέρια και απειλούν να κόψουν τη χώρα στα δύο και απαγορεύουν σε πολιτικούς να περάσουν τα «σύνορα της επικράτειάς» τους και τραμπουκίζουν υπουργούς κ.λπ.

Το βασικό όπλο που χρησιμοποιούν οι παράγοντες για να παρανομούν και να αποπροσανατολίζουν την κοινωνία είναι το «πολιτικό κόστος». Ο φόβος και ο τρόμος του πολιτικού κόσμου. Κόμματα, πολιτικοί και κυβερνήσεις πανικοβάλλονται στο ενδεχόμενο να στραφούν εναντίον τους οι οπαδοί κάποιας ομάδας. Μπορεί να αδιαφορούν ή και να αντιταχθούν στα αιτήματα εργαζομένων που υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους, αλλά όχι σε αυτά των οπαδών. Και όσο πολυπληθέστεροι είναι οι φίλαθλοι μιας ομάδας τόσο περισσότερο εισακούονται τα αιτήματά τους και αλλάζουν νόμοι σε μια νύχτα και πετιούνται στο καλάθι των αχρήστων οι κανόνες.

Αυτόν τον φόβο των πολιτικών εκμεταλλεύονται ορισμένοι παράγοντες, που δήθεν αγαπούν τον αθλητισμό, για να ελέγχουν την εξουσία και να «τρομοκρατούν» το πολιτικό σύστημα όχι με δυναμίτες ή ρουκέτες, αλλά με «ανθρώπινες βόμβες» έτοιμες να εκραγούν με το πρώτο νεύμα του «προέδρου».

Ολο αυτό το μουχλιασμένο σύστημα πρέπει να καθαρίσει και να απολυμανθεί ο χώρος του ποδοσφαίρου. Και για να γίνει αυτό, απαιτείται πολιτική τόλμη. Νόμοι υπάρχουν και γράφονται και καινούργιοι, όμως δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα εάν εφαρμόζονται επιλεκτικά επειδή βουλευτές, υπουργοί και πρωθυπουργοί φοβούνται να συγκρουστούν με τους παράγοντες.

Μέχρι σήμερα όλες οι κυβερνήσεις εύκολα λένε «όχι» στο αίτημα των συνταξιούχων για αύξηση της πενιχρής τους σύνταξης, αλλά πολύ δύσκολα στα αιτήματα, όσο παράλογα κι αν είναι, των ομάδων και των μεγαλομετόχων τους.

Αυτός ο παραλογισμός πρέπει να σταματήσει όσο ακριβά κι αν κοστίσει στο πολιτικό σύστημα, έστω κι αν η Ελλάδα, για κάποιο χρονικό διάστημα, δεν θα μπορεί να «αναστενάζει τις Κυριακές στα γήπεδα». Και για να μην μπερδευόμαστε με τις λέξεις: Η κυβέρνηση οφείλει τώρα να κατεβάσει τους διακόπτες του ποδοσφαίρου έως ότου καθαρίσει η ατμόσφαιρα από τη δυσοσμία.