Ο Αλέξης, οι συμμαχίες και η... κομματική κατάθλιψη

Ο ανασχηματισμός προσώπων, που έχει αναδειχθεί σε μεγάλο στοίχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι παρά ένα ακόμα «μπάλωμα» στο «πανωφόρι» της Αριστεράς. Αυτό που έχει άμεσα ανάγκη το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι η παραγωγή και η ανάδειξη νέων ιδεών, που θα αφορούν το σύνολο του λαού, αλλά κυρίως εκείνους που αποτελούν θύματα των μνημονίων. Εκεί πάσχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Στην παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου και εφικτού οράματος. Και όσοι επιχειρούν να επιβάλουν την άποψη ότι το κυριότερο ζήτημα του κόμματος είναι η ανανέωση των προσώπων απλά επιδιώκουν να θολώσουν την εικόνα που δημιούργησε στους ψηφοφόρους του η ιστορική κυβίστηση από την Αριστερά προς το Kέντρο. Αυτό είναι το πραγματικό «αγκάθι» και όσα λέγονται περί μετασχηματισμού και ίδρυσης ενός νέου πολιτικού φορέα με την πινακίδα να γράφει «προοδευτικό» ακούγονται για τους πολίτες ως απλά... φληναφήματα!

Οταν το 2014 αρκετά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονταν ότι η ροή των εξελίξεων οδηγούσε το κόμμα στην εξουσία, κεραυνοβολούσαν τα περισσότερα από τα πρόσωπα που σήμερα, κατά την Κουμουνδούρου, σηματοδοτούν τη διεύρυνση. Τότε ήταν «πολιτικά γηρασμένα». «Προσκυνημένα» στις δυνάμεις των μνημονίων. Το 2020 έγινε το «πολιτικό θαύμα», άλλαξαν πολλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, στον δρόμο για επιστροφή στην εξουσία, επέλεξε -εκτός από τις θέσεις του τρένου- να γεμίσει και τη... σκευοφόρο, χωρίς καμία αξιολόγηση.

Και τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι γιατί ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του, όταν έτρεχαν για το Μέγαρο Μαξίμου, δεν προσκαλούσαν κόμματα και ανεξάρτητα στελέχη της Κεντροαριστεράς για να συμπορευτούν, έτσι ώστε να υλοποιηθεί η διεύρυνση; Γιατί, όταν βρίσκονταν στην κορυφή, κοιτούσαν όλους τους άλλους από ψηλά, απορρίπτοντας όσα έλεγαν ή πρότειναν οι υπόλοιποι; Τότε θα ήταν αληθινή η πρόθεση για «πολιτικά ανοίγματα» και όχι σήμερα, που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι για να επιστρέψουν στην εξουσία χρειάζονται και τη στήριξη κομμάτων και αυτόνομων κινήσεων της Κεντροαριστεράς.

Εάν στην Κουμουνδούρου πιστεύουν στη διεύρυνση, ας κάνουν την υπέρβαση του «ισχυρού παίκτη». Ας προτείνουν τη δημιουργία ενός φορέα και για την ηγεσία του να επιλέξουν μια αδιαμφισβήτητη προσωπικότητα και ας προχωρήσουν με σταθερά βήματα σε μια συνεργασία μακράς διάρκειας και όχι με ημερομηνία λήξης. Χωρίς προχειρότητες και πολιτική ανωριμότητα. Ας αντιληφθούν ότι, όσο υπάρχουν πολλές «κεφαλές», δεν είναι εύκολο να πετύχουν κινήσεις συνεργασίας. Ας καταλάβουν ότι ουσιαστική διεύρυνση δεν επιτυγχάνεται με πρόσωπα που από λάθος ή από συμφέρον περιφέρονται στις παρυφές της Κεντροαριστεράς.

Ολον αυτόν τον «πολύχρωμο στρατό», που δημιουργείται στον ΣΥΡΙΖΑ για να μειωθεί η ψαλίδα με τη Ν.Δ., πιστεύει ο Αλ. Τσίπρας ότι μπορεί να τον ελέγξει. Βάζει όρια και στέλνει μηνύματα για να συγκρατήσει τους ομαδάρχες που αυξάνονται στο κόμμα σαν τις χρυσόμυγες και οι οποίοι είναι έτοιμοι με την πρώτη ευκαιρία να του τραβήξουν το χαλί ή να του στήσουν παγίδες, όπως πρόσφατα με τη διαφήμιση που εμφανίζει τους δημοσιογράφους να μαζεύουν πενηντάευρα από εκείνα που «μοιράζει» η κυβέρνηση στα μέσα ενημέρωσης. Αστοχη έμπνευση για διασυρμό του δημοσιογραφικού κόσμου ή «τρικλοποδιά» στον Αλ. Τσίπρα; Ενα ακόμα λάθος της αυλής της Κουμουνδούρου είναι η προσπάθεια να παρομοιαστεί η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ με αντίστοιχες κινήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80. Επιχειρούν να συγκρίνουν τη σημερινή «στρατολόγηση» του ΣΥΡΙΖΑ με την ένταξη στο τότε ΠΑΣΟΚ πολιτικών προσωπικοτήτων όπως ο θρυλικός καπετάνιος του ΕΛΑΣ Μάρκος Βαφειάδης, ο Ιωάννης Μπούτος, εκφραστής της Κεντροδεξιάς και υπουργός κυβερνήσεων της Ν.Δ., αλλά και ο αγωνιστής της Αριστεράς Αντώνης Μπριλλάκης. Αυτές τις πολιτικές κινήσεις έκανε τότε ο Ανδρέας και κέρδιζε στην πολιτική ρουλέτα. Την ίδια στιγμή, όμως, απέλυε κυβερνητικά στελέχη «εν πτήσει» και κατέβαζε από το «πράσινο τρένο» όποιον δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον πολιτικό του βηματισμό.

Ο Αλ. Τσίπρας πρέπει να αντιληφθεί ότι, εάν γίνει μέρος της «κομματικής κατάθλιψης» και της εσωστρέφειας που επικρατεί στην Κουμουνδούρου, τότε έχει χάσει την παρτίδα. Οφείλει να αντιληφθεί ότι δεν κερδίζει με το να γίνει μέρος του προβλήματος. Οτι πρέπει να κάνει το μεγάλο βήμα. Ενα βήμα που θα συνοδεύεται με συγκεκριμένο πρόγραμμα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Για την ανασυγκρότηση μιας χώρας που δεν προλαβαίνει να ξεπεράσει τη μια κρίση και την «χτυπά» η επόμενη. Η χώρα χρειάζεται γενναίες μεταρρυθμίσεις και όχι «ανακύκλωση» αμφιβόλου αποτελέσματος μέτρων.

Η κοινωνία περιμένει πρόθυμα το καινούργιο. Περιμένει τη «νέα Αλλαγή» κοντά μισό αιώνα μετά την απατηλή του 1981! Περιμένει τις προτάσεις για τη δημιουργία μιας σύγχρονης χώρας με ισχυρό «αποτύπωμα» στην ευρύτερη περιοχή και στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου πρέπει πλέον να μην αποτελεί το «μαύρο πρόβατο» κυρίως εξαιτίας της οικονομικής «αναπηρίας» που κληρονομεί η μια κυβέρνηση στην άλλη, παρά τις υποσχέσεις όλων για την αποκατάστασή της.