ΕΚΠΑ: Ο ρόλος της δεξαμεθαζόνης σε νοσηλευόμενους ασθενείς με κορωνοϊό

Στις 17 Ιουλίου 2020 δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine από τη συνεργατική ομάδα Recovery τα πρώτα αποτελέσματα από τη μελέτη για το ρόλο της δεξαμεθαζόνης σε νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19 (DOI: 10.1056/NEJMoa2021436).

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιωάννης Ντάνασης, Μαρία Γαβριατοπούλου και Θάνος Δημόπουλος, Καθηγητής Θεραπευτικής και Πρύτανης ΕΚΠΑ, συνοψίζουν τα ευρήματα αυτής της μελέτης.

Ο νέος κορωνοϊός έχει συσχετιστεί με εκτεταμένη πνευμονική βλάβη. Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να περιορίσουν τη φλεγμονή που επάγει την πνευμονική βλάβη και ως εκ τούτου να μειώσουν την πιθανότητα εξέλιξης σε αναπνευστική ανεπάρκεια και θάνατο. Η συγκεκριμένη μελέτη ήταν μια ανοιχτή μελέτη που συνέκρινε διάφορους θεραπευτικούς συνδυασμούς σε νοσηλευόμενους ασθενείς με Covid-19 από 176 νοσηλευτικά ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν από του στόματος ή ενδοφλέβια δεξαμεθαζόνη (σε δόση 6 mg μία φορά ημερησίως) για διάστημα 10 ημερών ή να λάβουν μόνο τα συνήθη μέτρα αντιμετώπισης. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η θνητότητα στις 28 ημέρες. 2104 ασθενείς έλαβαν δεξαμεθαζόνη και 4321 τα συνήθη μέτρα αντιμετώπισης της νόσου. Συνολικά 482 ασθενείς (22.9%) από την ομάδα της δεξαμεθαζόνης και 1110 ασθενείς (25.7%) από την ομάδα της συνήθους κλινικής πρακτικής κατέληξαν εντός 28 ημερών από την τυχαιοποίηση. Οι διαφορές που καταγράφηκαν στη θνητότητα είχαν μεγάλη διακύμανση ανάλογα με το επίπεδο της αναπνευστικής υποστήριξης που λάμβαναν οι ασθενείς τη στιγμή της τυχαιοποίησης. Για τους ασθενείς που βρίσκονταν σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής το ποσοστό της θνητότητας ήταν σημαντικά χαμηλότερο στην ομάδα της δεξαμεθαζόνης. Ανάλογα αποτελέσματα διαπιστώθηκαν και για τους ασθενείς που υποστηρίζονταν με εξωτερική χορήγηση οξυγόνου. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά στη θνητότητα ανάμεσα στις δύο ομάδες για εκείνους τους ασθενείς που δεν είχαν ανάγκη αναπνευστικής υποστήριξης ή παροχής οξυγόνου. Συμπερασματικά, σε νοσηλευόμενους ασθενείς με Covid-19, η χρήση της δεξαμεθαζόνης μείωσε τη θνητότητα στις 28 ημέρες για εκείνους τους ασθενείς που είτε βρίσκονταν σε μηχανική υποβοήθηση της αναπνοής είτε λάμβαναν εξωτερική παροχή οξυγόνου. Δε διαπιστώθηκε κάποιο όφελος για τους ασθενείς που δεν ήταν εξαρτώμενοι από το οξυγόνο τη στιγμή της τυχαιοποίησης.

Σύγκριση των αποτελεσμάτων του γενικευμένου μοριακού ελέγχου για τον ιό SARS-CoV-2 σε 11 δομές μακροχρόνιας φροντίδας έναντι του δειγματοληπτικού ελέγχου στις ΗΠΑ

Στις 14 Ιουλίου 2020 δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Jama Internal Medicine άρθρο σχετικά με το ρόλο της γενικευμένης πραγματοποίησης τεστ ελέγχου για το νέο κορωνοϊό έναντι του δειγματοληπτικού ελέγχου σε 11 μονάδες μακροχρόνιας φροντίδας ασθενών στο Μέριλαντ των ΗΠΑ (doi:10.1001/jamainternmed.2020.3738).

Οι ένοικοι σε μονάδες φροντίδας βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο νόσησης από το νέο κορωνοϊό και συνηθέστερα εμφανίζουν δυσμενέστερη εξέλιξη της νόσου. Στα αρχικά στάδια της πανδημίας οι οδηγίες από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ ήταν οι ένοικοι και οι εργαζόμενοι σε τέτοιες δομές να ελέγχονται μόνο επί ύπαρξης τυπικής συμπτωματολογίας. Παρά τις συγκεκριμένες συστάσεις παρατηρήθηκε σε πολλές δομές φροντίδας των ΗΠΑ μεγάλη συρροή κρουσμάτων με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά θνητότητας. Στη συγκεκριμένη μελέτη πραγματοποιήθηκαν καθολικά μοριακά τεστ ελέγχου του ιού σε 11 δομές φροντίδας. Στις δομές αυτές είχαν προηγουμένως πραγματοποιηθεί έλεγχοι από τις τοπικές υγειονομικές αρχές σε όσους είχαν εμφανίσει συμπτώματα ή είχαν έρθει σε επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε σε ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα με τη μοριακή τεχνική PCR και παράλληλα γινόταν ενδελεχής καταγραφή των ενδεχόμενων συμπτωμάτων. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη του ινστιτούτου Johns Hopkins. Η αρχική δειγματοληπτική μελέτη σε ενοίκους με συμπτώματα αναγνώρισε 153 κρούσματα στις 11 δομές. Από τους υπόλοιπους 893 ενοίκους οι οποίοι ελέγχθησαν στο στάδιο της γενικευμένης δειγματοληψίας 354 (39.6%) βρέθηκαν θετικοί για τον ιό SARS-CoV-2. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν πως ο καθολικός έλεγχος αύξησε τον αριθμό των διαγνωσμένων κρουσμάτων από 153 σε 507. Εξ αυτών 281 (55.4%) ήταν πλήρως ασυμπτωματικοί. Συμπερασματικά, σε αυτή τη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 11 δομές μακροχρόνιας φροντίδας στην περιοχή του Μέριλαντ, 354 επιπλέον περιπτώσεις διαπιστώθηκαν όταν εφαρμόστηκε γενικευμένος έλεγχος όλων των ενοίκων και των εργαζομένων ανεξαρτήτως συμτπωματολογίας. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πλήρως ασυμπτωματικοί και προφανώς θα συνέχιζαν τη μετάδοση της νόσου αν δεν είχαν διαγνωστεί. Οι δομές αυτές έχουν χαρακτηριστεί παγκοσμίως ως “hot spots” για τη μετάδοση του ιού και την συνεπακόλουθη αυξημένη θνητότητα. Ο έλεγχος μόνο επί συμπτωμάτων αποδεικνύεται ανεπαρκής. Είναι επιτακτική η ανεύρεση πόρων για την πραγματοποίηση περισσότερων ελέγχων σε τέτοιες δομές.

Η λοίμωξη από τον ιό SARS-CoV-2 είναι πολυσυστηματική νόσος

Πρόσφατα έγινε δεκτό επιστημονικό άρθρο ανασκόπησης στο περιοδικό ‘Clinical and Experimental Medicine’ από τους Ιατρούς της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρία Γαβριατοπούλου, Ελένη Κορομπόκη, Δέσποινα Φωτίου, Ιωάννη Ντάναση-Σταθόπουλο, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Ευστάθιο Καστρίτη, Ευάγγελο Τέρπο και τον Πρύτανη του ΕΚΠΑ Θάνο Δημόπουλο σχετικά με τις πολυσυστηματικές εκδηλώσεις του νέου κορωνοϊού SARS-CoV-2. Μολονότι η λοίμωξη COVID-19 εμφανίζεται κυρίως ως λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού που μεταδίδεται μέσω σταγονιδίων, αυξάνονται τα επιστημονικά δεδομένα που υποδεικνύουν τη συμμετοχή και άλλων οργάνων στους ασθενείς που νοσούν. Ο πολυσυστηματικός χαρακτήρας του συγκεκριμένου ιού φαίνεται να συσχετίζεται με την αυξημένη ικανότητα πρόσδεσης του ιού στους υποδοχείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης 2 που εντοπίζονται στην επιφάνεια πολλών ανθρώπινων κυττάρων. Η πνευμονική συμμετοχή είναι η πιο συχνή και σοβαρή επιπλοκή της νόσου με φάσμα που εκτείνεται από την ασυμπτωματική νόσο έως τη σοβαρή πνευμονία με συνοδό υποξαιμία και την αναπνευστική ανεπάρκεια που μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο. Ανάμεσα στους νοσούντες με COVID-19 συννοσηρότητες όπως η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και η στεφανιαία νόσος έχουν συσχετιστεί με δυσμενή πρόγνωση, ενώ η εμφάνιση καρδιαγγειακών επιπλοκών όπως η μυοκαρδιακή ισχαιμία, η καρδιακή ανεπάρκεια και οι εμφάνιση αρρυθμιών έχουν συσχετιστεί με πτωχή επιβίωση. Η παρουσία συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό σωλήνα είναι συχνή και μπορεί να διαρκέσει για αρκετές ημέρες. Οι αιματολογικές επιπλοκές είναι επίσης συχνές και συσχετίζονται με κακή πρόγνωση. Πρόσφατες μελέτες, υποδεικνύουν πως περίπου το ένα τρίτο των ασθενών εμφανίζει ευρύ φάσμα νευρολογικών επιπλοκών που επηρεάζουν το κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα συμπεριλαμβανομένης της ανοσμίας και της αγευσίας. Το δέρμα, οι νεφροί, το ήπαρ, οι ενδοκρινείς αδένες και οι οφθαλμοί είναι επίσης όργανα που η λειτουργία τους φαίνεται να επηρεάζεται από τη λοίμωξη COVID-19. Η σύγχρονη προσβολή πολλών συστημάτων φαίνεται να συσχετίζεται με σοβαρότερη νόσο, χειρότερα κλινικά αποτελέσματα και αυξημένη θνητότητα. Υπό αυτό το πρίσμα η αντιμετώπιση της νόσου πρέπει να συμπεριλάβει εκτός από θεραπείες έναντι του ιού και εξατομικευμένη αντιμετώπιση για την προσβολή του κάθε συστήματος ξεχωριστά.