Δημόσια διαβούλευση, στο πλαίσιο κλαδικής έρευνας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, για τη διαχείριση αποβλήτων και ανακύκλωσης

«Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα του κλάδου διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης στην Ελλάδα, καθώς επίσης και την αναγκαιότητα  να διασφαλιστεί η εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του λόγω και της φύσης του αντικειμένου του, αποφάσισε στις 16 Ιουλίου 2021 την έναρξη κλαδικής έρευνας στον εν λόγω κλάδο, ασκώντας τη σχετική αρμοδιότητα που έχει αναλάβει βάσει του άρθρου 40 του ν. 3959/2011».

Αυτό σημειώνεται σε ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και με την οποία γνωστοποιείται ότι στο πλαίσιο της πρώτης φάσης της διεξαγωγής της εν λόγω κλαδικής έρευνας, η επιτροπή κήρυξε την έναρξη δημόσιας διαβούλευσης, προσκαλώντας κάθε ενδιαφερόμενο μέρος να εκθέσει τα σχόλια και τις θέσεις του αναφορικά με τις συνθήκες του ανταγωνισμού στον ευρύτερο κλάδο.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να λάβουν μέρος στη δημόσια διαβούλευση διά ζώσης, συμμετέχοντας στη σχετική ημερίδα-τηλεδιάσκεψη που θα διοργανώσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού εντός του μηνός Οκτωβρίου 2021 ή/και υποβάλλοντας τις απόψεις τους εγγράφως, με τη μορφή υπομνήματος.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους στόχους, τη σκοπιμότητα και το αντικείμενο της κλαδικής έρευνας στον κλάδο διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες αποβλήτων, καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να επισκεφθούν την ειδική ιστοσελίδα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για αυτή την κλαδική έρευνα, όπου μπορούν να βρουν πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής τους στην δημόσια διαβούλευση.

Επιπλέον, στην ειδική ιστοσελίδα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την κλαδική έρευνα στον κλάδο διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες αποβλήτων, πολίτες και φορείς μπορούν να:

* ενημερώνονται για την εξέλιξη της κλαδικής έρευνας

* ενημερώνονται για το χρονοδιάγραμμα

* αναζητούν απαντήσεις στα ερωτήματά τους.

Για οποιοδήποτε θέμα μπορούν να επικοινωνούν αποστέλλοντας ηλεκτρονικό μήνυμα στο anakyklosi@epant.gr αναφέροντας το όνομα, την ιδιότητα και τηλέφωνο επικοινωνίας.

Σκοπιμότητα της έρευνας

Όπως σημειώνεται στην ηλεκτρονική σελίδα της επιτροπής σχετικά με την σκοπιμότητα της συγκεκριμένης έρευνας:

Η διαχείριση και η εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων αποτελεί φλέγον ζήτημα στις σύγχρονες, ευρωπαϊκές και όχι μόνο κοινωνίες, από διττή σκοπιά: αφενός για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος στο πλαίσιο και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και της εισαγωγής του παραγωγικού μοντέλου στην κυκλική οικονομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αφετέρου για λόγους οικονομικούς, μέσω της αντιμετώπισης των αποβλήτων ως εμπορεύσιμων αγαθών με οικονομική αξία. Ένα μεγάλο ποσοστό των δαπανών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση αποβλήτων αφορά στα στερεά απόβλητα.

Ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης στερεών και υγρών αποβλήτων δεν περιλαμβάνει μόνο την διαχείριση, ανακύκλωση ή αναγέννηση των παραγόμενων αποβλήτων, μέσω της συλλογής αυτών από την πηγή, της ανακύκλωσης των διαφόρων υλικών με στόχο την ενεργειακή αξιοποίηση ή την επαναχρησιμοποίηση των υλικών και, τέλος, της τελικής επεξεργασίας τους, αλλά και τον περιορισμό της ίδιας της παραγωγής τους.

Στο πλαίσιο των ενωσιακής προέλευσης υποχρεώσεων για ορθή διαχείριση των αποβλήτων, ο ν. 2939/2001 με τίτλο «Συσκευασίες και εναλλακτική διαχείριση των συσκευασιών και άλλων προϊόντων - Ίδρυση Εθνικού Οργανισμού Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών και 'Αλλων Προϊόντων (ΕΟΕΔΣΑΠ) και άλλες διατάξεις», όπως ισχύει σήμερα, αποτελεί τον κορμό του νομοθετικού πλαισίου της ανακύκλωσης στη χώρα μας. Όπως αναφέρεται στο πρώτο άρθρο του νόμου αυτού, σκοπός του είναι, μεταξύ άλλων « η βελτιστοποίηση της λειτουργίας των Συστημάτων Εναλλακτικής Διαχείρισης (ΣΕΔ) με τη θέσπιση όρων που αποσκοπούν στη διαφάνεια, τον καλύτερο έλεγχο και τον εξορθολογισμό του κόστους των αντίστοιχων υπηρεσιών, καθώς και η προώθηση οικονομικά και περιβαλλοντικά βιώσιμων επενδύσεων, ώστε να προκύπτει ανταποδοτικό όφελος προς τον πολίτη από την ανακύκλωση».

Συνοπτικά, η εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων των διαφόρων κατηγοριών που εμπίπτουν, κατά τα ως άνω, στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας (ν. 2939/2001), αφορά στις συσκευασίες που διατίθενται στην αγορά και στα απόβλητα των συσκευασιών που προέρχονται από τις βιομηχανίες, το εμπόριο, τα γραφεία, τα καταστήματα, τις υπηρεσίες, τα νοικοκυριά ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ανεξάρτητα από τα υλικά από τα οποία αποτελούνται, αλλά και στα απόβλητα από οχήματα, λάστιχα, καταλύτες οχημάτων, απόβλητα έλαια, ηλεκτρικές στήλες και συσσωρευτές, ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, είδη επίπλωσης, έντυπο υλικό, ρουχισμό, στρώματα ύπνου, βιοαπόβλητα, απόβλητα εκσκαφών, κατασκευών και κατεδαφίσεων, μικρές ποσότητες επικίνδυνων αποβλήτων οικιακής φύσης, κ.α. Συνεπώς, οι κατηγορίες αποβλήτων που προβλέπει ο ν. 2939/2001 είναι πολλές, ενώ η απαρίθμηση τους ενδεικτική.

Ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ), εποπτεύει την εναλλακτική διαχείριση επτά (7) κατηγοριών αποβλήτων από αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω (οι οποίες αναφέρονται από τον ΕΟΑΝ συχνά και ως «ρεύματα»), για τις οποίες έχουν εκδοθεί περαιτέρω, ειδικότερες επιμέρους ρυθμίσεις, συνήθως μέσω υπουργικών αποφάσεων ή προεδρικών διαταγμάτων, και στις οποίες λειτουργούν ήδη συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης (ΣΕΔ). Γενικά η εναλλακτική διαχείριση συνίσταται στις εργασίες συλλογής, μεταφοράς, μεταφόρτωσης και αποθήκευσης, προετοιμασίας για επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωσης και κάθε άλλο είδος ανάκτησης των εκάστοτε αποβλήτων. Οι εν λόγω κατηγορίες αποβλήτων είναι οι κάτωθι:

α) Απόβλητα συσκευασιών

β) Απόβλητα λιπαντικών ελαίων

γ) Μεταχειρισμένα ελαστικά οχημάτων

δ) Απόβλητα ηλεκτρικών στηλών (μπαταρίες) & συσσωρευτών

ε) Οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής

στ) Απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού

ζ) Απόβλητα εκσκαφών, κατασκευών και κατεδαφίσεων.

Επιπλέον της διαχείρισης των ανωτέρω ρευμάτων, υπάρχουν και άλλες κατηγορίες αποβλήτων η διαχείριση των οποίων ανήκει σε άλλους φορείς και τα οποία στη συνέχεια μπορεί να διατίθενται ή όχι για ανακύκλωση. Η παροχή ευκολιών παράδοσης, παραλαβής και διαχείρισης αποβλήτων στους χρήστες των λιμένων είναι μια από αυτές τις κατηγορίες που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική οικονομία.

Η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος από τη ρίψη των αποβλήτων που παράγονται στα πλοία και των καταλοίπων φορτίου τους αποτελεί επίσης τομέα μείζονος σημασίας της ευρωπαϊκής δράσης για τις θαλάσσιες μεταφορές. Οι κύριες κατηγορίες αποβλήτων πλοίων είναι οι ακόλουθες:

α) κατάλοιπα καθαρισμού δεξαμενών φορτίου,

β) αποχετευτικά και μη ύδατα,

γ) μείγματα μηχανοστασίου,

δ) υφαλοχρώματα, ε) κατάλοιπα καυσίμων,

στ) απόβλητα/σκουπίδια,

ζ) καυσαέρια και η) θαλάσσιο έρμα.

Περαιτέρω τα ανωτέρω μπορούν να διακριθούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες, τα υγρά απόβλητα και τα στερεά απόβλητα, ενώ υπάρχουν προβλέψεις και για τον περιορισμό των αερίων αποβλήτων στους λιμένες.

Προς τον σκοπό του περιορισμού των περιβαλλοντικών κινδύνων, τους οποίους διατρέχουν οι λιμένες, δημιουργήθηκαν πλαίσια περιβαλλοντικής διαχείρισης με σκοπό την ελάττωση των δυσμενών επιπτώσεων.

Αναφορικά με τη διαχείριση αποβλήτων λιμένων, παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση στον κλάδο η οποία φαίνεται να ευνοείται από την εφαρμογή του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου.

Σκοπός της κλαδικής έρευνας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, είναι να αποσαφηνιστούν τυχόν ζητήματα ανταγωνισμού που φαίνεται ότι εντοπίζονται σε ορισμένες αγορές του εξεταζόμενου κλάδου, όπως:

α) οι δυνάμεις (διαπραγματευτική ισχύς) που αναπτύσσονται σε κάθε οικοσύστημα εναλλακτικής διαχείρισης συγκεκριμένου ρεύματος όπου το ΣΣΕΔ/ΑΣΕΔ μπορεί να λειτουργεί ως μια δίπλευρη ή και πολύπλευρη πλατφόρμα,

β) οι διαρθρωτικοί δεσμοί μεταξύ των παικτών σε κάθετο και οριζόντιο επίπεδο στη διαχείριση και ανακύκλωση αποβλήτων και ο βαθμός που αυτοί δύνανται να επηρεάσουν τις μεταβλητές ανταγωνισμού,

γ) η εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου σε κάθε μία από τις ερευνώμενες αγορές και τυχόν αντιφάσεις του με το δίκαιο του ανταγωνισμού - ρυθμιστικά εμπόδια, και πώς η άρση αυτών θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα των αγορών,

δ) άλλα εμπόδια εισόδου εκτός των ρυθμιστικών,

ε) αν η δομή των αγορών συντελεί στη δυνατότητα ανάπτυξης συντονισμένων ή μη αποτελεσμάτων,

στ) ο βαθμός που συγκεκριμένες πρακτικές μπορεί να δικαιολογούνται στο όνομα της αποτελεσματικότητας και της επίτευξης στόχων δημοσίου συμφέροντος, όπως η βιώσιμη ανάπτυξη και πως αυτό μπορεί να αιτιολογείται βάσει διαφορετικών εργαλείων του δικαίου του ανταγωνισμού,

ζ) πώς η υπάρχουσα δομή των αγορών συντελεί, εντέλει, στην ανάπτυξη, καινοτομία και αποτελεσματικότητα της κάθε επιμέρους αγοράς διαχείρισης ή/και εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων.