Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη μεταβίβαση της Ελληνικά Ναυπηγεία: Προστατεύονται τα δικαιώματα των πρώην εργαζομένων

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκρινε σήμερα, εξετάζοντας ερώτημα του Αρείου Πάγου στην Ελλάδα, ότι οι  εργαζόμενοι της «Ελληνικά Ναυπηγεία AE» (ΕΝΑΕ), η οποία μεταβιβάσθηκε σε άλλη οντότητα δεν μπορούν να στερηθούν την προστασία που τους παρέχει η οδηγία 2001/23.

Το Δικαστήριο της ΕΕ, καλεί πλέον το ελληνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, ότι, αφενός, τηρείται η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία δεν επιτρέπει στον μεταβιβάζοντα και στον διάδοχο να επιχειρήσουν δόλια ή καταχρηστική εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την οδηγία 2001/23 και ότι, αφετέρου, η επίμαχη παραγωγική μονάδα διαθέτει επαρκή εχέγγυα που της διασφαλίζουν την πρόσβαση στους συντελεστές παραγωγής τρίτου προκειμένου να μην εξαρτάται από τις οικονομικές επιλογές στις οποίες ο τρίτος αυτός προβαίνει μονομερώς.

Η συγκεκριμένη οδηγία (2001/23) εφαρμόζεται στη μεταβίβαση παραγωγικής μονάδας στην περίπτωση που, αφενός, ο μεταβιβάζων, ο διάδοχος ή και οι δύο από κοινού δεν έχουν ως προοπτική μόνο να συνεχίσει ο διάδοχος την οικονομική δραστηριότητα που ασκούσε ο μεταβιβάζων, αλλά επίσης να παύσει μελλοντικά ο ίδιος ο διάδοχος να υφίσταται, τιθέμενος σε εκκαθάριση, και, αφετέρου, η επίμαχη μονάδα δεν είναι πλήρως αυτόνομη, επειδή δεν μπορεί να επιτύχει τον οικονομικό σκοπό της χωρίς την αναζήτηση συντελεστών παραγωγής από τρίτους.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι μια παραγωγική μονάδα όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, αποτελούμενη από τη «διεύθυνση τροχαίου υλικού» της ΕΝΑΕ, μεταβιβάστηκε στην ΕΤΥΕ, θυγατρική της πρώτης, δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι διαθέτει την αυτονομία της μητρικής εταιρίας. Προϋπόθεση για τη διατήρηση της αυτονομίας μιας αποσχισθείσας μονάδας είναι να διαθέτει αυτή, μετά τη μεταβίβαση, επαρκή εχέγγυα που να της διασφαλίζουν την πρόσβαση στους συντελεστές παραγωγής του συγκεκριμένου τρίτου προκειμένου να μην εξαρτάται από τις οικονομικές επιλογές στις οποίες ο τρίτος αυτός προβαίνει μονομερώς, αναφέρει το ΔΕΕ.

Κατά την απόφαση του ΔΕΕ μια μονάδα παραγωγής μιας εταιρίας η δραστηριότητα της οποίας ασκείτο πριν από τη μεταβίβαση εντός της επιχείρησης αυτής και της οποίας η αυτονομία εντός της επιχειρήσεως ήταν, ως εκ τούτου, περιορισμένη, δεν μπορεί εξ αρχής να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι για να εμπίπτει στην οδηγία 2001/23, η μεταβίβαση πρέπει να παρέχει στον διάδοχο τη δυνατότητα συνέχισης των δραστηριοτήτων ή ορισμένων δραστηριοτήτων του μεταβιβάζοντος επί μονίμου βάσης. Αυτή η απαίτηση άσκησης της δραστηριότητας επί μονίμου βάσης πρέπει να νοείται ως αναφορά σε ένα οργανωμένο σύνολο διαφόρων συντελεστών παραγωγής, ιδίως ενσώματων και άυλων στοιχείων, καθώς και του αναγκαίου προσωπικού.

Σύμφωνα με το ιστορικό της απόφασης, η υπόθεση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου και άλλων 89 εργαζομένων και της ανώνυμης εταιρίας Ελληνικά Ναυπηγεία AE, με αντικείμενο την εκτέλεση των συμβάσεων εργασίας.

Αναλυτικά αναφέρεται ότι οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί με ατομικές συμβάσεις αορίστου χρόνου από την ΕΝΑΕ και προσέφεραν εξαρτημένη εργασία στις εγκαταστάσεις της στην περιοχή Σκαραμαγκά του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής. Το 1985 η ΕΝΑΕ κατέστη επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το 2002 ιδιωτικοποιήθηκε και μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2008 υπήρχε απαγόρευση μειώσεως του προσωπικού της κάτω από ένα ορισμένο όριο.

Κατά την ιδιωτικοποίησή της, η ΕΝΑΕ είχε τέσσερις δραστηριότητες (και συγκεκριμένα την επισκευή πλοίων, τη ναυπήγηση πολεμικών και εμπορικών πλοίων, τη ναυπήγηση και επισκευή υποβρυχίων και την κατασκευή και επισκευή σιδηροδρομικών οχημάτων), οργανωμένες σε αντίστοιχες διευθύνσεις. Η οργανωτική δομή της ΕΝΑΕ περιλάμβανε και τέσσερα παραγωγικά «τμήματα» (το ελασματουργείο, το σωληνουργείο, το ξυλουργείο και το μηχανουργείο).

Η ΕΝΑΕ, λίγο καιρό μετά την ιδιωτικοποίησή της, ίδρυσε μια θυγατρική, την Εταιρεία Τροχαίου Υλικού Ελλάδος ΑΕ (ΕΤΥΕ), προκειμένου να μεταβιβασθούν σ’ αυτήν οι σε εξέλιξη προγραμματικές συμφωνίες μεταξύ, αφενός, κοινοπραξιών στις οποίες μετείχε η ΕΝΑΕ και, αφετέρου, του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και των Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων Αθηνών Πειραιώς (ΗΣΑΠ), οι οποίες αφορούσαν την εκ μέρους των κοινοπραξιών κατασκευή και παράδοση σιδηροδρομικών οχημάτων. Η ΕΤΥΕ υπέγραψε με την ΕΝΑΕ και άλλες συμβάσεις με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τον δανεισμό προσωπικού της ETYE στην ΕΝΑΕ, την ανάθεση εκ μέρους της ΕΝΑΕ στην ETYE εκκρεμών εργασιών καθώς και την παροχή από την ΕΝΑΕ στην ΕΤΥΕ υπηρεσιών διοικητικής υποστηρίξεως. Εξ αρχής, η εταιρική πορεία της ΕΤΥΕ ήταν προκαθορισμένη και οδηγούσε στη λύση της.

Το 2007, ο γερμανικός όμιλος ΙΝΤΕΙ Industriebeteiligungsgesellschaft mbH (ΙΝΤΕΙ) και Industriegesellschaft Waggonbau Ammendorf mbH (ΙGWA) απέκτησε την κυριότητα των μετοχών της ETYE. Το 2010, η ETYE κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως.

Οι εργαζόμενοι άσκησαν το 2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι εξακολουθούσαν να συνδέονται με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ΕΝΑΕ και ότι η ΕΝΑΕ όφειλε να τους καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές.

Η αγωγή έγινε δεκτή και στη συνέχεια η ΕΝΑΕ άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών το οποίο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, καθώς έκρινε ότι η ETYE ουδέποτε συνιστούσε αυθύπαρκτη οργανική ενότητα (δεν συνιστούσε αυτόνομη παραγωγική μονάδα, μίσθωνε από την ΕΝΑΕ τις υπηρεσίες για τη διοικητική της υποστήριξη και  δεν διέθετε οικονομική αυτοτέλεια).