Νέα δεδομένα στην υπόθεση της Energa μετά από παρέμβαση της γενικής διεύθυνσης ενέργειας της ευρωπαϊκής επιτροπής

H παρέμβαση της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας της Κομισιόν διαμορφώνει νέα δεδομένα στην υπόθεση της Energa. 

Όπως είναι γνωστό επιβλήθηκαν πολυετείς καθείρξεις σε νομίμους εκπροσώπους, μετόχους και άλλους εμπλεκόμενους της προμηθεύτριας εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας με την επωνυμία ENERGA POWER, αφού κρίθηκαν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ένοχοι του αδικήματος της υπεξαίρεσης σε βάρος των δημοσίων διαχειριστών και λειτουργών της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τότε ΔΕΣΜΗΕ και νυν ΛΑΓΗΕ. Ειδικότερα, η εταιρεία ENERGA POWER θεωρήθηκε ότι, όταν προμήθευε – πουλούσε ηλεκτρική ενέργεια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, λειτουργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος του ΔΕΣΜΗΕ-ΛΑΓΗΕ, δηλαδή ενεργούσε επ’ ονόματι και για λογαριασμό των άνω δημόσιων νομικών οντοτήτων και κατά συνέπεια δεν είχε την κυριότητα αλλά μόνον την κατοχή των χρημάτων που εισέπραττε από τους καταναλωτές σε εξόφληση των λογαριασμών της πωληθείσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ανωτέρω παραδοχή του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ουσιαστικά αντιμετώπιζε τις προμηθεύτριες εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας ως υπαλλήλους ενός δημοσίου φορέα (ΔΕΣΜΗΕ-ΛΑΓΗΕ), με συνέπεια, όπως επισημαίνουν νομικοί, να παραβιάζεται – κατάφωρα- το ενωσιακό νομικό πλαίσιο περί απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της Τεχνικής Διεύθυνσης για την Ενέργεια απέστειλε επιστολή (Ares (2018) 6516791-18/12/18, ΕΝΕR.Β.2/FE/PCC/JM (2018) 7184184) με την οποία επισημαίνει ότι: 1) ο ΛΑΓΗΕ είναι διαχειριστής της αγοράς 2) κατά κανένα τρόπο οι διαχειριστές της αγοράς δεν θεωρούνται προμηθευτές σύμφωνα με την οδηγία 2009/72. Οι διαχειριστές της αγοράς παρέχουν τον τόπο των συναλλαγών όπου οι συμμετέχοντες στην αγορά(παραγωγοί, προμηθευτές και έμποροι) μπορούν να πωλούν και να αγοράζουν την ηλεκτρική ενέργεια.

Με το προαναφερθέν έγγραφο της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερμήνευσε αυθεντικά τους ενωσιακούς κανόνες δίκαιου, περιορίζοντας σαφέστατα και κατηγορηματικά τον ΛΑΓΗΕ στα θεσμικά του καθήκοντα, όπως είναι η παροχή του τόπου των συναλλαγών, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι δικαίωμα συμμετοχής στην αγορά έχουν μόνο οι παραγωγοί, οι προμηθευτές και οι έμποροι και ότι – σε αντίθετη περίπτωση - καταστρατηγείται η ελεύθερη αγορά ενέργειας και επανερχόμεθα στα κρατικά μονοπώλια στην παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά αυτόν τον τρόπο, η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας κατέστησε σαφές ότι οι προμηθεύτριες εταιρείες δεν επιχειρούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι ή εντολοδόχοι του ΛΑΓΗΕ αλλά ανεξάρτητα αναλαμβάνοντας το ρίσκο των επιλογών τους, ως προς τα κέρδη ή τις ζημίες.

Με αυτά τα ευρωπαϊκά δεδομένα έγκυροι νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η κατηγορία της υπεξαίρεσης είναι νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη.

Άλλωστε, το νομικό σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης αναγνωρίζεται ρητά από τη Γενική Διεύθυνση για την ενέργεια και με το έγγραφό της ENER/B2/MS/jm (2018) 2037090, όπου τονίζεται με έμφαση ότι: «αυτό που κατανοούμε είναι ότι το δικαστήριο αξιολόγησε τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων μερών από την άποψη του εθνικού αστικού δικαίου και όχι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο»

Η πρωτόδικη δικαστική απόφαση, καθώς και οι θεσμικές παλινωδίες  στην απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είχαν ως αποτέλεσμα μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού να περιγράφουν την κατάσταση με μελανά χρώματα για τη χώρα μας.  «Ο καυγάς για την ενέργεια στην Ελλάδα έχει βγει εκτός ελέγχου – η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ανοίξει τα αυτιά της» ήταν ο τίτλος σχετικού δημοσιεύματος του βρετανικού Independent.