Όπως προκύπτει, με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία μέσα από τις δραστηριότητές του εντός και εκτός εκκλησίας, προσπαθούσε να μαζέψει χρήματα δήθεν για φιλανθρωπικό έργο, ενώ στην ουσία εκμεταλλευόταν την πίστη, τον πόνο και την ανάγκη για προσφορά των ανθρώπων.
Σε όλα του τα βίντεο και τις αναρτήσεις, ζητούσε χρήματα, έχοντας ως προκάλυμμα υποτιθέμενες αγαθοεργίες. Από τις αυστηρές συστάσεις, στις προσευχές, μέχρι και στην υποδοχή ιερών λειψάνων αμφιβόλου γνησιότητας του προστάτη Παρθενίου των καρκινοπαθών με υπερπολυτελή αυτοκίνητα.
Ακόμα και από την ελληνική αστυνομία είχε ζητήσει να λάβει μέρος στα σόου εντυπωσιασμού που έστηνε για τους πιστούς.
Όπως καταγράφεται σε βίντεο που παρουσιάζει ο ΑΝΤ1, ο ίδιος φαίνεται να μεταφέρει στην υποτιθέμενη εκκλησία το Άγιο Φως έχοντας συνοδεία περιπολικό της αστυνομίας. Μάλιστα το όχημα που ήταν μέσα ο ρασοφόρος με το Άγιο Φως είναι πλαστές πινακίδες.
Το εξωφρενικό ποσό που είχε ζητήσει από καρκινοπαθή
Σοκ προκαλεί η αποκάλυψη ότι Ελληνοκαναδή καρκινοπαθής τελευταίου σταδίου του προσέφερε 120.000 ευρώ σύμφωνα με τους συγγενείς της. Η μητέρα της γυναίκας είπε: «Το παιδί μου ήταν στο τελευταίο στάδιο και γύρευε βοήθεια. Και ένας άλλος που δούλευαν μαζί είχε στείλει λεφτά. Την ενοχλούσε λέγοντας ”μου το έταξες, πρέπει να το κάνεις”. Ευτυχώς που δεν ζει το παιδί μου να βλέπει αυτό το ρεζιλίκι».
Στο εσωτερικό του ναού υπάρχει μια επιγραφή με το όνομα της γυναίκας, η οποία προχώρησε σε δωρεά για την στήριξη των γευμάτων αγάπης και των καρκινοπαθών. Αυτό ήταν και το πρώτο πράγμα που αντίκρυσαν οι συγγενείς της, όταν ήρθαν στην Ελλάδα φέτος το καλοκαίρι.
Η κόρη της ευεργέτιδας είπε: «Στο τέλος της ζωής της, ήθελε να κάνει κάτι γιατί ήταν πολύ πιστή. Μας έλεγαν συνέχεια πως η εκκλησία έχει πολλές δυσκολίες οικονομικές, πως χρειαζόταν λεφτά. Μας ζήτησε να του φτιάξουμε μια σελίδα για να μπορούν οι άνθρωποι να στέλνουν λεφτά ως βοήθεια για την εκκλησία».
Πώς οδηγήθηκαν στο ρασοφόρο οι Αρχές
Αρχικά, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ANT1, τα στελέχη της Δίωξης Ναρκωτικών, αγνοούσαν την ύπαρξη των 2 ρασοφόρων στο κύκλωμα της διακίνησης των ναρκωτικών. Η πρώτη πληροφορία που έλαβαν ήταν για 2 άνδρες από την Αλβανία, οι οποίοι είχαν στήσει μια φυτεία χασίς στη Λαμία, όπου καλλιεργούσαν την ουσία και στη συνέχεια την διακινούσαν στην Αττική.
Όταν ξεκίνησαν να ψάχνουν αυτούς τους 2 άνδρες, έναν 50χρονο και έναν 42χρονο, μέσα από τις τηλεφωνικές συνομιλίες του, προχώρησαν ένα βήμα παρακάτω και βρήκαν την φερόμενη ως αρχηγό του κυκλώματος, η οποία συνομιλούσε τουλάχιστον 10 φορές την ημέρα, όπως λένε οι πληροφορίες, με τους 2 ρασοφόρους, για να τους δίνει οδηγίες και εντολές για την διακίνηση των ναρκωτικών.
Τότε, έφτασαν σε αυτούς, είδαν ότι και οι 2 είναι τοξικοεξαρτημένοι, καθώς κάνουν χρήση και κάνναβης και κοκαΐνης, όπως αναφέρουν από την αστυνομία και ότι σχεδόν καθημερινά διακινούσαν σε κάθε ενδιαφερόμενο ναρκωτικές ουσίες, ακόμα και μέσα από αυτό που είχαν ονομάσει εκκλησία.
Επισημαίνεται πως υπάρχουν πάρα πολλές καταγγελίες που έχουν δει το φως, ότι έχουν εξαπατηθεί άτομα από τον 46χρονο. Ωστόσο, αυτό ακόμα δεν αποτελεί έρευνα της αστυνομίας. Η μέχρι στιγμής έρευνα αφορά τα ναρκωτικά. Για να ξεκινήσει μια έρευνα για τις απάτες, κάποιο από τα θύματα θα πρέπει να κάνει μήνυση ή ο εισαγγελέας θα πρέπει να διατάξει προκαταρκτική έρευνα.
Οι αστυνομικοί είχαν στήσει ενέδρα στον 40χρονο ρασοφόρο παλαιοημερολογίτη, που για λογαριασμό του κυκλώματος διακινούσε τα ναρκωτικά στη Ρόδο. Οι αστυνομικοί παρουσιάστηκαν ως υποψήφιοι αγοραστές.
«Ο ιερωμένος συνάντησε μία άγνωστη γυναίκα από την οποία παρέλαβε μία βαλίτσα χρώματος καφέ και ξανά εισήλθε στο ταξί και σταμάτησε έξω από το πάρκινγκ ενός σουπερμάρκετ. Τότε ο ιερωμένος πλησίασε το αυτοκίνητό μας και μας είπε: “Ορίστε παιδιά η βαλίτσα που περιμένετε”. Τότε γνωστοποιήσαμε την ιδιότητά μας και του διενεργήθηκε νομότυπη σωματική έρευνα όπου εντός της βαλίτσας βρέθηκαν δύο αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες περιέχουσες κοκαΐνη μεικτού βάρους 2.188 γραμμαρίων», είπε ο αστυνομικός που τον συνέλαβε.
Οι αστυνομικοί αφού τον συνέλαβαν ανάγκασαν τον κατηγορούμενο παλαιοημερολογίτη ιερέα να καλέσει στο τηλέφωνο τον τελικό παραλήπτη των ναρκωτικών και να κλείσει ραντεβού, ώστε να καταφέρουν να συλλάβουν και εκείνον, όπως και έγινε.
«Σε σωματική έρευνα που του διενεργήσαμε άμεσα διαπιστώσαμε πως στο δεξί του χέρι κρατούσε διπλωμένα με λαστιχάκι το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ το οποίο προφανώς θα ήταν και η αμοιβή του ιερωμένου για την μεταφορά της συγκεκριμένης βαλίτσας με τα ναρκωτικά», προσέθεσε.