Βόρεια Ιρλανδία: Το Brexit, το αίσθημα της προδοσίας και στο βάθος το ζήτημα της ιρλανδικής ενοποίησης

Αυτοκίνητα καμένα, βόμβες μολότοφ κατά της αστυνομίας... Οι συγκρούσεις που συγκλονίζουν τις τελευταίες ημέρες την Βόρεια Ιρλανδία δείχνουν ότι η φωτιά σιγοκαίει στην βρετανική επαρχία, όπου οι συνέπειες του Brexit δημιουργούν στους ενωτικούς προτεστάντες, τους προσηλωμένους στο Στέμμα, το αίσθημα ότι έχουν προδοθεί.

Την περασμένη εβδομάδα, συγκρούσεις ξέσπασαν στο Ντέρι, πριν επεκταθούν σε προτεσταντική συνοικία του Μπέλφαστ και στις κοντινές γειτονιές κατά την διάρκεια του σαββατοκύριακου του Πάσχα.

Μικρές ομάδες μασκοφόρων νέων πυρπόλησαν αυτοκίνητα και επιτέθηκαν με βόμβες μολότοφ κατά των αστυνομικών δυνάμεων, προκαλώντας τον τραυματισμό 41 αστυνομικών.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Brexit και η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου» που εισάγει ελέγχους στα προϊόντα που φθάνουν προερχόμενα από την Βρετανία έχουν διαταράξει σοβαρά την ισορροπία των δυνάμεων», επισημαίνει ο Ντάνκαν Μόροου, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ολστερ. «Αυτό σιγόκαιγε εδώ και μήνες».

Τα βίαια επεισόδια επαναφέρουν το φάσμα των τριών δεκαετιών βίας στην Βόρεια Ιρλανδία, περίοδο γνωστή ως «Troubles», ανάμεσα στους προτεστάντες, ενωτικούς, πιστούς στο βρετανικό Στέμμα και τους καθολικούς, ρεπουμπλικανούς, που υποστηρίζουν την ένταξη της Βόρειας Ιρλανδίας στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας.

Η ειρηνευτική συμφωνία του 1998 απάλυνε το σύνορο ανάμεσα στην βρετανική επαρχία και την Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Ομως το Brexit ήρθε για να πλήξει αυτήν την εύθραυστη ισορροπία, αφού απαιτούσε τον καθορισμό ενός συνόρου ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου θα εφαρμόζονται οι αναγκαίοι λόγω του διαζυγίου τελωνειακοί έλεγχοι.

Οι μαραθώνιες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες κατέληξαν σε συμφωνία επί μίας λύσης που θα απέτρεπε την επαναφορά των συνόρων που χωρίζουν την ιρλανδική νήσο: το ιρλανδικό πρωτόκολλο μετατοπίζει τα σύνορα στην θάλασσα που χωρίζει την Βόρεια Ιρλανδία από την Βρετανία και μεταφέρει τους τελωνειακούς ελέγχους στα βορειοϊρλανδικά λιμάνια.

«Προδομένοι από το Λονδίνο»

Παρά την εφαρμογή περιόδου χάριτος για να επιτραπεί στις επιχειρήσεις να προσαρμοσθούν, οι νέες ρυθμίσεις, που de facto διατηρούν την Βόρεια Ιρλανδία στην τελωνειακή ένωση και την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, έχουν προκαλέσει αναταραχή στις εμπορικές συναλλαγές.

Αλλά, πέραν των πρακτικών δυσκολιών, οι προτεστάντες ενωτικοί αισθάνονται προδομένοι.

Ο βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον «υποσχέθηκε απρόσκοπτη πρόσβαση, κάτι το οποίο δεν ισχύει», δήλωσε στο Radio 4 του BBC η υπουργός Δικαιοσύνης της Βόρειας Ιρλανδίας Ναόμι Λονγκ. «Αρνήθηκαν την ύπαρξη οποιουδήποτε συνόρου, την ώρα που τα σύνορα αυτά στην πραγματικότητα υψώθηκαν».

Σύμφωνα με την Αλισον Μόρις, που ειδικεύεται σε θέματα ασφάλεια και δικαιοσύνης στην Belfast Telegraph, αυτοί που συμμετέχουν στις ταραχές δεν ενδιαφέρονται για τα πολύπλοκα προβλήματα στις εμπορικές συναλλαγές. Είναι απλώς «οργισμένοι».

«Αυτό που εισπράττουν είναι ότι προδόθηκαν από την βρετανική κυβέρνηση απέναντι στην οποία οι γονείς, οι παππούδες και οι προπάπποι τους επέδειξαν ταπεινόφρονα αφοσίωση», γράφει.

Ορισμένοι πιστεύουν επίσης ότι οι διαπραγματευτές του Brexit υποχώρησαν στους ρεπουμπλικανούς οι οποίοι απείλησαν εμμέσως με βίαιη, αιματηρή απάντηση στην προοπτική επαναφοράς του ιρλανδικού συνόρου.

«Αυτό δημιούργησε ένα εκρηκτικό προηγούμενο, αφού πολλοί ενωτικοί προτεστάντες βλέπουν το πρωτόκολλο και συμπεραίνουν ότι η βία ανταμείβεται», δήλωσε ο Τζέιμς Μπράισον, πρόσωπο του κινήματος των ενωτικών στην εφημερίδα News Letter.

Και στο βάθος το ζήτημα της ιρλανδικής ενοποίησης

Στις αρχές του Φεβρουαρίου, οι τελωνειακοί έλεγχοι στα λιμάνια του Μπέλφαστ και του Λαρν σταμάτησαν όταν διατυπώθηκαν απειλές κατά του προσωπικού που διενεργούσε τι ελεγκτικές διαδικασίες.

Ομως το Brexit δεν είναι παρά μία από τις πλευρές της ευρύτερης κρίσης που αντιμετωπίζουν οι ενωτικοί της Βόρειας Ιρλανδίας.

Το 2017, έχασαν την ιστορική τους πλειοψηφία στο Στόρμοντ, την βορειοϊρλανδική εθνοσυνέλευση. Στην συνέχεια το 2019, οι βρετανικές εκλογές έστειλαν για πρώτη φορά στον Γουέστμινστερ περισσότερους καθολικούς, ρεπουμπλικανούς βουλευτές της Βόρειας Ιρλανδίας απ΄ ό,τι προτεστάντες, ενωτικούς.

Σε αυτήν την εικόνα προστίθενται τα δεδομένα της δημογραφικής εξέλιξης, με την νέα γενιά, που ευνοούν τους ρεπουμπλικανούς, δημιουργώντας στους ενωτικούς το αίσθημα ότι μεταβάλλονται σε μειονότητα υπό πολιορκία.

Το Brexit αναβίωσε επίσης το ζήτημα της ενοποίησης της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν έχει επιστήσει την προσοχή του Ηνωμένου Βασιλείου για τυχόν πισωγύρισμα της ειρηνευτικής διαδικασίας του 1998.

Οι συγκρούσεις των τελευταίων ημερών τροφοδοτήθηκαν επίσης από την απόφαση των αρχών να μην προχωρήσουν στην δίωξη των μελών του Σιν Φέιν που συμμετείχαν στη κηδεία του αρχηγού των υπηρεσιών Πληροφοριών του IRA Μπομπ Στόρεϊ, όπου συμμετείχαν χιλιάδες άνθρωποι, στην πλειονότητά τους χωρίς μάσκες και μέτρα ασφαλείας, κατά παραβίασιν των περιοριστικών μέτρων του lockdown.

Αυτό εξηγεί εν μέρει την οργή της κοινότητας των ενωτικών που κατευθύνεται κατά της αστυνομίας, σύμφωνα με την υπουργό Δικαιοσύνης.

Ομως, σύμφωνα με τον Ντάνκαν Μόροου του Πανεπιστημίου του Ολστερ, «παραμένει πολύ δύσκολο να δει κανείς πού θα μας οδηγήσει αυτό, αν όχι σε αυξανόμενη απογοήτευση και οργή».