Quantcast

Jo Nesbo: «Η αγάπη είναι πιο ισχυρό κίνητρο από τη ζήλεια»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Ο Αρχοντας της Ζήλειας», μία από τις ιστορίες του οποίου διαδραματίζεται στη χώρα μας, ο Νορβηγός σταρ της αστυνομικής λογοτεχνίας μας μιλά για την Ελλάδα που λατρεύει, για την αγάπη, τη ζήλεια, τον κίνδυνο, τη διασημότητα και τα δύσκολα ερωτήματα που θέτει στον εαυτό του.

Photo credit: Thron Ullberg

Θα μπορούσε να γίνει γνωστός ποδοσφαιριστής. Ή χρηματιστής. Όμως, ένας τραυματισμός , μαζί με τη φαντασία του, τον έσπρωξαν να γίνει, τελικά, ο δημιουργός μοναχικών, πολύπλοκων, επώδυνα χαρισματικών ηρώων, από εκείνους που πάντα βρίσκουν απέναντί τους τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού τους και τα φαντάσματα όσων αγάπησαν. Ο Jo Nesbo, o «ροκ σταρ» της αστυνομικής λογοτεχνίας,  ένας από τους διασημότερους συγγραφείς στον κόσμο, με πωλήσεις περισσότερων από 50 εκατοµµύρια αντίτυπα σε 50 χώρες, δεν παραδέχεται εύκολα ότι αναβάθμισε το λογοτεχνικό είδος στο οποίο έχει, κατά κύριο λόγο, εστιάσει. Όμως, αρκεί να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο του, ειδικά όσα ακολούθησαν μετά τον περίφημο «Χιονάνθρωπο», για να συνειδητοποιήσει ότι η παγκόσμια απήχησή του δεν είναι τυχαία. Ελάχιστοι αναγνώστες θα μπορούσαν να μείνουν ασυγκίνητοι από έναν συγγραφέα που ξεπερνά το γνώριμο σύνορο του σασπένς για να ψηλαφίσει τις πιο απόκρυφες γωνίες της σκέψης και των συναισθημάτων και να αναζητήσει δύσκολες απαντήσεις για την ανθρώπινη φύση-και, ναι, για τη δική του.

Και φυσικά, ο πολυαγαπημένος Χάρι Χόλε, πρωταγωνιστής μιας ολόκληρης σειράς, ο λογοτεχνικός ντετέκτιβ στον οποίο χρωστάει σε μεγάλο βαθμό τη δημοφιλία του, δεν θα μπορούσε να του είναι αρκετός. Ο Nesbo τον «ξεψάχνισε» και τον «γύμνωσε», και μετά προχώρησε παρακάτω, σε άλλους τόπους και άλλους ήρωες, για ακόμα περισσότερες απαντήσεις και αποκαλύψεις.

Ένας από τους ήρωες αυτούς είναι ο Νίκος Μπαλής, κεντρική φιγούρα σε μία απο τις επτά ιστορίες που συνθέτουν το νέο βιβλίο του Nesbo, «Ο άρχοντας της ζήλειας» (εκδόσεις Μεταίχμιο). «Λένε ότι μυρίζομαι τη ζήλια», λέει ο αστυνομικός, που βρίσκεται στην Κάλυμνο για να εξιχνιάσει μια ανεξήγητη εξαφάνιση. «Αλλά κάνουν λάθος. Η ζήλια δεν έχει μυρωδιά, ούτε χρώμα, ούτε ήχο. Έχει όμως μια ιστορία».

Η ιστορία αυτή ξετυλίγεται στο ελληνικό νησί και η αίσθηση ότι ο συγγραφέας γνωρίζει καλά την Ελλάδα και τους Έλληνες είναι σχεδόν συγκινητική. 

Και μετά είναι ο «Οντ», ο καλτ συγγραφέας που παγιδεύεται στο ίδια του την περιθωριακή φύση, όταν αυτή ακριβώς τον κάνει διάσημο-μια αριστουργηματική διείσδυση στην προσωπική ηθική. Ένας αινιγματικός συνεπιβάτης σε μια πτήση («Λονδίνο»). Μία φαινομενικά αδύναμη υπάλληλος μίνι μάρκετ («Στην ουρά»). Ένας ευέξαπτος συλλέκτης απορριμάτων («Σκουπίδια»). Ο σύζυγος μιας γυναίκας που αγαπούσε τα σοκολατάκια με γέμιση μπανάνα («Η ομολογία»). Ένας ταξιτζής με λεπτό γούστο στα κοσμήματα («Το σκουλαρίκι»).

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, διαφόρων εθνικοτήτων, θύτες και θύματα, ικανοί για όλα, σε ένα φόντο όπου το έγκλημα και η τιμωρία δεν συνδέονται με τον συμβατικό τρόπο. Διηγήματα με κινηματογραφική αύρα, «επενδυμένα» με μουσική, με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, ιστορίες μικρές αλλά θεαματικά διεισδυτικές, ευκολοδιάβαστες αλλά όχι εύπεπτες, με τον συγγραφέα να δίνει, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, την εντύπωση ότι κρύβεται πίσω από τον κάθε πρωταγωνιστή του. Και ότι ο στόχος του, έστω και υποσυνείδητα, δεν ήταν το «ποιος το έκανε», αλλά να φιλοσοφήσει και να αποκαλυφθεί, γενναία και έντιμα. Έστω και με κόστος.

Βρίσκομαι «απέναντί» του, σε μια συνομιλία μέσω zoom. Αντιμετωπίζει συγκρατημένα τις εκφράσεις θαυμασμού και εκτίμησης στο πρόσωπό του, αν και μερικές φορές χαμογελάει διακριτικά, σχεδόν σεμνά. Σου δίνει την αίσθηση ότι προσπαθεί να απαντήσει με όση ακρίβεια και ειλικρίνεια γίνεται, στο πλαίσιο του υπάρχοντος χρόνου. Είναι ένας μαγευτικός συνομιλητής.

Θα λέγατε ότι «Ο Άρχοντας της Ζήλειας» είναι το πιο προσωπικό σας βιβλίο μέχρι σήμερα;

Μμ... Ναι, θα μπορούσε να είναι.

Παρόλο που όλες οι ιστορίες έχουν σασπένς, δίνουν την αίσθηση ότι το κέντρο βάρος δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στην εξερεύνηση του καλού και του κακού μέσα μας. Οι πιστοί αναγνώστες σας είναι πιθανόν να ξαφνιαστούν.   Ήταν ρίσκο για εσας;

Ίσως το να πω ότι γράφω για μένα ακούγεται ως κλισέ, αλλά μέχρι ενός σημείου είναι αληθεια. Κάθε φορά αρχίζω από το μηδέν. Είναι ένα καινούριο ξεκίνημα και ελπίζεις ότι οι αναγνώστες θα έρθουν στο βιβλίο σου με ανοιχτό μυαλό. Συχνά ξεκινάω να γράφω όταν η ιδέα ακόμα «μαγειρεύεται». Έχω έναν πυρήνα στο μυαλό μου, όμως, μερικές φορές, καθώς προχωράω, καταλαβαίνω ότι όχι, τελικά γράφω για κάτι άλλο. Γιατί δουλεύεις και με το υποσυνείδητο. Μου λέτε ότι αυτή είναι η πιο προσωπική συλλογή ιστοριών, όμως δεν ξεκίνησα λέγοντας, οκ, τώρα θα γράψω κάτι προσωπικό. Αυτό που γράφω δεν είναι απαραίτητα αυτό που σχεδίασα να γράψω. 

Η γνώση σας για τη χώρα μας είναι βαθιά-και καθόλου τουριστική. Αλήθεια, όταν πρωτοήρθατε στην Ελλάδα, αυτό που αντικρίσατε συμβάδιζε με την αντίληψη που είχατε για αυτήν;

Πρωτοπήγα στην Κέρκυρα, στα 17 μου. Τότε δεν είχα αντίληψη για την Ελλάδα, απλά τη λάτρεψα. Λάτρεψα τα πάντα. Σε σύγκριση με τη Δανία ή τη Σουηδία, η χώρα μου η Νορβηγία ήταν πάντα λιγότερο εκλεπτυσμένη. Ήταν μια χώρα ψαράδων- εγώ μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη στη δυτική ακτή. Πριν από την Ελλάδα, είχα ταξιδέψει με τρένο στο Μιλάνο, το Παρίσι, το Μόναχο, πιο σοφιστικέ τόπους, αλλά όταν πάτησα το πόδι μου στην Κέρκυρα, ήταν σαν να «επιστρέφω» στη χώρα μου. Τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους, σκέφτηκα. Δεν είναι ίδια η νοοτροπία σας με τη δική μας, αλλά με κάποιον τρόπο είναι.  Ίσως θα ένιωθα πολύ διαφορετικά αν είχα πάει στην Αθήνα τότε, αλλά η Κέρκυρα της δεκαετίας του ΄70 δεν ήταν απλά ένας τουριστικός προορισμός. Δεν υπήρχε επαγγελματισμός, υπήρχε ειλικρίνεια. Γνώριζες πραγματικά τους ανθρώπους, κι εκείνοι χαίρονταν επειδή είχες ταξιδέψει από τόσο μακριά μέχρι το νησί τους.  

Τώρα έρχεστε συχνά σε άλλο νησί, στην Κάλυμνο, για αναρρίχηση την οποία, μάλιστα, περιγράφετε με λεπτομέρεια στο διήγημα. Όμως, είναι ένα σπορ με ρίσκα. Σας αρέσει να φλερτάρετε με τον κίνδυνο;

Η αναρρίχηση που κάνω είναι κυρίως αθλητική. Δεν είναι ελεύθερη αναρρίχηση. Πράγματι, αναζητώ τις ένονες συγκινήσεις  στη ζωή μου, αλλά μέχρι ενός σημείου. Δε θέλω να θέτω τον εαυτό μου σε αντικειμενικό κίνδυνο. Έχω πει, για παράδειγμα, στον αδελφό μου, στον ανιψιό μου και στην κόρη μου: “Μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε, αλλά ποτέ μην ανεβείτε σε μοτοσυκλέτα. Οι πιθανότητες να πεθάνετε είναι μεγάλες. Μην το κάνετε”. “Μα, μπαμπά, εσύ κάνεις αναρρίχηση!”, μου λέει η κόρη μου. Και της λέω να δει τις στατιστικές, που αποδεικνύουν ότι αυτό που κάνω εγώ δεν είναι επικίνδυνο, τουλάχιστον όχι όσο ο αλπινισμός ή η αναρρίχηση σε πάγο.  Είχα μια φίλη, λίγο σαν και μένα σε διανοητικό επίπεδο, λίγο χύμα... Και όταν της αρνήθηκα να αναρριχηθούμε παρέα, έγινε έξαλλη. Όμως, της εξήγησα ότι μοιάζουμε υπερβολικά, και αν σκαρφαλώσουμε μαζί, αργά ή γρήγορα θα γίνει ατύχημα. Κάνουμε τα ίδια λάθη και δεν θα προλάβεις το δικό μου, ούτε εγώ το δικό σου, της είπα. Προσέχω, λοιπόν.  Βέβαια, δεν αρνούμαι ότι μια σχετική αίσθηση κινδύνου σε αυτό το σπορ, το γεγονός ότι πρέπει να αντιμετωπίσεις τον ίδιο σου τον φόβο, το κάνει ενδιαφέρον.

Η ζήλεια είναι η σπονδυλική στήλη των επτά ιστοριών. Είναι, πιστεύετε, το κυρίαρχο κίνητρο για όλες τις πράξεις μας;

Όχι. Νομίζω ότι κινούμαστε από δυνατότερα κίνητρα, όπως είναι το νοιάξιμο για τους άλλους και η αγάπη.  Δεν αμφιβάλλω ότι ο Κριστιάνο Ρονάλντο προσπαθεί σκληρότερα επειδή «ζηλεύει» το ταλέντο του Μέσι, αλλά αυτό είναι, στην πραγματικότητα, υγιής ανταγωνισμός. Προσωπικά, μου αρέσει να συναγωνίζομαι, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είμαι ζηλιάρης. Η ζήλεια για την οποία γράφω στις ιστορίες, είναι αυτό το σκοτεινό, επώδυνο συναίσθημα που δεν θέλεις να έχεις. Που μπορεί να σε οδηγήσει ακόμα και στον φόνο. Αν σου ζητούσαν να ακρωτηριάσεις ένα συναίσθημα από το μυαλό σου, ποιο θα επέλεγες; Μάλλον τη ζήλεια. Είναι ένα συναίσθημα που δεν χρειάζεται. Κι αν κάποτε, για λόγους εξέλιξης, υπήρχε κάποιος λόγος να υφίσταται, στις μοντέρνες κοινωνίες είναι δύσκολο  να βρεις έναν καλό λόγο για την ύπαρξη της βίαιης ζήλειας.

Στο βιβλίο αναφέρεστε ακόμα και στις πιο ανομολόγητες σκέψεις και πλευρές μας. Πιστεύετε ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει δολοφόνοι, σε πολύ συγκεκριμένες συνθήκες;

Γενικά, οι άνθρωποι κάνουν αυτό που απαιτείται για να επιβιώσουν και  για να σώσουν τους απογόνους τους, ανάλογα με την κατάσταση. Και ναι , ο φόνος δεν είναι ένα όριο που δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεράσουν. Αν οι καταστάσεις είναι ακραίες και έχεις ήδη ξεπεράσει, διανοητικά, άλλα εμπόδια, δε νομίζω ότι ο φόνος αντιπροσωπεύει στ’ αλήθεια το απόλυτο σύνορο για τι τι μπορείς να κάνεις. Υπάρχουν κι άλλα, πιο σκληρά πράγματα από το σκοτώσεις κάποιον.

Τα βασανιστικά διλήμματα του συγγραφέα Οντ, στο ομώνυμο διήγημα, μοιάζουν σαν να αντανακλούν τις δικές σας βαθύτερες σκέψεις. Είστε ο Οντ;

Και ναι και όχι (γελάει). Ηξερα ότι αυτό το διήγημα θα διαβαζόταν έτσι. Είναι ένας συνδυασμός του εαυτού μου και όσων βλέπω να σκέφτονται συναδέλφοι συγγραφείς, που αναρωτιούνται για τη θέση τους στον κόσμο. Βρίσκομαι σε ένα μόνιμο debate με τον εαυτό μου, σχετικά με την ακεραιότητα. Σίγουρα προσπαθείς να τη διατηρήσεις, όμως η δημοφιλία είναι δελεαστική ερωμένη και μπορεί να σε παρασύρει να κάνεις πράγματα χωρίς, σχεδόν, να τα συνειδητοποιείς. Θέτω, λοιπόν, όπως ο Οντ, την ερώτηση στον εαυτό μου: Ποια είναι τα κίνητρά σου; Αναζητείς τη δημοφιλία, κάνεις αυτό που έκανες πάντα επειδή θέλεις να επαναλάβεις την επιτυχία ή προσπαθείς να φτιάξεις ένα νέο έδαφος και να εξελιχθείς ως συγγραφέας, ρισκάροντας να χάσεις αναγνώστες και να καταλήξεις στο περιθώριο της αγοράς;  Ναι, ο Οντ αντανακλά και εμένα,  αλλά δεν είμαι ακριβώς αυτός. Εγώ είμαι ένας mainstream, μπεστεσελίστας  συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, κι εκείνος είναι καλτ και αποτραβηγμένος. 

Εδώ και χρόνια, κι έχετε συμβάλλει πολύ σε αυτό, η αστυνομική λογοτεχνία εμβαθύνει στην ψυχολογία, στην κοινωνία, στους τόπους και στην Ιστορία, ενίοτε και στην πολιτική. Θα λέγατε ότι, ως λογοτεχνικό είδος, έχει «αναβαθμιστεί»; 

Τα αστυνομικά μυθιστορήματα  μπορούν να γίνουν σκληρά. Να διασχίσουν το σύνορο της απλής, ανάλαφρης ψυχαγωγίας και να μεταμορφωθούν σε ιστορίες που πραγματικά σε ρουφάνε μέσα τους. Τα είδη υπάρχουν επειδή ο αναγνώστης ξέρει τι να περιμένει, και έτσι η αρχική επικοινωνία του με τον συγγραφέα είναι ευκολότερη. Αν, στην πορεία  αλλάξεις κάτι στο είδος, αν εξελίξεις την ιστορία σου, αν πεις κάτι απρόσμενο, και πάλι κάτι λες στον αναγνώστη, και πλέον η επικοινωνία μαζί του γίνεται  πιο ουσιαστική και πιο πολυεπίπεδη.

Δεν έχω ψευδαισθήσεις ότι η αστυνομική έχει αναβαθμιστεί σε υψηλή λογοτεχνία. Είναι βέβαια, πολύ διευρυμένη, πλέον. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι στο είδος υπάρχουν πολλοί καλύτεροι συγγραφείς σε σχέση με πριν από 50 χρόνια, αλλά και πολλοί χειρότεροι από τότε, επίσης.