Πέθανε στα 101 ο ποιητής και εκδότης Λόρενς Φερλινγκέτι, από τις εμβληματικές μορφές της «Γενιάς Μπιτ»

Πέθανε σε ηλικία 101 ετών ο Λόρενς Φερλινγκέτι (Lawrence Ferlinghetti), ο ποιητής και εκδότης, μια από τις εμβληματικές μορφές της Γενιάς Μπιτ, και του οποίου το βιβλιοπωλείο City Lights, που ιδρύθηκε το 1953, αποτέλεσε ζωντανό θρύλο του Σαν Φρανσίσκο και λογοτεχνικό καταφύγιο των συγγραφέων της Γενιάς Μπιτ, όπως του Τζακ Κέρουακ και του Άλεν Γκίνσμπεργκ.

Ο Φερλινγκέτι, ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μάχη για την ελευθερία του λόγου, αφού εξέδωσε το «Ουρλιαχτό» του Γκίσνμπεργκ, το 1956, άφησε την τελευταία του πνοή το βράδυ της Δευτέρας, ανακοίνωσε το βιβλιοπωλείο του μέσω του Twitter. «Σ’ αγαπάμε, Λόρενς», προστίθεται στην ανάρτηση.

Όταν ο ποιητής έκλεισε έναν αιώνα ζωής, στις 24 Μαρτίου 2019, ο δήμος του Σαν Φρανσίσκο ανακήρυξε την ημέρα εκείνη «Ημέρα του Λόρενς Φερλινγκέτι». Το City Lights οργάνωσε ένα πάρτι, αλλά το τιμώμενο πρόσωπο δεν παρέστη επειδή αντιμετώπιζε προβλήματα όρασης και δεν μπορούσε να μετακινηθεί πλέον εύκολα. Με την ευκαιρία των γενεθλίων του, ο εκδοτικός οίκος Doubleday εξέδωσε το βιβλίο Little Boy, ένα "πειραματικό" μυθιστόρημα με αυτοβιογραφικές πινελιές.

Ο πυρήνας της Γενιάς Μπιτ δημιουργήθηκε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1950 όμως ο Κέρουακ, ο Γκίνσμπεργκ, ο Ουίλιαμ Μπάροους και άλλοι συγγραφείς, καλλιτέχνες, χίπστερ, ακτιβιστές κατέληξαν να περιφέρονται στη Λεωφόρο Κολόμπους του Σαν Φρανσίσκο, για να αράξουν στο βιβλιοπωλείο City Lights.

«Λέω συνέχεια ότι δεν ήμουν μέλος της αρχικής Γενιάς Μπιτ. Ήμουν απλώς ο τύπος που κράταγε το μαγαζί», είπε ο Φερλινγκέτι σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στους Los Angeles Times το 2005.

Ο Φερλινγκέτι γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1919 στο Γιόνκερς (Μπρούκλιν) της Νέας Υόρκης, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ήταν το πέμπτο παιδί Ιταλού μετανάστη από την Λομβαρδία της και Γαλλίδας μητέρας. Η μητέρα του έπασχε από ψυχική νόσο και για αυτό πήγε να ζήσει με έναν συγγενή στη Γαλλία και αργότερα με μια άλλη οικογένεια στη Νέα Υόρκη.

Σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας  και πήρε το πτυχίο του στη φιλολογία το 1941.  

Υπηρέτησε στο Ναυτικό κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ενώ υπηρετούσε στο Ναυτικό, ο Φερλινγκέτι βρέθηκε στο Ναγκασάκι, έξι εβδομάδες μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας. Είχε πει στην εφημερίδα San Francisco Chronicle ότι στα συντρίμμια βρήκε ένα φλιτζάνι τσαγιού που έμοιαζε σαν να είχε επάνω του λιωμένη ανθρώπινη σάρκα. «Εκείνη τη στιγμή, έγινα ειρηνιστής», είπε. Έλαβε μέρος στην απόβαση της Νορμανδίας και δούλεψε για την Αντίσταση μαζί με τους ελεύθερους Γάλλους και Νορβηγούς.

Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, σπουδάζοντας παράλληλα στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια ως το 1947. Το 1948 πήγε στο Παρίσι για να κάνει το διδακτορικό του στη Σορβόννη. Εκεί άρχισε να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα – το «Her», που εκδόθηκε 12 χρόνια αργότερα- και να μεταφράζει Πρεβέρ.

Παντρεύτηκε μια Αμερικανίδα φοιτήτρια και γύρισε στο Σαν Φρανσίσκο. Έγραφε κριτική τέχνης σε περιοδικά, έκανε παρέα με εξπρεσιονιστές ζωγράφους και παρακολουθούσε τις ποιητικές συγκεντρώσεις της πόλης. Δημιουργήθηκε έτσι ο πυρήνας του ποιητικού κινήματος του Σαν Φρανσίσκο. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην τοπική επιθεώρηση City Lights. Μαζί με τον διευθυντή του περιοδικού ίδρυσε το βιβλιοπωλείο City Lights Books το 1953 με σκοπό να ειδικευτούν στις «ποιητικές εκδόσεις τσέπης».

Δυο χρόνια αργότερα ξεκίνησε τις ομώνυμες εκδόσεις, που τα επόμενα χρόνια θα γίνονταν το βήμα των σημαντικότερων ποιητών και συγγραφέων μπητ και εναλλακτικής λογοτεχνίας και ποίησης. Το βιβλιοπωλείο, μαζί με τις εκδόσεις, αποτέλεσε τουλάχιστον για μια δεκαετία κύριο φυτώριο, μέρος ζύμωσης και έκφρασης της νέας αμερικανικής κουλτούρας των δεκαετιών ’50-’60 για τη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ. Εκεί ένωσε τις δυνάμεις του με τους Αλεν Γκίνζμπεργκ (μαζί στη φωτογραφία), Κένεθ Ρέξροθ και Τζακ Κέρουακ, που είναι και ο βασικός πυρήνας της γενιάς των ποιητών Μπιτ. Το 1955 ο Ferlinghetti τύπωσε το πρώτο του βιβλίο «Εικόνες του κόσμου που έφυγε».

Το 1957 ο Φερλινγκέτι βρέθηκε στην πρώτη γραμμή μιας συνταγματικής μάχης, όταν συνελήφθη επειδή εξέδωσε το πρωτοποριακό «Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα» του Γκίνσμπεργκ. Μολονότι οι Μπιτ συγγραφείς το θεωρούσαν επικό επίτευγμα, το ποίημα σόκαρε μεγάλο μέρος του κοινού, με τις αναφορές του στα ναρκωτικά, την ομοφυλοφιλία και την απόρριψη των κυρίαρχων κοινωνικών συμβάσεων.

Ο Φερλινγκέτι απαλλάχθηκε από την κατηγορία όταν ένας δικαστής έκρινε ότι το «Ουρλιαχτό» δεν ήταν άσεμνο επειδή είχε κοινωνική αξία. «Μας έβαλε στον χάρτη, με την ευγενική χορηγία του Αστυνομικού Τμήματος του Σαν Φρανσίσκο. Είναι δύσκολο να βρεις τέτοιου είδους διαφήμιση», σχολίασε εκείνος.

Ο Φερλινγκέτι και ο Πίτερ Ντ. Μάρτιν, που τότε ήταν ακόμη φοιτητής κοινωνιολογίας, ίδρυσαν το City Lights και έναν μικρό εκδοτικό οίκο το 1953. Το όνομα του βιβλιοπωλείου προερχόταν από την ταινία «Τα φώτα της πόλης» του Τσάρλι Τσάπλιν. Μέσα σε λίγα χρόνια, μετατράπηκε στη Μέκκα των μποέμ, των διανοούμενων, των ακτιβιστών, των μουσικών και των ακτιβιστών της Δυτικής Ακτής.

«Το City Lights έγινε το μοναδικό μέρος όπου μπορούσες να πας, να καθίσεις και να διαβάσεις βιβλία χωρίς να σε πιέζουν να αγοράσεις κάτι… Επίσης, ήμουν την άποψης ότι ένα βιβλιοπωλείο θα έπρεπε να είναι το επίκεντρο της διανόησης», είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του στο Hartford Courant το 2006.

Ο Φερλινγκέτι ήθελε τα ποιήματά του να είναι «προσβάσιμα» σε όλους και σε μια συνέντευξή του στο Writer’s Digest το 2010 είχε πει ότι «το ποίημα πρέπει να έχει μια δημόσια επιφάνεια, που σημαίνει ότι θα πρέπει να μπορούν να τα καταλάβουν ακόμη και αυτοί που δεν είχαν καμία εκπαίδευση». «Κατόπιν, από κάτω, θα πρέπει να υπάρχει ένα υποκειμενικό ή ανατρεπτικό επίπεδο, που θα καθιστά το ποίημα πιο σημαντικό από ένα απλό επιφανειακό στίχο που σου δίνει μόνο μια ωραία εικόνα».

Εκτός από έργα των Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ και Μπάροους, ο Φερλινγκέτι εξέδωσε επίσης έργα των Νιλ Κάσαντι, Γκάρι Σνάιντερ, Γκρέγκορι Κόρσο, Σαμ Σέπαρντ και Τσαρλς Μπουκόφσκι.

Όταν ρωτήθηκε πώς κατάφερε να παραμένει πολυγραφότατος και να φτάσει μέχρι τα 100, είπε στο NPR: «Να γελάς πολύ και θα ζήσεις περισσότερο».

Είχε ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο διαβάζοντας ποίηση, είχε λάβει μέρος σε ταινίες και ζωντανές ηχογραφήσεις, είναι εκδότης και φίλος πολλών beat (και μη) ποιητών. Επηρεάστηκε ιδεολογικά, μεταξύ άλλων, από το βουδισμό. Είχε εκθέσει αρκετές φορές έργα ζωγραφικής του.

Απ’ το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζουν η ποιητική συλλογή A Coney Island Of The Mind του 1958 που μεταφράστηκε σε εννιά γλώσσες και έχει πουλήσει ένα εκατομμύριο αντίτυπα, και η συλλογή Landscapes Of Living And Dying που έχει βραβευτεί στην Αμερική. Είχε γράψει επίσης θεατρικά έργα. Έγινε τιμητικό μέλος της ομάδας Εικόνα και Ποίηση το 2009. Άνθρωπος της δράσης, πολιτικοποιημένος και ειρηνόφιλος, είναι ευρύτατα γνωστός στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Κατά την αναγόρευσή του το 1998 ως πρώτου Δαφνοστεφούς Ποιητή του Σαν Φρανσίσκο, ενώπιον του Ουίλι Μπράουν, του δημάρχου της πόλης, είχε δηλώσει:

«Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, οι ποιητές θεωρούνται τύποι ανατρεπτικοί, ένας κίνδυνος για τη δημοκρατία. Μου πάει γάντι αυτός ο ρόλος. Βλέπω τον εαυτό μου σαν μία αλογόμυγα και θα χρησιμοποιήσω αυτή την αναγνώριση για να διαδώσω τις ιδέες μου και τις εμμονές μου». Ένα από τα αγαπημένα του γνωμικά, που το λέει σε φίλους του με κάθε ευκαιρία, είναι ιταλικό: «Mangia bene, ridi spesso, ama molto» («Τρώγε καλά, γέλα συχνά, αγάπα πολύ»), στο οποίο προσθέτει τη δική του κατάληξη «Και μην τα θαλασσώνεις».