Έρολ Φλιν: Ο θρυλικός ζεν πρεμιέ με την τρικυμιώδη ζωή και τους κορυφαίους ρόλους

Είχε όλα τα χαρακτηριστικά του μοιραίου γόη στο σινεμά, αλλά και στη ζωή. Ήταν ένας θρύλος, που λάτρεψαν οι γυναίκες όλου του κόσμου, μέσα από τις ταινίες του, καθώς υπήρξε ο πρώτος ζεν πρεμιέ αλλά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ο διάδοχος τού μυθικού πια Ροντόλφο Βαλεντίνο, που πέθανε πολύ νέος, όταν ο Έρολ Φλιν ήταν μόλις 17 χρόνων. 

Ταυτόχρονα η ζωή του υπήρξε μυθιστορηματική, τρικυμιώδης, απρόβλεπτη, αντισυμβατική αν και υπήρξε σύμβολο του Χόλυγουντ. Και μόνο ότι στα 20 του κατηγορήθηκε για φόνο ενός μαστροπού, σε μια κακόφημη συνοικία του Σίδνεϊ, τα λέει όλα.

Ήταν ένας τεράστιος σταρ, που όλες οι ανερχόμενες ηθοποιοί ήθελαν να βρεθούν δίπλα του σε κάποια ταινία, για να εκτοξεύσουν τη δημοφιλία τους στα ύψη. Από τους βασικότερους συντελεστές του περίφημου ρομαντικού ηρωικού σινεμά του Χόλυγουντ της χρυσής εποχής.

Λεπτός, ψηλός, ευθυτενής, αεικίνητος, με υπέροχα όμορφο πρόσωπο, με λεπτά χαρακτηριστικά. Πίσω από το θαρραλέο, αθώο, γλυκό του βλέμμα, άφηνε μια στάλα από τον πραγματικό του χαρακτήρα, αυτού του «γοητευτικού αλήτη», που προκαλούσε ρίγη συγκίνησης και ηδονής στο γυναικείο πληθυσμό και όχι μόνο..

Συμπληρώνοντας 60 χρόνια από το θάνατό του (14 Οκτωβρίου 1959) είναι μια ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα ένα σταρ απ’ αυτούς που δύσκολα βγαίνουν σήμερα, έναν ηθοποιό που δεν στηρίχθηκε τόσο στις ερμηνευτικές του ικανότητες, αλλά σε αυτή την πέρα κάθε λογικής λάμψη που εξέπεμπε και μαγνήτιζε το φακό.

Από την Τασμανία στο Βασιλικό Θέατρο του Νορθάμπτον

Ο Έρολ Φλιν γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1909 στο Χόμπαρτ της Τασμανίας, όπου ο πατέρας του ήταν καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο. Οι γονείς του είχαν γεννηθεί στην Αυστραλία από Βρετανούς προγόνους που είχαν σταλεί στην Τασμανία ως κατάδικοι.

Η μητέρα του ήταν από οικογένεια ναυτικών, όπως έλεγε ο ίδιος και γι’ αυτό δικαιολογούταν για την αγάπη του στη θάλασσα και τα πλοία. Ήταν το μαύρο πρόβατο για το συντηρητικό εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής, καθώς αποβλήθηκε από πολλά σχολεία, εξαιτίας των καυγάδων που έμπλεκε, αλλά και τις ερωτικές του περιπέτειες. Έφτασε μέχρι και στη σύναψη σχέσης με καθαρίστρια σχολείου.

Στα 20 του χρόνια έφυγε για τη Νέα Γουινέα, όπου αγόρασε μια φυτεία καπνού, αλλά απέτυχε παταγωδώς, όπως και στη προσπάθειά του να στήσει μια επιχείρηση εξόρυξης χαλκού. Στις αρχές του 1930 μετακόμισε στην Βρετανία, όπου άρχισε να δοκιμάζει την τύχη του ως ηθοποιός, για να του δοθεί η ευκαιρία από το Βασιλικό Θέατρο του Νορθάμπτον.

Ο Ρομπέν των Ονείρων μας

Το 1933 πρωταγωνίστησε στην αυστραλιανή ταινία «In the Wake of the Bounty» του Τσαρλς Σόουβελ, ενώ το 1935 έπαιξε στο φιλμ «Murder at Monte Carlo» που γυρίστηκε στα βρετανικά στούντιο Τέντινγκτον της Warner Bros και η οποία έχει χαθεί. Αυτό ήταν και το αποφασιστικό βήμα του για να βρεθεί στο Χόλυγουντ.

Ο Έρολ Φλιν έκανε το μπαμ με την πρώτη του πρωταγωνιστική εμφάνιση το 1935, με τον Κάπτεν Μπλαντ, μια κλασική ρομαντική εξωτική περιπέτεια και σε σκηνοθεσία Μάικλ Κέρτιζ («Καζαμπλάνκα»), έχοντας δίπλα του την παιδούλα ακόμη Ολίβια ντε Χάβιλαντ, η οποία μαζί με τις επόμενες οκτώ ταινίες που έπαιξαν μαζί, καθιερώθηκε ως πρωταγωνίστρια πρώτης γραμμής.

Το 1936 έκανε την φημισμένη περιπέτεια «Η Επέλασις της Ελαφράς Ταξιαρχίας» και μετά από δύο χρόνια τον κλασικό και αξεπέραστο «Ρομπέν των Δασών». Στα γυρίσματα της ταινίας δημιουργήθηκε κι ένα ειδύλλιο με την Ολίβια, το οποίο δεν προχώρησε, γιατί όπως είπε η ηθοποιός εκείνος ήταν ήδη παντρεμένος με την Λίλι Νταμίτα.

Η σύγκρουση με την Μπέτι Ντέιβις

Οι ρόλοι του ριψοκίνδυνου ρομαντικού ήρωα του ταίριαζαν γάντι, λόγω της εκπαίδευσής του στην ξιφασκία και των φυσικών του χαρισμάτων και τον έκαναν αγαπητό σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη σε ότι και να έκανε.

Αμέσως μετά έπαιξε στην «Αποστολή Θανάτου» (1938) με τον αδελφικό του φίλο και επίσης κορυφαίο ηθοποιό Ντέιβιντ Νίβεν, τον επόμενο χρόνο τον «Κατακτητή» και το 1940 τον «Αετό των Θαλασσών».

Ένα χρόνο νωρίτερα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Ελισάβετ και Έσεξ» ο Φλιν και η Μπέτι Ντέιβις μάλωσαν στο περιθώριο των γυρισμάτων. Με την περίφημη σκληράδα της η Ντέιβις του έκανε τη ζωή δύσκολη, του έριξε και ένα χαστούκι με την ευκαιρία που της δόθηκε από το σενάριο.

Οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές και όμως η επιτυχία τους ως πρωταγωνιστικό ζευγάρι ήταν τεράστια και γι’ αυτό η Warner, που δεν θα έχανε ποτέ την ευκαιρία, τους επέβαλε να παίξουν σε ακόμη δύο ταινίες.

Ο Πόλεμος και τα προβλήματα υγείας

Μετά την είσοδο των ΗΠΑ στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Έρολ Φλιν κατηγορήθηκε επειδή δεν κατατάχθηκε στο στρατό, ενώ συνέχιζε να παίζει ρόλους πολεμικών ηρώων («Επέλασις των Δραγώνων», «Ηρωική Εξόρμησις», «Ο Κατάσκοπος του Βορρά», «Αεροπλάνο Καθέτου Εφορμήσεως» κλπ).

Ωστόσο, στην πραγματικότητα είχε προσπαθήσει να καταταγεί σε όλους τους κλάδους, αλλά είχε απορριφθεί λόγω προβλημάτων υγείας, καθώς έπασχε από μεγαλοκαρδία, η οποία του είχε προκαλέσει και μια καρδιακή προσβολή, αλλά και από φυματίωση, πόνους στην πλάτη, τους οποίους προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με χρήση μορφίνης και αργότερα ηρωίνης.

Πάντως, υπήρξαν και βιβλία που στήριξαν την επιτυχία τους σε ισχυρισμούς ότι ο Έρολ Φλιν υπήρξε κατάσκοπος των Γερμανών, αλλά και των Αμερικανών ή ακόμη και διπλός κατάσκοπος. Ουδείς κατάφερε να εξακριβώσει τους ισχυρισμούς αυτούς...

Ένας χρήσιμος μπεκρής

Η δεκαετία του ‘50 και λόγω των προβλημάτων υγείας, της χρήσης ναρκωτικών, αλλά και με την άστατη προσωπική του ζωή, τον οδήγησαν και στον αλκοολισμό. Ως αποτέλεσμα αυτών, έχασε μέρος της γοητείας του με την οποία είχε ταυτιστεί στο κοινό, δείχνοντας πρόωρα γερασμένος και με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του να έχουν αλλοιωθεί.

Αυτό, όμως, δεν τον εμπόδισε, ίσως και να τον βοήθησε να παίξει εξαιρετικά το ρόλο ενός άχρηστου μπεκρή στην ταινία «Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά» (βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ), δίπλα στην Άβα Γκάρντνερ και τον Τάιρον Πάουερ, σε σκηνοθεσία του βετεράνου Χένρι Κινγκ, κερδίζοντας και την αναγνώριση ως σημαντικός ηθοποιός.

Κατηγορούμενος στο εδώλιο

Οι περιπέτειες της ζωής του πολλές. Πέρα από την ιστορία των νιάτων του, με τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου ενός μαστροπού, ο Έρολ Φλιν, που είχε τη φήμη του γυναικά, με τις αμέτρητες ερωμένες, αν και οι «κακές γλώσσες», μετά το θάνατό του, έκαναν λόγο και για πολλούς εραστές, βρέθηκε στα 33 του κι ενώ ήταν στην κορυφή, να ακουμπά τα κάγκελα της φυλακής.

Είχε αποπλανήσει τη 17χρονη Μπέτι Χάνσεν, στη διάρκεια ενός από τα περιβόητα πάρτι του Χόλυγουντ. Το σκάνδαλο και η δίκη που ακολούθησε έγινε, όπως ήταν λογικό, πρώτο θέμα της εποχής, επισκιάζοντας μέχρι και τις εξελίξεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δίκη δεν πήγαινε καλά από τις εξομολογήσεις του κοριτσιού αλλά και γιατί εμφανίστηκαν και άλλες ανήλικες που είπαν ότι τις είχε αποπλανήσει ο σταρ.

Όπως και η 16χρονη Πέγκι Σάτερλι, για την οποία ο Φλιν είπε: «Μα, έμοιαζε με 25 χρόνων». Παρά τα άσχημα δεδομένα, η ισχύς των κινηματογραφικών στούντιο του Χόλυγουντ επέβαλαν την αθώωσή του. Άλλωστε εκείνη τη χρονιά ο ηθοποιός πήρε επιτέλους και την αμερικανική ιθαγένεια.

Στην Κούβα του Κάστρο

Το 1959, που ο Έρολ Φλιν βρισκόταν στη δύση της καριέρας του, εξαιτίας των προβλημάτων υγείας και των εξαρτήσεών του, είχε ήδη τρία χρόνια στην Κούβα και μαζί με τον ρωσικής καταγωγής Βίκτορ Παλέν διατηρούσε μία κινηματογραφική αίθουσα στην Αβάνα.

Όταν ο Φιντέλ Κάστρο έμπαινε θριαμβευτικά στην Αβάνα, ανατρέποντας το απάνθρωπο καθεστώς Μπατίστα, ο Έρολ Φλιν άρπαξε τη φωτογραφική του μηχανή και μια κάμερα καταγράφοντας τα γεγονότα, ενθουσιασμένος από την επανάσταση.

Αποτέλεσμα αυτού του ενθουσιασμού ήταν ένα μεσαίου μήκους ντοκιμαντέρ, με τίτλο «Κουβανική Ιστορία», που προβλήθηκε ουσιαστικά μετά το 2000.

Το ντοκιμαντέρ ξεκινούσε με τον Φλιν να κοιτάζει την κάμερα να παίρνει μια υδρόγειο να βάζει το δάκτυλό του σε ένα σημείο της Καραϊβικής και να λέει: «Βλέπετε αυτό το μικρό κομματάκι εδώ κάτω; Λοιπόν, αυτό είναι το νησί της Κούβας». Μπορεί να είναι μικρή. Όμως, πρόσφατα, έχει γίνει πολύ μεγάλη στις καρδιές των ανθρώπων που αγαπούν την ελευθερία σε όλο τον κόσμο».

Το τελευταίο κεφάλαιο

Τι περίεργο, ο θρυλικός ζεν πρεμιέ, ο ήρωας εκατομμυρίων ανθρώπων και εκφραστής ενός ρομαντισμού που είχε αρχίσει να ξεπερνιέται, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να χαθεί από τον πυρήνα του κινηματογράφου, έκανε μία πολιτική ταινία, υπέρ της επανάστασης, του Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα, αμφισβητώντας ταυτόχρονα το περίφημο «αμερικανικό όνειρο».

Αυτός, ο ηδονιστής, ο γλεντζές, ο αδιόρθωτος πότης, ο χρήστης ναρκωτικών, με την πολυτάραχη ζωή έδινε την τελευταία του ερμηνεία, έκανε την πρώτη του σκηνοθεσία, μιλούσε για ανθρώπους πολύ μακριά από τον κόσμο του Χόλυγουντ. Μέσα από τα ερείπια της ζωής του έβλεπε να γεννιέται κάτι καινούργιο, κάτι αληθινό, κάτι γνήσια ρομαντικό και συμμετείχε σε αυτό και εκείνος. Ήταν η τελευταία του εμφάνιση.

Πέθανε μόλις σε ηλικία 50 ετών, στις 14 Οκτωβρίου. Τη χρονιά που η Αβάνα έχανε τα καμπαρέ και τα καζίνο, για Αμερικανούς γλεντζέδες, τυχοδιώκτες και μαφιόζους και κέρδιζε το δικαίωμα στο όνειρο. Τουλάχιστον αυτός έφυγε με αυτό το όνειρο.