Σε κάθε μας συνάντηση ο Ορέστης Τζιόβας είναι και πιο ώριμος. Ο αγαπημένος ηθοποιός, με αφορμή τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στην παράσταση «Το ψέμα του μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, που ανεβαίνει στο Σύγχρονο Θέατρο σε σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη, μιλά στη Realnews για τη βία μέσα στα ζευγάρια και στην οικογένεια, σχολιάζει την παθογένεια της Αμερικής αλλά και την «κακή διατροφή» του μυαλού. Τέλος, αποκαλύπτει την ευτυχία που βιώνει στα προσωπικά του, αλλά και πόσο τον απασχολεί το κεφάλαιο «γάμος και οικογένεια».
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα το περασμένο Σάββατο και ο Ορέστης μάς μεταφέρει το πλαίσιο του έργου. «Είναι ένα έργο που έχει ως αφορμή την κακοποίηση μιας γυναίκας από έναν άνδρα. Ξετυλίγοντας την υπόθεση, ο Σέπαρντ προσπαθεί να ταυτίσει την Αμερική με την οικογένεια αυτή. Με τον παραλληλισμό του Σέπαρντ, η Μπεθ, το θύμα, χάνει την αντίληψή της και τη συνειδητότητά της προς την πραγματικότητα, αλλά είναι σαν να κάνει ένα reset και να βλέπει πιο καθαρά τα πράγματα».
Ο ίδιος υποδύεται τον Μάικ, τον αδελφό της Μπεθ. «Ο Μάικ είναι ένας άνθρωπος που έχει εγκλωβιστεί μέσα στην οικογένεια, ενώ ασχολείται με την κτηνοτροφία και το κυνήγι. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να εκδικηθεί γι’ αυτό που έπαθαν η αδελφή του, η τιμή και η οικογένειά του. Ο πατέρας του είναι πάρα πολύ σκληρός στο έργο και έχει μια πολύ έντονη σχέση με τη σημαία και τα όπλα, υπέρμαχος του “πατρίς και οικογένεια”. Μέσω της υποκριτικής και της ψυχοθεραπείας έχω προσπαθήσει να προσεγγίσω τον ανθρώπινο νου και το πώς λειτουργεί – φαίνεται πως έχει την ανάγκη να έχει στεγανά. Θέλει τόλμη να μπορείς να φύγεις από τα στεγανά. Είναι μια ασφάλεια ο συντηρητισμός, προκαλεί μια ψευδή ασφάλεια στους ανθρώπους που τον εκφράζουν».
Το έργο του Σέπαρντ θίγει τα κακώς κείμενα της Αμερικής. «Η Ελένη Σκότη είπε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο, ότι η Αμερική είναι μια χώρα εφηβική και αυτό κουμπώνει και με το ότι αναφερόμαστε στην Ευρώπη ως τη Γηραιά Ηπειρο. Και, πραγματικά, η Αμερική έχει αυτό το εφηβικό, το οποίο όμως μπορεί να παραγάγει τρομερό προοδευτισμό, αλλά ταυτόχρονα και έναν ακραίο συντηρητισμό, έχει πολύ έντονες ακρότητες. Εχουμε περάσει και εμείς την πόλωση του εμφυλίου. Αν και στα 80s στην Αμερική υπήρχαν κινήματα που συζητάμε σήμερα, για τους ομοφυλόφιλους, τις τρανς γυναίκες, το ΑIDS. Σήμερα είναι σαν να έκανε reset και πηγαίνει πίσω ολοταχώς με αυτόν τον φασίστα Πρόεδρο που έχει. Διαβάζουμε πλέον άρθρα που τον συγκρίνουν με τον Χίτλερ, κάτι που κατά τη δική μου κρίση δεν το βρίσκω ακραίο. Γιατί και ο Χίτλερ στην εποχή του -τώρα τον κρίνουμε εξ αποστάσεως- είχε ένα φοβερό προσωπείο και μπόρεσε να τραβήξει μαζί του έναν ολόκληρο λαό να κατακτήσει όλη τη γη και δεν είχε και τόση δύναμη ο Χίτλερ όση έχει σήμερα ο Τραμπ. Μπορεί να μιλάμε για μια πιο επικίνδυνη περίπτωση. Σήμερα, λόγω της παγκοσμιοποίησης, βλέπουμε το καθρέφτισμά του στην πράξη. Γυναικοκτονίες, ενδοοικογενειακή βία, εφηβική βία».
Ο ηθοποιός αναφέρεται στο ιδιαίτερο μήνυμα που περνά ο τίτλος «Το ψέμα του μυαλού». «Στη σύγχρονη κοινωνία τα μυαλά ψεύδονται ως επί το πλείστον και μόνο με την παιδεία και την ελευθερία πετυχαίνεις την αλλαγή. Αν δεν θρέψεις το μυαλό, τόσο λιγότερο ελεύθερο γίνεται, τόσο περισσότερο μπορεί να “τρώει” τα ψέματα, να τα καταναλώνει και να τα αναπαράγει. Τα προβλήματα που έχουν οι σύγχρονες κοινωνίες οφείλονται στην “κακή διατροφή” του εγκεφάλου. Πιστεύω πως μια πρώτη ανάγνωση, το μήνυμα που παίρνει κάποιος, είναι πως η βία γεννά βία, πως η αποξένωση φέρνει τον συντηρητισμό. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι φωτισμένοι -δεν βάζω τον εαυτό μου σε αυτούςπου οφείλουν να δείχνουν τον δρόμο».
Εχοντας έρθει αντιμέτωπος με την κακοποίηση στην καριέρα του τονίζει: «Η φυγή δεν είναι λύση. Στη δουλειά μας μετά το #ΜeΤoo έχει δημιουργηθεί ένα υποστηρικτικό περιβάλλον όχι μόνο από τους φορείς αλλά και από όλους τους ανθρώπους. Αν συμβεί μια αδικία, από εκεί που δεν θα έπαιρνε κανείς θέση τώρα θα σε στηρίξουν δύο-τρεις. Οχι όλοι, αλλά τουλάχιστον έχει γίνει ένα βήμα».
Στον κόσμο των social media
«Είμαι άνθρωπος των social media, αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου η αυτοπροβολή», δηλώνει ο Ορ. Τζιόβας και προσθέτει: «Χρησιμοποιώ πολύ το διαδίκτυο, βλέπω πράγματα που μου αρέσουν κατασκευαστικά, συνταγές, αλλά δεν κοινωνικοποιούμαι μέσα από αυτά, τα χρησιμοποιώ ως εργαλείο και όχι ως προέκταση του εαυτού μου. Επειδή είχα από πολύ μικρός τους υπολογιστές στο σπίτι μου λόγω του πατέρα μου, που ήταν προγραμματιστής, έμαθα να τους χρησιμοποιώ ως εργαλείο και όχι ως κάτι που ήρθε να μπει στη ζωή μας ώστε να ζούμε μέσα από αυτό».
Ενδεικτικό είναι ότι ο ηθοποιός διατηρεί φίλους από την παιδική του ηλικία. «Δεν θα έλεγα ότι είναι εύκολες οι φιλίες στον χώρο μας, για εμένα τουλάχιστον. Εχω έναν πολύ καλό τρόπο να χωρίζω τους γνωστούς από τους φίλους. Θα έλεγα ότι είμαι αρκετά κοινωνικός, συναναστρέφομαι με πολύ κόσμο, αλλά το να πω ότι κάνω κάποιον φίλο για εμένα δεν είναι εύκολο. Μέσα στα χρόνια έχω κάνει κάποιους φίλους από τον χώρο, αλλά θεωρώ ότι είναι αρκετά δύσκολο λόγω του ανταγωνισμού. Οι πολύ καλοί μου φίλοι είναι εκτός χώρου, από την παιδική μου ηλικία».
Η σύντροφος
Για πρώτη φορά ο Ορέστης μιλά για τη σύντροφό του που είναι και εκείνη ηθοποιός: «Στη σύγχρονη εποχή είναι δύσκολες οι ερωτικές σχέσεις, αλλά αν σε ενδιαφέρει να βελτιώνεσαι είναι σημαντικές. Είμαι σε σχέση περισσότερο από έναν χρόνο. Είναι ηθοποιός και εκείνη, στα πρώτα της βήματα στον χώρο. Δεν μένουμε μαζί». Με αφοπλιστική ειλικρίνεια εξηγεί γιατί η επαγγελματική συνάφεια αποτελεί πλεονέκτημα. «Θα έλεγα ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι εκτός χώρου δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πρόγραμμά μας, τον τρόπο της δουλειάς, ότι εγώ μπορεί να συναναστρέφομαι με γυναίκες και να έρχομαι πολύ κοντά μαζί τους σωματικά, να κάνω ερωτικές σκηνές στο θέατρο και στην τηλεόραση. Αυτό το στάδιο οι άνθρωποι εκτός χώρου μπορεί να μην το ξεπεράσουν ποτέ. Υπήρξαν σχέσεις που δεν ξεκίνησαν γιατί ενστικτωδώς κατάλαβα ότι ο άλλος άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να το διαχειριστεί αυτό. Εχω ένστικτο ως άνθρωπος, μου έχει βγει σε καλό».
Τέλος, ο δημοφιλής ηθοποιός αποκαλύπτει αν τον αφορά το κεφάλαιο «γάμος και οικογένεια»: «Δεν ξέρω, γιατί θεωρώ πολύ σπουδαίο πράγμα τον ρόλο του γονέα και αν δεν είμαι απόλυτα βέβαιος ότι θέλω να το κάνω, δεν θα το έκανα. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι κάνουν παιδιά ελαφρά τη καρδία και φαίνεται από το πώς τα μεγαλώνουν, τι πολίτες έχουμε. Θεωρώ ότι είναι μια τεράστια διπλή ευθύνη. Γιατί, εκτός από το ότι πρέπει να βάλεις τον εαυτό σου τελείως σε δεύτερη μοίρα, το να μεγαλώνεις ένα παιδί είναι ευθύνη και για την κοινωνία. Πολλοί κάνουν παιδί γιατί “έτσι πρέπει” και ούτε σκέφτονται πώς να το μεγαλώσουν ή αν έχουν να του δώσουν τις κατάλληλες βάσεις. Λένε ότι το παιδί θέλει μόνο αγάπη, αλλά αν θέλουμε να μιλάμε για μια οργανωμένη κοινωνία ένα παιδί χρειάζεται πολλή δουλειά».