Προειδοποιήσεις από τον ESM για μεταρρυθμίσεις και αφορολόγητο στην Ελλάδα

"Τα δημόσια οικονομικά πρέπει να παραμείνουν σε βιώσιμη πορεία, ενσωματώνοντας παράλληλα πολιτικές προσανατολισμένες περισσότερο στην ανάπτυξη", προειδοποιεί ο ESM τις ελληνικές αρχές, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για το 2018, που ενέκρινε σήμερα το Διοικητικό του Συμβούλιο (Υπουργοί Οικονομικών) στο Λουξεμβούργο.

Η έκθεση αναφέρει ότι "οι ήδη εφαρμοζόμενες ή υιοθετημένες μεταρρυθμίσεις, όπως η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και η μείωση των φόρων εισοδήματος σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, πρέπει να διασφαλιστούν και να μην αντιστραφούν".

Προειδοποιεί δε ότι "σε περίπτωση που οι δικαστικές αποφάσεις ανατρέπουν βασικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι επαναλαμβανόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε μεγάλο βαθμό από μεταρρυθμίσεις εντός του ίδιου τομέα πολιτικής". Επιπλέον τονίζει ότι "απαιτούνται περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την τόνωση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, συμπληρώνοντας τη στρατηγική ανάπτυξης της χώρας".

Διευκρινίζει δε ότι "μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις για να καταστεί το οικονομικό περιβάλλον περισσότερο φιλικό προς τις επιχειρήσεις, να μειωθεί ο χρόνος που απαιτείται για την επίλυση νομικών διαφορών, να βελτιωθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, διατηρώντας παράλληλα το σημερινό της μέγεθος και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των κρατικών επιχειρήσεων".

"Αυτές οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τις ιδιωτικοποιήσεις και τη βελτιωμένη διαχείριση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων, είναι κρίσιμες για την προσέλκυση ξένων και εγχώριων επενδύσεων και την ενίσχυση της μελλοντικής ανάπτυξης. Επιπλέον, η Ελλάδα πρέπει να στηρίξει τις προσπάθειες των τραπεζών με μια ολοκληρωμένη στρατηγική μείωσης των δανειακών υποχρεώσεων και ένα βελτιωμένο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα βοηθήσει τις ελληνικές τράπεζες να δανείσουν στην οικονομία και να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη", αναφέρει ο ESM.

Aκολούθως καταγράφει ότι "το δημοσιονομικό ισοζύγιο της κυβέρνησης βελτιώθηκε σημαντικά από το έλλειμμα του 15,1% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα από το 2016" και "η δημοσιονομική εξυγίανση της Ελλάδας βασίστηκε σε ένα συνδυασμό πολιτικών που επηρεάζει τόσο τις δαπάνες όσο και τα έσοδα, κυρίως μέσω μιας σειράς μεταρρυθμίσεων".

Αναφέρει δε ως τέτοια την "εναρμονισμένη και διευρυμένη φορολογική βάση, ενσωμάτωσε το επίδομα αλληλεγγύης στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και προσάρμοσε τους φορολογικούς συντελεστές στις ομάδες εισοδήματος με αυξανόμενη προοδευτικότητα. Η περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης και η μείωση των φορολογικών συντελεστών προβλέπεται για το 2020", αναφέρει η έκθεση.

Επιπλέον σε ό,τι αφορά τις αγορές η έκθεση αναφέρει ότι  "οι ολοκληρωμένες δέσμες εργαλείων ανταγωνισμού του ΟΟΣΑ, μείωσαν αδικαιολόγητους περιορισμούς στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα, διευκόλυναν τη σύσταση μιας επιχείρησης, απομάκρυναν εμπόδια στην επιχειρηματικότητα, απλοποίησαν και εκσυγχρονίστηκαν τελωνειακές διαδικασίες και διαδικασίες χορήγησης αδειών για επενδύσεις".

Ως αποτέλεσμα, μεταξύ του 2009 και του 2019, η Ελλάδα ανέβηκε περισσότερο από 30% στον δείκτη «εκκίνησης μιας επιχείρησης» της Παγκόσμιας Τράπεζας και βελτίωσε τη βαθμολογία της στον Δείκτη Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας από την κατάρρευση το 2012. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι αρκετά χαμηλή έναντι του ευρώ και θα πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειες εφαρμογής.

Ακόμη, οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας - που υλοποιήθηκαν κυρίως από το 2010 έως το 2014 - μείωσαν το κόστος εργασίας, απομάκρυναν ακαμψίες και εισήγαγαν πιο ευέλικτα συστήματα μισθολογικών διαπραγματεύσεων.

Οι περαιτέρω προσπάθειες συνέβαλαν στη διαφύλαξη της ρήτρας ανοίγματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων, επιτρέποντας τον εξορθολογισμό του νομικού πλαισίου σχετικά με τις απολύσεις και τη βιομηχανική δράση, την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας και την ενίσχυση των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, μειώνοντας το ποσοστό ανεργίας από το ανώτατο όριο του 27,8% το 2013 σε 18,4% στο τέλος του 2018.

Ο ESM σημειώνει ότι από το 2008, η Ελλάδα έχει χάσει σχεδόν το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της. Ωστόσο, "τα τελευταία χρόνια, η παραγωγή σταθεροποιήθηκε και η ανάπτυξη συνεχίστηκε το 2017 και το 2018, με θετικές προοπτικές. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι βασικές μεταρρυθμίσεις που εγκρίθηκαν σε όλα τα προγράμματα θα μεταφραστούν σε περαιτέρω κέρδη παραγωγής, στη στήριξη των επενδύσεων και των εξαγωγών".

Τέλος σε σχέση με τις τράπεζες, αναφέρει ότι ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει υποστεί κύματα πίεσης, οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες ελέγχουν πάνω από το 95% της αγοράς, καθώς οι μικρότεροι παίκτες έχουν συγχωνευθεί ή εκκαθαριστεί.

Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έλαβαν τρεις γύρους ανακεφαλαιοποίησης, εκ των οποίων το 40% προέρχονταν από ιδιώτες επενδυτές, το 2013 για την αποκατάσταση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας από τις απώλειες που προέκυψαν από τη διαγραφή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και πάλι το 2014 και το 2015 για την κάλυψη ζημιών αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

"Οι τράπεζες αντιμετώπισαν επίσης σημαντικές εκροές καταθέσεων, οι οποίες τις καθιστούσαν εξαρτημένες από την επείγουσα παροχή ρευστότητας και ακόμη απαιτούσαν ελέγχους κεφαλαίων για τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Οι εκροές των καταθέσεων έφθασαν το ανώτατο όριο το 2012 και, μετά από μια σύντομη περίοδο ανάκαμψης, επέστρεψαν και πάλι το 2015".

Οι τραπεζικές καταθέσεις σταθεροποιήθηκαν το 2018, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να χαλαρώσει τους ελέγχους κεφαλαίου σταδιακά. Στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης του 2015, η Ελλάδα εισήγαγε αυστηρούς κανόνες για τη μεταρρύθμιση της τραπεζικής διακυβέρνησης.

Οι τρέχουσες μεταρρυθμίσεις επικεντρώνονται στη νομοθεσία για τη μείωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο οποίος παραμένει ο υψηλότερος στη ζώνη του ευρώ, και δημιουργούν νέα τραπεζικά δάνεια για την υποστήριξη της ανάκαμψης.

Οι τράπεζες πληρούν τους στόχους μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων έως το τέλος του 2018 και έχουν μειώσει το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά περισσότερο από 20 δισ. ευρώ από το 2016.

Η Ελλάδα έτυχε σημαντικής ελάφρυνσης του χρέους τόσο από ιδιώτες πιστωτές το 2012 όσο και από τον επίσημο τομέα το 2011, το 2012, το 2016 και, λίγο πριν το τέλος του τρίτου προγράμματος, τον Ιούνιο του 2018. Όλα αυτά τα μέτρα χρέους βελτίωσαν τη δυναμική του χρέους.