Η προσφυγή της Βασιλική Θάνου στο ΣτΕ κατά της απομάκρυνσής της από την Επιτροπή Ανταγωνισμού

Το dikastiko.gr αποκαλύπτει την αίτηση ακύρωσης και αναστολής που κατέθεσαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας η πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου και η πρώην αντιπρόεδρος  Άννα Νάκου μέσω του δικηγόρου τους καθηγητή Πάνου Λαζαράτου.

Οι αιτούντες επικαλούνται σειρά λόγων που όπως υποστηρίζουν καθιστούν παράνομη την απομάκρυνσή τους από την Επιτροπή η οποία έγινε μετά το νόμο  που ψήφισε η Βουλή και προβλέπει συγκεκριμένα ασυμβίβαστα για την επιλογή του προέδρου και των μελών αυτής.

Ειδικότερα, οι αιτήσεις έχουν ως εξής:

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

1.      Της Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου επίτιμου Προέδρου του Αρείου Πάγου, Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού

2.      Της Άννας Νάκου Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού

 

ΚΑΤΑ

1.      Της υπ΄ αριθμ. 83439/12-8-2019 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων (ΦΕΚ 567/τ.ΥΟΔΔ/13.8.2019), με θέμα «Διαπίστωση αυτοδίκαιης έκπτωσης της Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου από τη θέση της Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011 (Α΄/93), όπως ισχύει», με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση της Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου από τη θέση της Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού στις 9.8.2019, ημέρα δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ν. 4623/2019 (Α΄/134), με το άρθρο 101 του οποίου αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε όπως ισχύει σήμερα η παράγραφος 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011.

2.      Της υπ΄ αριθμ. 83446/12-8-2019 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων (ΦΕΚ 567/τ.ΥΟΔΔ/13.8.2019), με θέμα «Διαπίστωση αυτοδίκαιης έκπτωσης της Άννας Νάκου από τη θέση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011 (Α΄/93), όπως ισχύει», με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση της Άννας Νάκου του Θεοδώρου από τη θέση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού  στις 9.8.2019, ημέρα δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ν. 4623/2019 (Α΄/134), με το άρθρο 101 του οποίου αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε όπως ισχύει σήμερα η παράγραφος 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011.

ΚΑΙ

Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται εν προκειμένω από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

 

Κατά των ως άνω πράξεων ασκήθηκε η αίτηση ακυρώσεως, η οποία έχει λέξη προς λέξη ως ακολούθως:

 

«ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

 

3.      Της Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου επίτιμου Προέδρου του Αρείου Πάγου, Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού

4.      Της Άννας Νάκου, Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού

ΚΑΤΑ

3.      Της υπ΄ αριθμ. 83439/12-8-2019 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων (ΦΕΚ 567/τ.ΥΟΔΔ/13.8.2019), με θέμα «Διαπίστωση αυτοδίκαιης έκπτωσης της Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου από τη θέση της Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011 (Α΄/93), όπως ισχύει», με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση της Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου  από τη θέση της Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού στις 9.8.2019, ημέρα δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ν. 4623/2019 (Α΄/134), με το άρθρο 101 του οποίου αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε όπως ισχύει σήμερα η παράγραφος 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011.

4.      Της υπ΄ αριθμ. 83446/12-8-2019 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων (ΦΕΚ 567/τ.ΥΟΔΔ/13.8.2019), με θέμα «Διαπίστωση αυτοδίκαιης έκπτωσης της Άννας Νάκου  από τη θέση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011 (Α΄/93), όπως ισχύει», με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση της Άννας Νάκου του Θεοδώρου από τη θέση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού  στις 9.8.2019, ημέρα δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ν. 4623/2019 (Α΄/134), με το άρθρο 101 του οποίου αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε όπως ισχύει σήμερα η παράγραφος 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011.

ΚΑΙ

Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται εν προκειμένω από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

 

Ι. Συνοπτική έκθεση των τιθέμενων νομικών ζητημάτων.

Προσβάλλονται αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων με τις οποίες διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση των αιτουσών από τη θέση τους στην Επιτροπή Ανταγωνισμού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 101 Ν. 4623/2019, λόγω διαπιστώσεως συνδρομής στο πρόσωπό τους του ασυμβιβάστου του εδαφίου α΄ της αντικατασταθείσης με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 (ΦΕΚ 134/τ.Α΄/9.8.2019), παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011. Το ασυμβίβαστο αυτό καταλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο ε΄ της ως άνω αντικατασταθείσης παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, και τα ήδη υπηρετούντα πρόσωπα στην ως άνω ανεξάρτητη αρχή.

Προβάλλεται αντίθεση της αντικατασταθείσης με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, κατά το πληττόμενο με έκαστο λόγο ακυρώσεως μέρος αυτής,:

1.      προς την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 (άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 4 και παράγραφος 2 περ. α΄, σε συνδυασμό προς την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, και προς την σκέψη 17 του προοιμίου της Οδηγίας).

2.      προς την υποχρέωση σεβασμού της θητείας των μελών της εθνικής αρχής ανταγωνισμού μέχρι της λήξεώς της και μη πρόωρου τερματισμού της, κατά παράβαση των προστατευτικών της θητείας εγγυήσεων που θέτει το ενωσιακό δίκαιο και η νομολογία του ΔΕΕ.

3.      προς τις ακόλουθες συνταγματικές διατάξεις και αρχές:

3.1 προς την προστατευόμενη κατά το Σύνταγμα (άρθρο 101Α Συντ., αναλόγως εφαρμοζόμενο για την Επιτροπή Ανταγωνισμού) – όπως επίσης και κατά το ενωσιακό δίκαιο και κατά το εθνικό δίκαιο (άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 3959/2011) – θητεία των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία συνάπτεται με την προσωπική και λειτουργική τους ανεξαρτησία.

3.2  προς την αρχή της συνέχειας της λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών.

3.3  προς την ορθολογική οργάνωση και λειτουργία της ανεξάρτητης αρχής ενόψει της διαρρήξεως του ενιαίου της θητείας των μελών της.

4.      επικουρικώς, προς την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και προς θεμελιώδεις συνταγματικές επιταγές, αναγόμενες σε αρχές του κράτους δικαίου και ορθολογικής νομοθετήσεως, λόγω της μη  θεσπίσεως ειδικής μεταβατικής διατάξεως για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Περαιτέρω προβάλλεται παράβαση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, της ισότητας και της ασφάλειας δικαίου λόγω ελλείψεως γενικού, αφηρημένου και απρόσωπου χαρακτήρα της εισαχθείσης νομοθετικής ρυθμίσεως.

Προβάλλεται, επίσης, ότι η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση έχει στην πραγματικότητα «φωτογραφικό χαρακτήρα» και ότι αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας και προς την αρχή της ισότητας. Τέλος, προβάλλεται παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκε, αναφορικά με την επίμαχη τροποποίηση του ν. 3959/2011, η γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

 

ΙΙ. Σύντομο Ιστορικό.

Η πρώτη αιτούσα τυγχάνει Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, διορισθείσα με την υπ’ αριθμ. 449/3.1.2019 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1/τ.ΥΟΔΔ/03.01.2019), κατόπιν επιλογής της για τη θέση αυτή με την αριθμ. 1/3-1-2019 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Στη θέση αυτή διορίστηκε η αιτούσα για θητεία πενταετή, από 03/01/2019 (λήγουσα την 03/01/2024, σύμφωνα με την ως άνω υπ’ αριθμ. 449/03.01.2019 απόφαση διορισμού της και το άρθρο 12 παρ. 3 εδάφιο δ΄ Ν. 3959/2011).

Η δεύτερη αιτούσα τυγχάνει Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, διορισθείσα με την υπ’ αριθμ. 41343/6.4.2017 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 167/τ. ΥΟΔΔ/06.04.2017), κατόπιν επιλογής της για τη θέση αυτή με την αριθμ. 9/5.4.2017 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Στη θέση αυτή διορίστηκε η αιτούσα για θητεία πενταετή, από 06/04/2017 (λήγουσα την 06/04/2022, σύμφωνα με την ως άνω υπ’ αριθμ. 41343/6.4.2017 απόφαση διορισμού της και το άρθρο 12 παρ. 3 εδάφιο δ΄ Ν. 3959/2011).

Ειδικότερα, η Επιτροπή Ανταγωνισμού συνεστήθη με το άρθρο 12 Ν. 3959/2011, ως ανεξάρτητη αρχή, έχουσα νομική προσωπικότητα και διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια (άρθρο 12 παρ. 1 εδάφιο α΄ Ν. 3959/2011 και άρθρο 12 παρ. 1 εδάφιο γ΄ Ν. 3959/2011, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 παρ. 2α Ν. 4013/2011), τελούσα υπό την εποπτεία του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και υποκείμενη σε κοινοβουλευτικό έλεγχο σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής (άρθρο 12 παρ. 1 εδάφια δ΄ και ε΄ Ν. 3959/2011). Στις αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού εμπίπτουν η τήρηση των διατάξεων του Ν. 3959/2011 και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και την ενδεικτική απαρίθμηση των αρμοδιοτήτων της στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, καθώς και άρθρο 23 ν. 3959/2011 αναφορικά με τις γνωμοδοτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής).

Σύμφωνα με το Ν. 3959/2011, τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους, υποχρεούνται δε να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας (εδάφιο β΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 3959/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 282 παρ.1.α Ν. 4364/2016).

Εξάλλου, στην παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011 προβλέπεται ότι: «Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού επιλέγονται από τη Βουλή, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 101 Α παρ. 2 του Συντάγματος, διορίζονται δε με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Τα λοιπά μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τακτικά και αναπληρωματικά, καθώς και οι Εισηγητές επιλέγονται και διορίζονται από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Μέχρι να επέλθει η αναγκαία τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού επιλέγονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Η θητεία του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τακτικών και αναπληρωματικών, καθώς και των Εισηγητών, είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί μία φορά. Η διαδικασία διορισμού των μελών της Επιτροπής κινείται κάθε φορά δύο μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των προηγούμενων μελών.».

Ακολούθως, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄  Ν. 4623/2019 επήλθε τροποποίηση της παραγράφου 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011, όπως ισχύει. Πιο συγκεκριμένα, με τη διάταξη αυτή εισήχθη το πρώτον ως ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και του μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού η οποιασδήποτε μορφής κατοχή θέσης ή ανάθεση καθηκόντων ή απόσπαση ή άλλως απασχόληση «στο γραφείο Πρωθυπουργού ή σε γραφείο της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού ή σε γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή σε πολιτικό γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης ή σε γραφείο Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου, για μία πενταετία μετά τη λήξη της εν λόγω κατοχής θέσης ή της ανάθεσης ή της απόσπασης ή της απασχόλησης αντιστοίχως, συμπεριλαμβανομένων της απόσπασης υπαλλήλου ή της κατοχής θέσης μετακλητού υπαλλήλου, συμβούλου, συνεργάτη ή έμμισθου/άμισθου προϊσταμένου σε ένα από τα ως άνω γραφεία ή στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης» (εδάφιο α΄ της αντικατασταθείσης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011). Το ασυμβίβαστο δε αυτό προβλέφθηκε ότι καταλαμβάνει και τα ήδη υπηρετούντα πρόσωπα, εφόσον δεν είχε παρέλθει κατά τον χρόνο διορισμού τους πενταετία από τη λήξη της εν λόγω κατοχής θέσης ή της ανάθεσης ή της απόσπασης ή της απασχόλησης (εδάφιο ε΄ της αντικατασταθείσης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011). Η διαπίστωση δε της συνδρομής του ως άνω θεσπισθέντος ασυμβιβάστου προβλέφθηκε ότι «συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έκπτωση από τη θέση του Προέδρου, του Αντιπροέδρου ή του μέλους, αντίστοιχα, για την οποία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου.» (εδάφιο δ΄ της αντικατασταθείσης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011).

Ειδικότερα, με τη διάταξη της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 101 Ν. 4623/2019 (εφεξής καλούμενης «η επίμαχη διάταξη») προβλέφθηκαν τα ακόλουθα:

«Άρθρο 101

Τροποποίηση του ν. 3959/2011 (Α` 93)

περί προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού

1.α) Η παράγραφος 7 του άρθρου 12 του ν. 3959/2011, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Η ιδιότητα του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και του μέλους (τακτικού ή αναπληρωματικού) της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι ασυμβίβαστη με την οποιαδήποτε μορφής κατοχή θέσης ή ανάθεση καθηκόντων ή απόσπαση ή άλλως απασχόληση στο γραφείο του Πρωθυπουργού ή σε γραφείο της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού ή σε γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή σε πολιτικό γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης ή σε γραφείο Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου, για μία πενταετία μετά τη λήξη της εν λόγω κατοχής θέσης ή της ανάθεσης ή της απόσπασης ή της απασχόλησης αντιστοίχως, συμπεριλαμβανομένων της απόσπασης υπαλλήλου ή της κατοχής θέσης μετακλητού υπαλλήλου, συμβούλου, συνεργάτη ή έμμισθου / άμισθου προϊσταμένου σε ένα από τα ως άνω γραφεία ή στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης. Η ιδιότητα του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και του μέλους (τακτικού ή αναπληρωματικού) της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι ασυμβίβαστη με την εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι β` βαθμού συγγένεια ή συζυγική σχέση με πρόσωπο που είναι μέλος της Κυβέρνησης. Τα ασυμβίβαστα της παρούσας παραγράφου ισχύουν κατά το χρόνο διορισμού και καθ` όλη τη διάρκεια της θητείας. Η διαπίστωση ενός από τα ασυμβίβαστα της παρούσας παραγράφου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έκπτωση από τη θέση του Προέδρου, του Αντιπροέδρου ή του μέλους, αντίστοιχα, για την οποία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για τον διορισμό οργάνου. Η παρούσα παράγραφος αρχίζει να ισχύει με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καταλαμβάνει και τα ήδη υπηρετούντα πρόσωπα, εφόσον στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν είχε παρέλθει κατά τον χρόνο διορισμού τους πενταετία από τη λήξη της εν λόγω κατοχής θέσης ή της ανάθεσης ή της απόσπασης ή της απασχόλησης, ή εφόσον, στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το ασυμβίβαστο υφίσταται κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της. Τα ασυμβίβαστα της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που για το υπηρετούν πρόσωπο διατυπώθηκε θετική γνώμη με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων (4/5) της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής κατά τη διαδικασία διορισμού του.».

Κατ΄ επίκληση της εν λόγω διατάξεως εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, διαπιστωτικές της αυτοδίκαιης έκπτωσης των αιτουσών από τις θέσεις τους στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, λόγω συνδρομής στο πρόσωπό τους του ασυμβιβάστου της τροποποιηθείσης παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011 (που καταλαμβάνει τις αιτούσες, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του εδαφίου α΄ με τα εδάφια γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της τροποποιηθείσης παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011), και συγκεκριμένα:

1. η πρώτη προσβαλλομένη Υπουργική Απόφαση, με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση της πρώτης αιτούσας από τη θέση της Προέδρου της  Επιτροπής Ανταγωνισμού, «δεδομένου ότι δεν είχε παρέλθει κατά το χρόνο διορισμού της, ήτοι στις 03.01.2019 (ΥΟΔΔ 1/3-1-2019), πενταετία από τη λήξη της απασχόλησής της ως άμισθης προϊσταμένης του νομικού γραφείου της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού (ΥΟΔΔ 782/31-12-2018), το δε ως άνω ασυμβίβαστο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση διότι κατά τη διαδικασία γνωμοδότησης της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής δεν διατυπώθηκε για το πρόσωπό της θετική γνώμη με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών της ως άνω Επιτροπής.».

2. η δεύτερη προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση, με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση της δεύτερης αιτούσας από τη θέση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, «δεδομένου ότι δεν είχε παρέλθει κατά το χρόνο διορισμού της, ήτοι στις 6-4-2017  (ΥΟΔΔ 167/6-4-2017), πενταετία από την άρση της απόσπασής της στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Ενημέρωσης και Τηλεπικοινωνιών (ΥΟΔΔ 262/2-6-2017, με ισχύ από τις 6-4-2017), το δε ως άνω ασυμβίβαστο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση διότι κατά τη διαδικασία γνωμοδότησης της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής δεν διατυπώθηκε για το πρόσωπό της θετική γνώμη με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών της ως άνω Επιτροπής.».

Τα ασυμβίβαστα των αιτουσών αφορούν ειδικότερα: 1. στην εκ μέρους της πρώτης αιτούσας ανάληψη, τον Ιούλιο του έτους 2017, καθηκόντων άμισθης Προϊσταμένης του Νομικού Γραφείου της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού (ΦΕΚ 341/τ.ΥΟΔΔ/11.7.2017 και 782/τ.ΥΟΔΔ/31.12.2018) και 2. στην απόσπαση της δεύτερης αιτούσας (ως νομικού συμβούλου) από 05/11/2016 στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Ενημέρωσης και Τηλεπικοινωνιών (ΦΕΚ 651/τ. ΥΟΔΔ/1.12.2016 και 262/τ. ΥΟΔΔ/2-6-2017).

Συνεπώς, οι αιτούσες, υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, διορισθέντα για πενταετή θητεία (από 03/01/2019 η πρώτη αιτούσα και από 06/04/2017 η δεύτερη αιτούσα), με πρόδηλο έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην (αυτοδίκαιη) απώλεια της ιδιότητας του μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού, και ειδικότερα του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την πρώτη αιτούσα και του Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τη δεύτερη αιτούσα, λόγω του ως άνω εισαχθέντος με το άρθρο 101 παρ.1 περ. α΄ Ν.4623/2019 ασυμβιβάστου, που τις καταλαμβάνει, σε χρόνο μεταγενέστερο της ενάρξεως της θητείας τους στην ως άνω θέση τους, επιφέροντας την πρόωρη λήξη της θητείας τους, στρέφονται κατά των προσβαλλομένων Υπουργικών Αποφάσεων αιτούμενες την ακύρωση αυτής για τους ακόλουθους ιδίως λόγους:

 

ΙΙΙ. Λόγοι ακυρώσεως.

1.      Αντίθεση της εφαρμογής του επίμαχου ασυμβιβάστου επί των ήδη υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού προς την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018.

Το εισαχθέν με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 ασυμβίβαστο, που καταλαμβάνει και τις αιτούσες, όπως προκύπτει από το εδάφιο ε΄ της αντικατασταθείσης παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, σε συνδυασμό προς τα εδάφια α΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της κατά τα ως άνω αντικατασταθείσης παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, λόγω του οποίου επήλθε αυτοδίκαιη έκπτωση της μεν πρώτης αιτούσας από τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της δεύτερης αιτούσας  από τη θέση του Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού (εφεξής, χάριν συντομίας, «το επίμαχο ασυμβίβαστο»), όπως αυτή διαπιστώθηκε με την πρώτη και τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη αντίστοιχα, αντίκειται προς την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 «για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς» (Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ, L 11/6, 14.1.2019) (εφεξής, χάριν συντομίας, «η Οδηγία»), και συγκεκριμένα προς το άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 4 και παράγραφος 2 περ. α΄, σε συνδυασμό προς την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, και προς την σκέψη 17 του προοιμίου της Οδηγίας.

Η Οδηγία αυτή θεσπίζει ορισμένους κανόνες με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (που αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, βλ. σκέψη 1 του προοιμίου), ώστε να μην υφίστανται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και να μην περιέρχονται οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές σε μειονεκτική θέση ως αποτέλεσμα εθνικών διατάξεων και μέτρων που εμποδίζουν τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να επιβάλλουν αποτελεσματικά την εφαρμογή των κανόνων (άρθρο 1 παρ. 1 Οδηγίας). Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας, η Οδηγία αυτή καλύπτει την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και την παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στην ίδια υπόθεση. Σε περιπτώσεις, συνεπώς, παράλληλης εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και του δικαίου της Ένωσης, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού είναι ανάγκη να έχουν τις ίδιες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, για να διασφαλιστεί ότι δεν επιτυγχάνεται διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό το οποίο επιτυγχάνεται από τις αρχές αυτές δυνάμει του δικαίου της Ένωσης (βλ. σκέψη 3 του προοιμίου της Οδηγίας).

Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2019/1, που εντάσσεται στο Κεφάλαιο ΙΙΙ (υπό τον τίτλο «Ανεξαρτησία και Πόροι») της Οδηγίας και φέρει τον τίτλο «Ανεξαρτησία», ορίζονται τα ακόλουθα (δική μας η υπογράμμιση):

«Άρθρο 4

Ανεξαρτησία

1.   Προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές αυτές εκτελούν τα καθήκοντα και ασκούν τις εξουσίες τους με αμεροληψία και προς το συμφέρον της αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής των άρθρων αυτών, υποκείμενες σε αναλογικές απαιτήσεις λογοδοσίας και σε στενή συνεργασίας μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

2.   Ειδικότερα, τα κράτη μέλη κατ’ ελάχιστον διασφαλίζουν ότι το προσωπικό και άτομα που λαμβάνουν αποφάσεις κατά την άσκηση των εξουσιών των άρθρων 10 έως 13 και του άρθρου 16 της παρούσας οδηγίας στις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού:

α)       είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντα και να ασκούν τις εξουσίες    τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις? β) (…)? και γ) (…)?

3.   Τα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις ασκώντας τις εξουσίες των άρθρων 10 έως 13 και του άρθρου 16 της παρούσας οδηγίας σε εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δεν παύονται από τις εν λόγω αρχές για λόγους που συνδέονται με την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους ή την ορθή άσκηση των εξουσιών τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Μπορούν να παυθούν μόνον αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις εκτέλεσης των καθηκόντων ή αν κριθούν ένοχοι σοβαρής παράβασης καθήκοντος βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Οι προϋποθέσεις εκτέλεσης των καθηκόντων τους και η έννοια της σοβαρής παράβασης καθήκοντος ορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διασφάλισης της αποτελεσματικής επιβολής.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού επιλέγονται, προσλαμβάνονται ή διορίζονται με σαφείς και διαφανείς διαδικασίες προβλεπόμενες στην εθνική νομοθεσία.

5.   (…).».

Το εισαχθέν δια της ως άνω νομοθετικής διατάξεως ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που καταλαμβάνει τις αιτούσες σε χρόνο μεταγενέστερο του διορισμού τους και της ενάρξεως της θητείας τους, θίγει την ανεξαρτησία τόσο της εθνικής ανεξάρτητης αρχής (Επιτροπής Ανταγωνισμού), όσο και των μελών αυτής που λαμβάνουν αποφάσεις κατά την άσκηση των εξουσιών των άρθρων 10 έως 13 και του άρθρου 16 της Οδηγίας, και συνεπώς και την ανεξαρτησία των αιτουσών – Προέδρου και Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού αντίστοιχα, κατά παράβαση των προβλεπομένων στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 4 της Οδηγίας και στην περ. α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό προς την παράγραφο 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας και προς τη σκέψη 17 του προοιμίου της.

Και τούτο για τους ακόλουθους ιδίως λόγους:

α) Η θέσπιση ασυμβιβάστου μεταξύ της ιδιότητας μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της κατοχής θέσης ή ανάθεσης καθηκόντων ή απόσπασης ή άλλως απασχόλησης στο γραφείο Πρωθυπουργού ή σε γραφείο της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού ή σε γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή σε πολιτικό γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης ή σε γραφείο Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου, για μία πενταετία πριν από τον διορισμό του προσώπου ως μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που καταλαμβάνει και τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (εθνικής διοικητικής αρχής ανταγωνισμού κατά τους ορισμούς της Οδηγίας) και συνεπάγεται την παύση των προσώπων αυτών από μέλη της ως άνω εθνικής ανεξάρτητης αρχής (ενόψει της προβλεπομένης με την ως άνω νομοθετική διάταξη αυτοδίκαιης έκπτωσής τους από τη θέση του μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού), με πρόωρη λήξη της θητείας τους, παραβιάζει πρώτον το άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας, που επιτρέπει την [πρόωρη] παύση μέλους εθνικής διοικητικής αρχής για συγκεκριμένους (περιοριστικώς αναφερόμενους) και εκ των προτέρων οριζόμενους στην εθνική νομοθεσία λόγους. Και τούτο για τους ακόλουθους επιμέρους λόγους (καθένας εκ των οποίων, και αυτοτελώς ορώμενος, συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 4 παρ. 3 της Οδηγίας):

 

αα) Αφενός θεσπίζει λόγο παύσης μη προβλεπόμενο στους δύο αποκλειστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας λόγους παύσης των προσώπων αυτών (ήτοι της παύσης πληρώσεως των προϋποθέσεων εκτέλεσης των καθηκόντων ή της κρίσης περί ενοχής για σοβαρή παράβαση καθήκοντος, σύμφωνα με το εδάφιο β΄ της παρ. 3 του άρθρου 4 της Οδηγίας).

ββ) Αφετέρου πρόκειται για λόγο παύσης που δεν οριζόταν εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία, κατά παράβαση του εδαφίου γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 4 της Οδηγίας, που επιτάσσει τον εκ των προτέρων ορισμό στην εθνική νομοθεσία των όρων στοιχειοθέτησης των δύο ως άνω αποκλειστικώς προβλεπομένων λόγων παύσης.

 

Ο εκ των προτέρων ορισμός των λόγων παύσης στην εθνική νομοθεσία αποβλέπει, σύμφωνα με τη σκέψη 17 του προοιμίου της Οδηγίας, στην άρση εύλογων αμφιβολιών όσον αφορά την αμεροληψία των προσώπων που λαμβάνουν αποφάσεις ασκώντας τις εξουσίες των άρθρων 10, 11, 12, 13 και 16 της παρούσας οδηγίας, καθώς και στη θωράκισή τους έναντι εξωτερικών παραγόντων. Και τούτο προς τον σκοπό προστασίας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων δυνάμενων να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή τους, προς ενίσχυση της λειτουργικής ανεξαρτησίας των αρχών αυτών, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το προοίμιο της Οδηγίας (βλ. σκέψη 17 εδάφια α΄, β΄ και γ΄ του προοιμίου της Οδηγίας).

 

Συνεπεία των ανωτέρω, η επίμαχη νομοθετική διάταξη αντίκειται όχι μόνο προς το γράμμα αλλά και προς το πνεύμα της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 3 της Οδηγίας 2019/1, ματαιώνοντας τους προαναφερθέντες επιδιωκόμενους από αυτήν σκοπούς (ανεξαρτησίας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού και των μελών αυτών).

 

β) Η εισαγωγή του επίμαχου ασυμβιβάστου με την ως άνω νομοθετική διάταξη παραβιάζει, επίσης, το άρθρο 4 παρ. 4 της Οδηγίας 2019/1, που επιτάσσει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την επιλογή, πρόσληψη ή διορισμό των μελών του οργάνου λήψης αποφάσεως των εθνικών διοικητικών αρχών με σαφείς και διαφανείς διαδικασίες προβλεπόμενες στην εθνική νομοθεσία. Όπως δε ορίζεται περαιτέρω στη σκέψη 17 του προοιμίου της Οδηγίας (βλ. τελευταίο εδάφιο της σκ. 17 του προοιμίου), «η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει σαφείς και διαφανείς κανόνες και διαδικασίες για την επιλογή, την πρόσληψη ή τον διορισμό των εν λόγω προσώπων». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω (άρθρο 4 παρ. 4 της Οδηγίας σε συνδ. προς τη σκέψη 17, εδάφιο τελευταίο, του προοιμίου της Οδηγίας), συνάγεται το ακόλουθο συμπέρασμα:

Η αυτοδίκαιη απώλεια της ιδιότητας μέλους εθνικής αρχής ανταγωνισμού επί τη βάσει κανόνος δικαίου, εισαχθέντος εκ των υστέρων, μετά από τον διορισμό του εν λόγω μέλους και μετά από την έναρξη της θητείας του, εφαρμοζομένου του κανόνα αυτού κατά τη διάρκεια της διανυόμενης θητείας του μέλους αυτού, παραβιάζει την κατοχυρούμενη από την Οδηγία 2019/1 αρχή της σαφήνειας και διαφάνειας των κανόνων και διαδικασιών επιλογής, πρόσληψης ή διορισμού των μελών των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.

 

γ) Τρίτον, η το πρώτον εισαγωγή δια της ανωτέρω νομοθετικής διατάξεως του παραπάνω ασυμβιβάστου για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού παραβιάζει την απορρέουσα από το άρθρο 4 παρ. 2 περ. α΄ της Οδηγίας 2019/1 ελάχιστη απαίτηση διασφαλίσεως εκ μέρους του καθ’ ου της εκτέλεσης των καθηκόντων και άσκησης των εξουσιών των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις, υπονομεύοντας κατά τούτο την επιτασσόμενη από την παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας ανεξαρτησία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που διασφαλίζεται δια της εκ μέρους αυτής αμερόληπτης εκτέλεσης των καθηκόντων και άσκησης των εξουσιών της. Και τούτο διότι η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση είναι από τη φύση της ικανή να παράσχει, ανεπιτρέπτως κατά το ενωσιακό (αλλά και κατά το εσωτερικό) δίκαιο, στην ασκούσα νομοθετική πρωτοβουλία εκτελεστική εξουσία, δυνατότητα έμμεσης επιρροής στη συγκρότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δια του αποκλεισμού από την εν λόγω ανεξάρτητη αρχή εκείνων των μελών αυτής, στο πρόσωπο των οποίων συντρέχει το δια του νόμου αποφασιζόμενο να εισαχθεί ασυμβίβαστο, κατά παράβαση της επιτασσόμενης από το ενωσιακό (και το εσωτερικό) δίκαιο ανεξαρτησίας της εθνικής αρχής ανταγωνισμού και των μελών αυτής.

Αυτή η δυνατότητα ανεπίτρεπτης κατά το ενωσιακό δίκαιο έμμεσης επιρροής στη συγκρότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού καθίσταται ιδιαιτέρως εμφανής, όταν, όπως εν προκειμένω, τέτοιου είδους ρύθμιση δεν προορίζεται να ισχύσει αποκλειστικά και μόνο για το μέλλον, αλλά, όπως ρητώς ορίζεται, καταλαμβάνει και τα ήδη υπηρετούντα πρόσωπα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, επαγόμενη την αυτοδίκαιη έκπτωσή τους από την κατεχόμενη από αυτά θέση (πρβλ. ΔΟλΣτΕ 1/2008, υπό στοιχείο ΙΙΙ.2).

 

Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν έχει παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς της Οδηγίας 2019/1 στην εσωτερική έννομη τάξη δεν αναιρεί – ούτε καθιστά ανεκτή κατά το ενωσιακό δίκαιο – την ως άνω παράβαση της Οδηγίας 2019/1, δια της θεσπίσεως της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως εκ μέρους του καθ’ου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, τα κράτη μέλη αποδέκτες της Οδηγίας οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση, μετά την έναρξη ισχύος της Οδηγίας (βλ. άρθρο 36 περί του χρόνου ενάρξεως ισχύος της Οδηγίας 2019/1) και πριν τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της (βλ. άρθρο 34 παρ. 1 Οδηγίας 2019/1 περί της μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο), μέτρων που αποσκοπούν, de iure ή de facto, στο να θέσουν σε κίνδυνο την υλοποίηση των σκοπών που αυτή επιδιώκει.

Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ), κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή [ΔΕΚ, αποφάσεις Inter-Environnement Wallonie (C 129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 45), Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (C 165/09 έως C 167/09, EU:C:2011:348, σκέψη 78) και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. (C 43/10, EU:C:2012:560, σκέψη 57)]. Η εν λόγω υποχρέωση αποχής, η οποία επιβάλλεται σε όλες τις εθνικές αρχές, πρέπει να νοηθεί, κατά τη νομολογία, ως καλύπτουσα τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου, γενικού ή ειδικού, ικανού να προκαλέσει έναν τέτοιο κίνδυνο [βάσει της συνδυασμένης εφαρμογής των άρθρων 4 παρ. 3 ΣΕΕ (πρώην άρθρο 5 ΣυνθΕΟΚ, άρθρο 10 ΣΕΚ) και 288 παρ. 3 ΣΛΕΕ]. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω, καθώς με τη θέσπιση της εν λόγω νομοθετικής διατάξεως περί ασυμβιβάστου διακυβεύεται σοβαρά η επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία 2019/1, ήτοι η παροχή στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού κατάλληλων εγγυήσεων [λειτουργικής] ανεξαρτησίας, με (απώτερο) σκοπό την αποτελεσματική εκ μέρους τους εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (βλ. άρθρα 1 και 4 της Οδηγίας σε συνδ. με σκέψεις 1,2, 3 και 17 του Προοιμίου αυτής).

Συνεπεία όλων των ανωτέρω, η επίμαχη νομοθετική διάταξη, κατ’ επίκληση της οποίας εξεδόθησαν οι προσβαλλόμενες, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη προς την Οδηγία 2019/1 (άρθρο 4 παρ.1, 2 περ. α΄, 3 και 4 της Οδηγίας σε συνδυασμό προς τη σκέψη 17 του προοιμίου της Οδηγίας) και για τον λόγο αυτό οι προσβαλλόμενες τυγχάνουν ακυρωτέες.

 

2.      Αντίθεση της εφαρμογής του επίμαχου ασυμβιβάστου επί των ήδη υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού προς την υποχρέωση σεβασμού της θητείας τους ως μελών της εθνικής αρχής ανταγωνισμού μέχρι της λήξεώς της και μη πρόωρου τερματισμού της. Παράβαση των προστατευτικών της θητείας εγγυήσεων που θέτει το ενωσιακό δίκαιο και η νομολογία του ΔΕΕ.

Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 4 της Οδηγίας 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 επιτάσσει την ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού και τη λήψη αποφάσεων εκ μέρους των μελών αυτής ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 περ. α΄ Οδηγίας). Επίσης, η παρ. 3 του άρθρου 4 της Οδηγίας προβλέπει περιοριστικώς τους λόγους παύσης των μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού. Η δε παρ. 4 του άρθρου 4 της Οδηγίας ρητώς επιτάσσει τη διαφάνεια και σαφήνεια των προβλεπόμενων στην εθνική νομοθεσία διαδικασιών διορισμού των μελών.

Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 της Οδηγίας 2019/1 και τις περιεχόμενες σκέψεις στο προοίμιο αυτής (και ιδίως τη σκέψη 17 του προοιμίου σχετικά με τον εκ των προτέρων ορισμό στην εθνική νομοθεσία των λόγων παύσης και τον εκ των προτέρων ορισμό στην εθνική νομοθεσία σαφών και διαφανών κανόνων και διαδικασιών επιλογής, πρόσληψης ή διορισμού των εν λόγω προσώπων), καθώς επίσης και από τον σκοπό της Οδηγίας ενίσχυσης της λειτουργικής ανεξαρτησίας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού (βλ. άρθρο 4 παρ. 1 Οδηγίας και σκέψη 17 του προοιμίου), συνάγεται, σύμφωνα και με τα νομολογιακώς κριθέντα από το ΔΕΕ (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 8.4.2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-288/12, που έκρινε αντίθετο προς το ενωσιακό δίκαιο τον πρόωρο τερματισμό της θητείας οργάνου-ανεξάρτητης αρχής [του Επιτρόπου προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της Ουγγαρίας], πριν από την αρχικώς προβλεπόμενη λήξη της, λόγω αλλαγής του θεσμικού πλαισίου), ότι :

Απλώς και μόνον ο κίνδυνος άσκησης πολιτικής επιρροής εκ μέρους κρατικών αρχών ή εξωτερικών παρεμβάσεων επί των μελών των εθνικών αρχών ανταγωνισμού αρκεί για να εμποδίσει την ανεξάρτητη άσκηση των καθηκόντων τους (πρβλ. απόφαση του ΔΕΕ της 8.4.2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-288/12, σκέψη 53, βλ. επίσης απόφαση του ΔΕΕ της 16.10.2012, Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Αυστρίας, C-614/10, σκέψη 43, αναφορικά με τον σκοπό της ανεξαρτησίας, που έγκειται στον αποκλεισμό του ενδεχομένου άσκησης όχι μόνο άμεσης επιρροής, η οποία θα είχε τη μορφή εντολών, αλλά και κάθε μορφής έμμεσης επιρροής που θα μπορούσε να επηρεάζει το περιεχόμενο των αποφάσεων της αρχής, καθώς και απόφαση του ΔΕΕ της 9.3.2010, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, C-518/07, σκέψεις 25 και 30 αναφορικά με την έννοια της ανεξαρτησίας [βλ. ιδίως σκέψη 25, σχετικά με την απαίτηση να μην υπόκειται η εθνική ανεξάρτητη αρχή σε καμία εξωτερική επιρροή, δηλαδή ούτε στην επιρροή των ελεγχομένων οργανισμών ούτε στην άμεση ή έμμεση επιρροή του κράτους, προς τον σκοπό αντικειμενικής και αμερόληπτης άσκησης των καθηκόντων της]).

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την απόφαση του ΔΕΕ της 8.4.2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-288/12), η απειλή πρόωρης παύσεως θητείας μέλους ανεξάρτητης αρχής πριν την αρχικώς προβλεπόμενη λήξη της, κατά παράβαση των κανόνων και των εγγυήσεων που έχουν προβλεφθεί προς αυτόν τον σκοπό από την εφαρμοστέα νομοθεσία, η οποία θα επλανάτο επί της αρχής αυτής καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας των μελών της, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μίας μορφής υπακοή της στην πολιτική εξουσία, ασυμβίβαστη με την απαίτηση περί ανεξαρτησίας. Τούτο δε ισχύει, όπως κρίθηκε από το ΔΕΕ, ακόμα και όταν ο πρόωρος τερματισμός της θητείας αποτελεί συνέπεια της αλλαγής θεσμικού πλαισίου, η οποία πρέπει να δρομολογηθεί κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας που θέτει η εφαρμοστέα νομοθεσία (βλ. ΔΕΕ της 8.4.2014, C-288/12, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 54). Επιπροσθέτως, σε τέτοια περίπτωση, όπως επισημαίνεται, η αρχή δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως δυνάμενη να λειτουργήσει, υπό οιεσδήποτε συνθήκες, υπεράνω κάθε υποψίας μεροληψίας (βλ. ΔΕΕ της 8.4.2014, C-288/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 55).

Συνεπώς, και κατ’ αναλογία προς τα κριθέντα με την ως άνω απόφαση του ΔΕΕ της 8.4.2014 (C-288/12), η απαίτηση περί ανεξαρτησίας του άρθρου 4 παρ. 1,  2 περ.  α΄, 3 και 4 της Οδηγίας 2019/1 πρέπει να ερμηνευθεί κατ’ ανάγκην ως περιλαμβάνουσα την υποχρέωση σεβασμού της θητείας των μελών της εθνικής αρχής ανταγωνισμού μέχρι της λήξεώς της και του μη πρόωρου τερματισμού της παρά μόνον κατόπιν των κανόνων και των εγγυήσεων της εφαρμοστέας νομοθεσίας (πρβλ. ΔΕΕ της 8.4.2014, C-288/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 55).

Οι κανόνες, άλλωστε, που εφαρμόζονται επί της παύσεως των προσώπων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού (άρθρο 4 παρ. 3 Οδηγίας 2019/1), απηχούν αυτή την ερμηνεία. Συγκεκριμένα, τούτο προκύπτει από το άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας 2019/1, το οποίο προβλέπει αυστηρά τους λόγους πρόωρης παύσεως, απαριθμώντας αυτούς περιοριστικώς («Μπορούν να παυθούν μόνον αν (…)») και επιτάσσοντας περαιτέρω οι όροι στοιχειοθέτησης των λόγων αυτών παύσης να ορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία.

Από το άρθρο αυτό της Οδηγίας 2019/1 συνάγεται ότι ο σεβασμός της θητείας των μελών της εθνικής διοικητικής αρχής ανταγωνισμού μέχρι τη λήξη της, με εξαίρεση σπουδαίο και αντικειμενικά εξακριβώσιμο λόγο, αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση της ανεξαρτησίας των μελών της εθνικής αρχής ανταγωνισμού και κατ’ επέκταση και της ίδιας της εθνικής αρχής ανταγωνισμού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και την άσκηση των εξουσιών της (πρβλ. ΔΕΕ της 8.4.2014, C-288/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 56).

Για τους λόγους αυτούς επιβάλλεται στο κράτος μέλος, στο πλαίσιο της ασκούμενης από αυτό ελευθερίας επιλογής και τροποποίησης του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη δική του εθνική αρχή ανταγωνισμού, να μεριμνά, ώστε να μη θίγεται η ανεξαρτησία της αρχής, την οποία κατοχυρώνει η Οδηγία 2019/1 και η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση σεβασμού της διάρκειας της θητείας των μελών της (πρβλ. ΔΕΕ της 8.4.2014, C-288/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 60).

Εξαίρεση από την υποχρέωση σεβασμού της θητείας μέχρι τη λήξη της, δεν είναι επιτρεπτή, συνεπώς, παρά μόνο εφόσον συντρέχει σπουδαίος και αντικειμενικά εξακριβώσιμος λόγος και με εφαρμογή των κανόνων και των εγγυήσεων της εφαρμοστέας νομοθεσίας (του Ν. 3959/2011 εν προκειμένω που διέπει την Επιτροπή Ανταγωνισμού – εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού), με εφαρμογή της προβλεπόμενης στην εθνική αυτή νομοθεσία διαδικασίας παύσεως μέλους της ανεξάρτητης αρχής, τήρηση των επιμέρους διαδικαστικών σταδίων και λήψη των σχετικών αποφάσεων εκ μέρους των αρμοδίων κατά νόμο οργάνων (βλ. ιδίως άρθρα 12, 13, 13Α Ν. 3959/2011) και υπό την απαρέγκλιτη προϋπόθεση ότι ο λόγος πρόωρης λήξεως της θητείας είναι σπουδαίος και αντικειμενικά εξακριβώσιμος.

Εν προκειμένω, καμία εκ των ως άνω προϋποθέσεων δεν συντρέχει! Η εφαρμογή του επίμαχου ασυμβιβάστου επί των ήδη υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν συνιστά ούτε σπουδαίο λόγο ούτε, ασφαλώς, αντικειμενικά εξακριβώσιμο λόγο και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται η πρόωρη λήξη της θητείας των αιτουσών – μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία χωρεί κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου και της νομολογίας του ΔΕΕ.

 

Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, όπως έχει κριθεί, η αλλαγή θεσμικού πλαισίου δεν μπορεί αφ’ εαυτής να δικαιολογήσει αντικειμενικώς τον τερματισμό της θητείας μέλους ανεξάρτητης αρχής χωρίς τη λήψη μεταβατικών μέτρων τα οποία θα επέτρεπαν τη διασφάλιση του σεβασμού της διάρκειας της θητείας του (πρβλ. ΔΕΕ της 8.4.2014, C-288/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 61).

 

Εν προκειμένω, η θητεία των αιτουσών δεν τερματίστηκε κατ’ εφαρμογήν κάποιας εκ των προβλεπομένων στην εθνική νομοθεσία, όπως αυτή ίσχυε μέχρι την εισαγωγή της επίμαχης νομοθετικής ρυθμίσεως (του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019), περιπτώσεων  αυτοδίκαιης έκπτωσης μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού από τη θέση τους (βλ. άρθρο 12 παρ. 10 Ν. 3959/2011, όπως αυτή αναριθμήθηκε σε παρ. 12 με το άρθρο 282 παρ.1.β Ν. 4364/2016) ούτε για κάποιον άλλο προβλεπόμενο από την εθνική νομοθεσία λόγο πρόωρης λήξεως της θητείας μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού (βλ. (α) άρθρο 12 παρ. 7 Ν.3959/2011, όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο 282 παρ. 1.β Ν. 4364/2016 και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 αναφορικά με το ασυμβίβαστο συνεπεία συγγενικής σχέσεως μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και (β) άρθρο 12 παρ. 3 προτελευταίο εδάφιο Ν. 3959/2011 αναφορικά με την πρόωρη λήξη της θητείας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου λόγω συμπληρώσεως του 73ου έτους της ηλικίας του). Αντιθέτως, εν προκειμένω, ετέθη προώρως τέρμα στη θητεία των αιτουσών, κατ’ εφαρμογήν του νεοεισαχθέντος με τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 ως άνω ασυμβιβάστου, που αποτέλεσε το έρεισμα της προσβαλλομένης, χωρίς τη λήψη μεταβατικών μέτρων τα οποία θα επέτρεπαν τη διασφάλιση του σεβασμού της διάρκειας της θητείας τους.

Βάσει των ανωτέρω, ο πρόωρος αυτός τερματισμός της θητείας των αιτουσών θίγει την ανεξαρτησία τους κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3, εδάφιο β΄, της Οδηγίας 2019/1 και την ανεξαρτησία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2019/1. Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η τροποποίηση του Ν. 3959/2011 με την ως άνω διάταξη του Ν. 4623/2019 δεν δικαιολογεί τον πρόωρο αυτό τερματισμό της θητείας τους, καθώς η επίμαχη νομοθετική αλλαγή δεν εχώρησε κατά τρόπο σύμφωνο με τις ως άνω απορρέουσες από την Οδηγία 2019/1 απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας.

 

3.      Αντισυνταγματικότητα της εφαρμογής του επίμαχου ασυμβιβάστου επί των ήδη υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Η εφαρμογή του επίμαχου ασυμβιβάστου επί των ήδη υπηρετούντων μελών στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, δυνάμει του εδαφίου ε΄ της αντικατασταθείσης με τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011 (ερμηνευομένης σε συνδυασμό προς τα εδάφια α΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της αντικατασταθείσης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011), αντίκειται προς τις ακόλουθες συνταγματικές διατάξεις και αρχές:

3.1.    προς την προστατευόμενη κατά το Σύνταγμα (άρθρο 101Α Συντ., αναλόγως εφαρμοζόμενο για την Επιτροπή Ανταγωνισμού) – όπως επίσης και κατά το ενωσιακό δίκαιο και κατά το εθνικό δίκαιο (άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 3959/2011) – θητεία των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία συνάπτεται με την προσωπική και λειτουργική τους ανεξαρτησία.

 

3.2.    προς την αρχή της συνέχειας της λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών και

 

3.3.    προς την ορθολογική οργάνωση και λειτουργία της ανεξάρτητης αρχής ενόψει της διαρρήξεως του ενιαίου της θητείας των μελών της.

Συγκεκριμένα:

 

3.1.    Παραβίαση της συνταγματικώς, ενωσιακώς και νομοθετικώς προστατευόμενης θητείας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Προσβολή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των αιτουσών.

 

3.1.1 Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή Ανταγωνισμού αποτελεί ανεξάρτητη αρχή, τα μέλη της οποίας απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας (άρθρο 12 παρ. 1 εδάφια α΄ και β΄ Ν. 3959/2011). Αν και η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν περιλαμβάνεται στις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, για τις οποίες τυγχάνει εφαρμογής ο εκτελεστικός του άρθρου 101Α Συντ. ν. 3051/2002 (βλ. άρθρο 1 Ν. 3051/2002), ο εθνικός νομοθέτης έχει προβλέψει ανάλογη εφαρμογή για την Επιτροπή Ανταγωνισμού των ισχυόντων επί των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών. Τούτο προκύπτει ιδίως από τα κατωτέρω:

1ον: Το άρθρο 12 παρ. 3, εδάφιο α΄, Ν. 3959/2011 προβλέπει ειδικώς για τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού την επιλογή αυτών από τη Βουλή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 101Α παρ. 2 του Συντάγματος. Αντίστοιχη πρόβλεψη περί ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 101Α παρ. 2 του Συντ. δεν υπάρχει για καμία άλλη μη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή, με εξαίρεση την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 4013/2011). Τούτο δε επιβεβαιώνει την ειδική – αυξημένων εγγυήσεων – μεταχείριση που ήθελε να επιφυλάξει ο νομοθέτης στην Επιτροπή Ανταγωνισμού.

2ον: Το άρθρο 12 ν. 3959/2011 προβλέπει ανάλογη εφαρμογή για την Επιτροπή Ανταγωνισμού διατάξεων του άρθρου 2 και του άρθρου  3 Ν. 3051/2002 για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, ήτοι των άρθρων εκείνων που αναφέρονται στη λειτουργική ανεξαρτησία των [συνταγματικά κατοχυρωμένων] ανεξάρτητων αρχών και την προσωπική ανεξαρτησία των μελών των [συνταγματικά κατοχυρωμένων] ανεξάρτητων αρχών. Σχετικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, εδάφιο τελευταίο, Ν. 3959/2011 (περί ανάλογης εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3051/2002 σχετικά με τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών) και του άρθρου 12 παρ. 2, εδάφιο β΄, Ν. 3959/2011 (περί ανάλογης εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3051/2002 σχετικά με την επιλογή ως μελών των ανεξάρτητων αρχών προσώπων εγνωσμένου κύρους και επιστημονικής κατάρτισης ή επαγγελματικής εμπειρίας σε τομείς που έχουν σχέση με την αποστολή και τις αρμοδιότητες των αρχών).

 

Από το ίδιο το γράμμα των ως άνω διατάξεων του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, σε συνδυασμό με τη διακριτή – προνομιακή, σε σχέση με τις λοιπές μη συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, ειδική μεταχείριση που επιφύλαξε ο νομοθέτης για την Επιτροπή Ανταγωνισμού, με την ως άνω πρόβλεψη περί ανάλογης εφαρμογής επί της συγκεκριμένης ανεξάρτητης αρχής του άρθρου 101Α Συντ., συνάγεται ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιβληθούν τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ιδίως δε ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος αυτής) με τις αυτές εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας που προβλέπονται από το άρθρο 101Α Συντ. και τον ν. 3051/2002 για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές. Για τον λόγο δε αυτό πρέπει να τύχουν (ανάλογης) εφαρμογής για την Επιτροπή Ανταγωνισμού όσα ισχύουν για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές.

 

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 101Α του Συντάγματος καθιερώνεται ρητώς «ορισμένη θητεία» των μελών των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 101Α του Συντάγματος, το θέμα της θητείας των μελών των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών συνδέεται από τον συνταγματικό (αναθεωρητικό) νομοθέτη με τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των μελών τους, εναπόκειται δε στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει τη διάρκεια της θητείας των μελών των ανεξάρτητων αυτών αρχών υπό την έννοια ότι δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η πρόωρη λήξη της θητείας των μελών τους με νόμο, αφού τούτο αποτελεί επέμβαση στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους (ΣτΕ Ολ 2586/2017, σκέψη 12, ειδικότερη γνώμη πλειοψηφίας, αναφορικά με την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.) και ΣτΕ Ολ 2583/2017, σκέψη 7, μειοψηφία, αναφορικά με το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.)).

Ομοίως και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 101Α Συντ., δεν είναι επιτρεπτή η πρόωρη λήξη της θητείας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού με νόμο, αφού τούτο αποτελεί επέμβαση στην προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους, που περιβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, με ανάλογες εγγυήσεις με αυτές που ισχύουν για τις συνταγματικώς κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές.

 

3.1.2.  Σε κάθε δε περίπτωση, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, από τις διατάξεις της Οδηγίας 2019/1 (που επιδιώκει, δια της διασφαλίσεως της ανεξαρτησίας των εθνικών διοικητικών αρχών και των μελών αυτών, την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, είτε εφαρμόζονται αυτά μεμονωμένα είτε παράλληλα με την εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού), καθώς και από τα άρθρα 12 επ. Ν. 3959/2011 (βλ. ιδίως άρθρο 14 περί των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ανταγωνισμού και άρθρο 46 Ν. 3959/2011 περί της εκτάσεως εφαρμογής του νόμου), προκύπτει ότι:

Η θητεία των μελών των ανεξάρτητων αρχών και εν προκειμένω της Επιτροπής Ανταγωνισμού συνάπτεται με την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών τους και αναδεικνύει τη σημασία που ο νομοθέτης του ενωσιακού δικαίου και ο εθνικός νομοθέτης αποδίδουν στο ρόλο τους, ως οργάνων που διασφαλίζουν ότι ορισμένοι τομείς κρατικής δράσης δεν θα δέχονται κυβερνητικές και γενικότερα μονομερείς επιρροές. Τα ανωτέρω έχουν κριθεί ad hoc από το ΣτΕ, με την υπ’ αριθμ. 546/2019 απόφαση του Γ΄ Τμήματος αυτού, για τη θητεία μελών μη συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών, και συγκεκριμένα για την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), καθ’ ερμηνεία του διέποντος την αρχή αυτή ενωσιακού και εθνικού δικαίου (ΣτΕ 546/2019, σκέψη 7, πλειοψηφία, πρβλ. επίσης ΣτΕ Ολ 95/2017 σκέψη 19, αναφορικά με το Ε.Σ.Ρ., και ΣτΕ 1919/2018 Γ΄ Τμήμα, σκέψη 5, αναφορικά με το Α.Σ.Ε.Π.).

 

3.1.3   Συμπερασματικώς, στην υπό κρίση περίπτωση, η επίμαχη νομοθετική διάταξη (άρθρο 12 παρ. 7, εδάφιο ε΄, Ν. 3959/2011, σε συνδ. προς τα εδάφια α΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της παρ. αυτής του ως άνω άρθρου, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019), επαγόμενη την αυτοδίκαιη έκπτωση της πρώτης αιτούσας από τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της δεύτερης αιτούσας από τη θέση του Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, και τη συνεπεία τούτου σύντμηση – πρόωρη λήξη της πενταετούς θητείας τους, παραβιάζει την προστατευόμενη (α) κατά το Σύνταγμα (άρθρο 101Α Συντ., αναλόγως εφαρμοζόμενο για την Επιτροπή Ανταγωνισμού), (β) κατά το ενωσιακό δίκαιο (άρθρα 1 και 4 της Οδηγίας 2019/1 σε συνδ. με σκέψη 17 του Προοιμίου αυτής και τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, την αποτελεσματική εφαρμογή των οποίων επιδιώκει η Οδηγία 2019/1) και (γ) κατά το εθνικό δίκαιο (άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 3959/2011) θητεία των αιτουσών, η οποία συνάπτεται με την προσωπική και λειτουργική τους ανεξαρτησία ως μελών (Προέδρου και Αντιπροέδρου αντίστοιχα) της Επιτροπής Ανταγωνισμού (πρβλ. ΣτΕ 1919/2018 Γ΄ Τμήμα, σκέψη 5).

Για όλους τους λόγους αυτούς είναι ανίσχυρη η επίμαχη ρύθμιση, που προβλέπει την πρόωρη λήξη της πενταετούς θητείας, για την οποία επελέγησαν οι αιτούσες με τις προβλεπόμενες εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 3, εδάφιο γ΄, Ν. 3959/2011 (δηλαδή με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής). Και τούτο διότι παραβιάζει την κατά τα ανωτέρω συνταγματικά (κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθ. 101Α Συντ.), ενωσιακά και νομοθετικά προστατευόμενη θητεία τους, προσβάλλοντας την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους ως μελών ανεξάρτητης αρχής.

 

3.2.    Παράβαση της αρχής της συνέχειας της παρεχόμενης από τις ανεξάρτητες αρχές και αναγκαίας για το κράτος δικαίου λειτουργίας των αρχών αυτών. Παρακώλυση της αδιάλειπτης, εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Όπως προκύπτει: (α) από τις προαναφερθείσες διατάξεις της Οδηγίας 2019/1, που αποβλέπουν στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ καθώς και κατά την παράλληλη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και του δικαίου της Ένωσης, και (β) από τις διατάξεις του Ν. 3959/2011 (βλ. άρθρο 14 περί των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ανταγωνισμού και άρθρο 46 Ν. 3959/2011 περί της εκτάσεως εφαρμογής του νόμου αυτού), τόσο ο νομοθέτης του ενωσιακού δικαίου όσο και ο εθνικός νομοθέτης έχουν αναθέσει στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, προς πραγμάτωση των σκοπών της (τήρηση των διατάξεων της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, με στόχο τη δημιουργία συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού και την αποτροπή στρεβλώσεως του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά), αρμοδιότητες με ιδιαίτερη σημασία για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων και συμφερόντων όλων των εμπλεκομένων μερών, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της αρχής αυτής (προστασία των επιχειρήσεων, προστασία του καταναλωτή, προστασία του δημοσίου συμφέροντος και του συμφέροντος της Ε.Ε. αποτελεσματικής εφαρμογής της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού), τούτο δε επιβάλλει την αδιάλειπτη λειτουργία της ανεξάρτητης αυτής αρχής (πρβλ. αναφορικά με συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές ΣτΕ Ολ 2586/2017, σκέψη 12, ειδικότερη γνώμη πλειοψηφίας, και ΣτΕ Ολ 2583/2017, σκέψη 7, μειοψηφία).

Η επελθούσα, δια της εφαρμογής του επίμαχου ασυμβιβάστου επί των ήδη υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού (βλ. εδάφιο ε΄ της αντικατασταθείσης με τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011), πρόωρη παύση της θητείας της πρώτης αιτούσας – Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της δεύτερης αιτούσας – Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού παρακωλύουν την επιβαλλόμενη, κατά τα ως άνω, αδιάλειπτη, εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της ανεξάρτητης αυτής αρχής.

Μάλιστα, από το εν λόγω ασυμβίβαστο δεν καταλαμβάνονται μόνο οι αιτούσες,  αλλά και δύο (2) ακόμα υπηρετούντα μέλη της ανεξάρτητης αυτής αρχής, και συγκεκριμένα: ο κ. Νικόλαος Ζευγώλης, Εισηγητής – μέλος της Επιτροπής Ανταγωνισμού και ο κ. Ιωάννης Παύλοβιτς, Εισηγητής – μέλος της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Τα ανωτέρω παρακωλύουν την αδιάλειπτη λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μέχρι τον διορισμό νέου Προέδρου, Αντιπροέδρων και νέων Εισηγητών-μελών, όπως προκύπτει από τη συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 3, εδάφιο ζ΄, Ν. 3959/2011, και 15 παρ. 7, εδάφιο α΄, Ν. 3959/2011. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3, εδάφιο ζ΄, Ν. 3959/2011, «Μέχρι το διορισμό Προέδρου, Αντιπροέδρου ή νέου μέλους ή μελών, η λειτουργία της Επιτροπής δεν διακόπτεται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 7 του άρθρου 15.». Σύμφωνα δε με το άρθρο 15 παρ. 7, εδάφιο α΄, Ν. 3959/2011, προβλέπεται ότι: «Η Επιτροπή Ανταγωνισμού συνεδριάζει νόμιμα σε Ολομέλεια, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, ο Εισηγητής που έχει οριστεί για τη συγκεκριμένη υπόθεση, και δύο τουλάχιστον μέλη τακτικά ή αναπληρωματικά, αποφασίζει δε κατά πλειοψηφία των παρόντων». Επομένως, εφόσον στη συνεδρίαση δεν μπορούν να μετέχουν ούτε η εκπέσασα πρώτη αιτούσα – Πρόεδρος της Επιτροπής, ούτε η εκπέσασα δεύτερη αιτούσα – Αντιπρόεδρος της Επιτροπής, η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν μπορεί να συνεδριάζει νομίμως σε Ολομέλεια και να εκδίδει αποφάσεις. Παρακωλύεται δε εκ του λόγου τούτου η έκδοση αποφάσεων και η άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ήτοι η επιτέλεση του ανατεθειμένου σε αυτήν έργου προς πραγμάτωση της αποστολής της.

 

Επιπροσθέτως, μέχρι τον διορισμό νέων μελών στη θέση των ως άνω αυτοδικαίως εκπεσάντων τεσσάρων μελών, θα προκληθεί διαταραχή στην εν γένει επιτέλεση του έργου της ανεξάρτητης αυτής αρχής (ελέγχου της τηρήσεως των διατάξεων της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού) αλλά και σοβαρή καθυστέρηση στην εξέταση εκ μέρους της Επιτροπής εκκρεμών ενώπιόν της σοβαρών υποθέσεων μεγάλου οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος (βλ. άρθρο 15 Ν. 3959/2011 αναφορικά με τη διαδικασία εξέτασης υποθέσεων από την Επιτροπή Ανταγωνισμού), και με πιθανό τον κίνδυνο παραγραφής (βλ. σχετικώς άρθρο 42 Ν. 3959/2011), προς πρόδηλη βλάβη του δημοσίου και ενωσιακού συμφέροντος άμεσης και αποτελεσματικής εφαρμογής της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ενόψει ιδίως του κινδύνου μη έγκαιρης διαπίστωσης παραβάσεων της σχετικής νομοθεσίας και καθυστέρησης επιβολής (και συνεπώς και είσπραξης) προστίμων για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

Για τους λόγους δε αυτούς το εδάφιο ε΄ της αντικατασταθείσης με τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, το οποίο επιφέρει πρόωρη παύση της θητείας των αιτουσών – υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με τις εντεύθεν ως άνω συνέπειες για τη λειτουργία της ανεξάρτητης αυτής αρχής και την επιτέλεση του έργου της, παραβιάζει τη συνέχεια της παρεχόμενης από τις ανεξάρτητες αρχές και αναγκαίας  για το κράτος δικαίου λειτουργίας των αρχών αυτών (πρβλ. ΣτΕ 1919/2018, σκέψεις 5 και 6, ΣτΕ 2864, 2897/2016, 4172/2014, 5004/2013), η οποία (συνέχεια της λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών) αποτελεί ειδικότερη έκφανση της αρχής της συνέχειας της αναγκαίας για το κράτος δικαίου δημόσιας υπηρεσίας (πρβλ. ΣτΕ 1919/2018, σκέψη 5 και ΣτΕ 876/2018, σκέψη 4) και της ορθολογικής οργανώσεως και λειτουργίας της Διοικήσεως (πρβλ. ΣτΕ 876/2018, σκέψη 4, αναφορικά με τη Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων).

Επομένως, η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση, κατ’ επίκληση της οποίας εξέπεσαν οι αιτούσες από τις κατεχόμενες από αυτές θέσεις (της Προέδρου και Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού αντίστοιχα), αντιστρατεύεται το γενικό δημόσιο συμφέρον συνέχειας της ανεξάρτητης αυτής αρχής και αδιάλειπτης, εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργία της.

 

3.3.    Μη διασφάλιση της ορθολογικής οργάνωσης και λειτουργίας της ανεξάρτητης αρχής ενόψει της διάρρηξης του ενιαίου της θητείας των μελών της.

Όπως γίνεται νομολογιακώς δεκτό (βλ. ΣτΕ 546/2019, σκέψη 7), η κατά το δυνατόν διασφάλιση του ενιαίου της θητείας των μελών της ανεξάρτητης αρχής συντελεί στην ορθολογικότερη οργάνωση και λειτουργία της. Εν προκειμένω, η αυτοδίκαιη έκπτωση των δύο αιτουσών από τη θέση τους στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, συνεπεία του επίμαχου ασυμβιβάστου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε καταλαμβάνει όχι μόνο αυτές, αλλά και άλλα δύο (2) υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής, διακόπτει προώρως τη θητεία τεσσάρων (4) συνολικά εκ των μελών της ανεξάρτητης αρχής. Είναι δε άδηλο το πότε θα διορισθεί νέο μέλος στη θέση εκάστου των εκπεσάντων μελών – και μάλιστα αν θα διοριστούν και τα τέσσερα νέα μέλη ταυτόχρονα ή σε διαφορετικό χρόνο το καθένα -, με συνέπεια να διαρρηγνύεται το ενιαίο της θητείας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού και να μην διασφαλίζεται, συνεπεία τούτου, η ορθολογική οργάνωση και λειτουργία της ανεξάρτητης αρχής.

 

4.      Μη θέσπιση ειδικής μεταβατικής διατάξεως για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού και έλλειψη γενικού, αφηρημένου και απρόσωπου χαρακτήρα της εισαχθείσης νομοθετικής ρυθμίσεως.

Προβάλλεται περαιτέρω ότι η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 12 παρ. 7, εδάφιο α΄, Ν. 3959/2011, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019, που καταλαμβάνει και τις αιτούσες δυνάμει του εδαφίου ε΄ της κατά τα ως άνω αντικατασταθείσης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011 (ερμηνευομένης σε συνδυασμό προς τα εδάφια α΄, γ΄, δ΄ και στ΄), πάσχει συνταγματικώς, λόγω:

(α) μη θεσπίσεως ειδικής μεταβατικής διατάξεως για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά παράβαση: (αα) της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας, και (ββ) θεμελιωδών συνταγματικών επιταγών, αναγόμενων σε αρχές του κράτους δικαίου και ορθολογικής νομοθετήσεως,

(β) καθώς και λόγω ελλείψεως γενικού, αφηρημένου και απρόσωπου χαρακτήρα της εισαχθείσης νομοθετικής ρυθμίσεως.

Συγκεκριμένα:

 

4.1     Επικουρικώς, παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας,  ελλείψει μεταβατικής διατάξεως στο νόμο προβλέπουσας τη μη εφαρμογή του ασυμβίβαστου επί των ήδη υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μέχρι τη λήξη της θητείας τους.

 

Επικουρικώς, προς τους ως άνω υπ’ αριθμ. 1, 2, 3 λόγους ακυρώσεως και προς τους υπ’ αριθμ. 4.3, 5, 6, 7 και 8 λόγους ακυρώσεως που έπονται, προβάλλεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θεσπίστηκε, κατά παράβαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας, ειδική μεταβατική ρύθμιση, με την οποία να εξασφαλίζεται ότι το νεοθεσπισθέν ασυμβίβαστο δεν εφαρμόζεται για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Η θέσπιση της εν λόγω μεταβατικής ρυθμίσεως επιβαλλόταν, ως ελάχιστη πρόνοια του νομοθέτη, ώστε να μην αποχωρήσουν προώρως τα καταλαμβανόμενα από το επίμαχο ασυμβίβαστο ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού και να μπορέσουν να ολοκληρώσουν την προβλεπόμενη – και προστατευόμενη κατά τα ανωτέρω – «ορισμένη θητεία» τους, για την οποία είχαν ήδη διοριστεί (πρβλ. ΣτΕ  Ολ 2820-2827/2002, σκ. 5, 2590/2004 7μ., σκ. 5 (μειοψ.)).

Η πρόβλεψη ειδικής μεταβατικής ρυθμίσεως για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ήτοι και για τις αιτούσες, μέχρι τη λήξη της θητείας τους, παρίστατο αναγκαία, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συντρεχουσών στην προκειμένη περίπτωση περιστάσεων. Συγκεκριμένα:

α) Η συγκεκριμένη διάταξη του Ν. 4623/2019 (άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄) δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 09.08.2019 και προβλέπει την άμεση ισχύ της από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην ΕτΚ (ήτοι από 09.08.2019) και την άμεση εφαρμογή της στα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με αυτοδίκαιη έκπτωσή τους από την κατεχόμενη από αυτά θέση στην εν λόγω ανεξάρτητη αρχή. Το γεγονός αυτό της μη μεσολαβήσεως χρόνου – και δη αρκετού χρόνου – μεταξύ δημοσιεύσεως του νόμου, ενάρξεως ισχύος της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως και πρώτης εφαρμογής αυτής καθιστούσε εν προκειμένω έτι επιτακτικότερη τη θέσπιση ειδικής μεταβατικής ρυθμίσεως με το ανωτέρω περιεχόμενο (βλ. ΣτΕ 2590/2004 7μ., σκ. 5 (πλειοψ.)).

β) Ο νομοθέτης δεν είχε εξαγγείλει εκ των προτέρων, προ ευλόγου χρόνου και πάντως προ της ενάρξεως της θητείας των αιτουσών, το ενδεχόμενο προβλέψεως του συγκεκριμένου ασυμβιβάστου, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί η εισαγωγή του – και μάλιστα η εφαρμογή του και επί των ήδη υπηρετούντων μελών της ανεξάρτητης αρχής – ως μία λογικά αναμενόμενη εξέλιξη της νομοθεσίας (πρβλ. ΣτΕ 1468/2012 7μ., σκ. 11 και 651/2013 7μ., σκ. 11).

γ) Ο νομοθέτης όχι απλώς δεν προέβλεψε την παραμονή των ήδη υπηρετούντων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μέχρι τη λήξη της (πενταετούς) θητείας τους, αλλά ούτε καν όρισε ένα μεταβατικό στάδιο μικρότερου χρονικού διαστήματος για την εφαρμογή του επίμαχου ασυμβιβάστου στα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής (βλ. ενδεικτικώς ΣτΕ Ολ 2820-2827/2002 αναφορικά με την πρόνοια του νομοθέτη να ορίσει ένα μεταβατικό στάδιο δύο ετών, ΣτΕ 1468/2012 7μ., σκ. 11 και 651/2013 7μ., σκ. 11 αναφορικά με την παροχή μεταβατικής περιόδου ενός έτους, ΣτΕ 2328/2013 7μ., σκ. 14, καθώς και ΣτΕ 2827-2832/2017 7μ., αναφορικά με τη νομοθετική πρόβλεψη εύλογης μεταβατικής περιόδου ενός έτους, η οποία στη συνέχεια παρατάθηκε για ένα έτος ακόμα).

δ) Η εφαρμογή του εν λόγω ασυμβιβάστου στα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, την αυτοδίκαιη έκπτωση των αιτουσών, Προέδρου και Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, από τις θέσεις τους αυτές, παρακωλύει την επιβαλλόμενη, κατά τα ως άνω, αδιάλειπτη, εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της ανεξάρτητης αυτής αρχής. Συνεπεία δε τούτου, η μη πρόβλεψη ειδικής μεταβατικής ρυθμίσεως που να επιτρέπει την παραμονή των υπηρετούντων μελών στην Επιτροπή Ανταγωνισμού μέχρι τη λήξη της θητείας τους προσκρούει ευθέως προς το γενικό (και υπέρτερο) δημόσιο συμφέρον συνέχειας της παρεχόμενης από τις ανεξάρτητες αρχές και αναγκαίας για το κράτος δικαίου λειτουργίας των αρχών αυτών.

ε) Η επίμαχη νομοθετική διάταξη προκαλεί απότομη και δραματική μείωση του χρόνου της (αρχικής πενταετούς) θητείας των αιτουσών, οι οποίες υποχρεούνται, ενόψει της επίμαχης διατάξεως, να αποχωρήσουν από την κατεχόμενες από αυτές θέση λίγους μόνο μήνες μετά από τον διορισμό τους (μόλις επτά (7) μήνες μετά από τον διορισμό της πρώτης αιτούσας και είκοσι οκτώ (28) μήνες μετά από τον διορισμό της δεύτερης αιτούσας), χωρίς να προβλέπεται οποιοδήποτε μεταβατικό μέτρο για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της ομαλούς ολοκληρώσεως της θητείας τους μετά πάροδο πέντε ετών από τον διορισμό τους (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 6.11.2012, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-286/12, σκέψη 68).

Συγκεκριμένα, από τη νομολογία του ΔΕΕ συνάγεται ότι εθνικές διατάξεις με τις οποίες πραγματοποιείται άμεση και σημαντική μείωση του χρόνου υποχρεωτικής αποχωρήσεως από τη θέση δημόσιου λειτουργού (από δημόσια υπηρεσία), χωρίς να προβλέπονται μεταβατικά μέτρα δυνάμενα να προστατεύσουν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων οι οποίοι βρίσκονταν εν ενεργεία κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ των διατάξεων αυτών, δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 24.6.2019, Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας, C-619/18, σκέψη 91, αναφορικά με εθνικές διατάξεις μείωσης του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχωρήσεως από τη θέση δικαστή, καθώς και απόφαση του ΔΕΕ της 6.11.2012, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-286/12, σκέψεις 68 και 80, αναφορικά με εθνικές διατάξεις μείωσης του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχωρήσεως από την υπηρεσία δικαστών, εισαγγελέων και συμβολαιογράφων).

Ειδικώς δε σε περίπτωση θητείας σε ανεξάρτητη αρχή, όπως έχει κριθεί, η αλλαγή θεσμικού πλαισίου δεν μπορεί να δικαιολογήσει αφ’ εαυτής αντικειμενικώς τον τερματισμό της θητείας του προσώπου χωρίς τη λήψη μεταβατικών μέτρων τα οποία θα επέτρεπαν τη διασφάλιση του σεβασμού της διάρκειας της θητείας του (ΔΕΕ της 8.4.2014, C-288/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 61, σχετικά με τη θητεία του προσώπου που κατείχε το αξίωμα του επιτρόπου στην Ουγγαρία – αρχής ελέγχου της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια της οδηγίας 95/46). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η πρόωρη λήξη της θητείας μέλους ανεξάρτητης αρχής, αλλά πρέπει να διασφαλίζεται ο σεβασμός της διάρκειάς της, ακόμα και σε περίπτωση που μεσολαβεί, διαρκούσης της θητείας του μέλους της ανεξάρτητης αρχής, αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος.

Επομένως, κατά παράβαση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας, δεν αποκλείστηκαν από την εφαρμογή του εν λόγω ασυμβιβάστου τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με θέσπιση ειδικής μεταβατικής ρυθμίσεως  που να προβλέπει την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης θητείας τους.

 

4.2     Επικουρικώς, παραβίαση θεμελιωδών συνταγματικών επιταγών, αναγόμενων σε αρχές του κράτους δικαίου και ορθολογικής νομοθετήσεως

Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από της διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος [πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.? βλ. και το ν. 4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης», στο άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια δικαίου (περ. η), και το μεταγενέστερο Ν. 4622/2019 «Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης» αναφορικά με την ένταξη της αρχής της ασφάλειας δικαίου μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης (άρθρο 58 παρ. 1 περ. ζ), με τον οποίο καταργείται από τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού ο ν. 4048/2012 (άρθρο 119 παρ. 1)] και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 7μ., 144, 1976/2015). Αυτή πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη συγκρότηση και σύνθεση ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με εξόχως σημαντικές αρμοδιότητες (πρβλ. ΣτΕ Ολ 1738/2017, σκέψη 5).

Επί τη βάσει των ανωτέρω και επικουρικώς προς τους προβαλλόμενους υπ’ αριθμ. 1, 2, 3, 4.3, 5, 6, 7 και 8 λόγους ακυρώσεως, προβάλλεται ότι το εισαχθέν με την επίμαχη νομοθετική διάταξη ασυμβίβαστο αντίκειται στο Σύνταγμα προεχόντως λόγω του τρόπου που επιχειρήθηκε η εισαγωγή του εν λόγω ασυμβίβαστου, δηλαδή επειδή προβλέφθηκε ότι και τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού καταλαμβάνονται άμεσα από το νεοεισαγόμενο ασυμβίβαστο, με αυτόθροη συνέπεια την αυτοδίκαιη έκπτωσή τους και την κατά τούτο πρόωρη λήξη της θητείας τους. Ο τρόπος αυτός με τον οποίο επιχειρήθηκε νομοθετικώς η εισαγωγή του επίμαχου ασυμβιβάστου, παραβιάζοντας θεμελιώδεις, και στοιχειώδεις, αρχές της καλής νομοθετήσεως, παραβιάζει ταυτοχρόνως και αρχές του κράτους δικαίου αλλά και τις λοιπές συνταγματικές αρχές που διέπουν την άσκηση του νομοθετικού έργου (πρβλ. την ειδικότερη γνώμη του Αντιπροέδρου Α. Ράντου  της αποφάσεις ΣτΕ Ολ 2583/2017, σκ. 7 και ΣτΕ Ολ 2586/2017, σκ. 12, πρβλ. και ΣτΕ Ολομ. 1738/2017). Με τον τρόπο αυτό ενέργειας του νομοθέτη αναιρείται, κατ΄ουσία, ο συνταγματικός, ενωσιακός και νομοθετικός σκοπός της «ορισμένης θητείας» των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού και εισάγεται πλήρης ανασφάλεια και αβεβαιότητα στην έννομη τάξη, κατά παράβαση θεμελιωδών συνταγματικών επιταγών, αναγόμενων σε αρχές του κράτους δικαίου και ορθολογικής νομοθετήσεως (βλ. ΣτΕ Ολ 2583/2017, σκ. 7 και ΣτΕ Ολ 2586/2017, σκ. 12, ειδικότερη γνώμη Αντιπροέδρου Α. Ράντου).

4.3     Έλλειψη γενικού, αφηρημένου και απρόσωπου χαρακτήρα της εισαχθείσης νομοθετικής ρυθμίσεως.

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΣτΕ, ο κοινός νομοθέτης έχει ευρεία ευχέρεια ως προς τη ρύθμιση της οργάνωσης και εν γένει στελέχωσης των δημοσίων υπηρεσιών και δεν κωλύεται να εισαγάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό και να εξυπηρετεί λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 2713/2006, σκέψη 8, που έκρινε το ζήτημα πρόωρης λήξεως της θητείας Προέδρου Δ.Σ. ν.π.δ.δ., κατ’ εφαρμογή νομοθετικής διατάξεως περί αυτοδίκαιης λήξης της θητείας του, ΣτΕ 1858/2003, σκ. 16, 2515/2003, σκ. 15, 2590/2004 7μ., σκ. 5). (Μόνον) εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές του γενικού, αντικειμενικού και απρόσωπου χαρακτήρα της επιχειρούμενης ρυθμίσεως, δέχεται το ΣτΕ ότι δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης από τις συνταγματικές αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, του κράτους δικαίου και της ισότητας να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα, δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών (ΣτΕ 1664/2008, σκ. 10, 1662/2008, σκ. 10, πρβλ. ΣτΕ Ολ. 2824/2002, ΣτΕ 195/2012, σκ. 6, ΣτΕ 4731/2014, σκ. 4).

Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά και από την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ σε περιπτώσεις μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος, δίχως θέσπιση μεταβατικών διατάξεων. Πιο συγκεκριμένα, όπως γίνεται δεκτό, ο νομοθέτης δεν κωλύεται να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, έστω και αν θίγονται με αυτές υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό και να εξυπηρετεί λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 1596-1597/2018, σκ. 18, 634/2018, σκ. 18, 3100/2017 7μ., σκ. 20, 3104/2017 7μ., σκ. 19, 866/2017, σκ. 18, βλ. επίσης ΣτΕ 3198/2013, σκ. 8, 1468/2012, 195/2012, 2590/2004 7μ., 2515/2003, 3719/2000).

Εν προκειμένω, δεν συντρέχει καμία εκ των τεσσάρων (σωρευτικώς τασσόμενων εκ μέρους της πάγιας ως άνω νομολογίας του ΣτΕ) προϋποθέσεων συνταγματικώς ανεκτής επί τα χείρω μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος της θητείας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Πιο συγκεκριμένα:

1ον: Η επιχειρούμενη ρύθμιση δεν χωρεί κατά τρόπο γενικό, καταλαμβάνοντα όλες εν γένει τις μη συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, οι επικεφαλής και τα μέλη των οποίων δεν απολαμβάνουν τις αυξημένες θεσμικές εγγυήσεις και τη συναίνεση που προβλέπονται στο Σύνταγμα (άρθρο 101Α) για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, αλλά καταλαμβάνει αποκλειστικώς και μόνον την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

2ον: Η επιχειρούμενη ρύθμιση δεν χωρεί κατά τρόπο απρόσωπο, δεδομένου ότι, εν όψει του μικρού αριθμού των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δύνανται ευχερώς να προσδιοριστούν ατομικώς τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τα οποία παύουν εφεξής να υπηρετούν στην ανεξάρτητη αυτή αρχή, στην οποία μέχρι σήμερα θητεύουν (πρβλ. Διοικ. Ολ. ΣτΕ 1/2008, υπό στοιχείο IV).

3ον: Η επιχειρούμενη ρύθμιση δεν χωρεί κατά τρόπο αντικειμενικό, για τους ακόλουθους επιμέρους λόγους:

αα) εφαρμόζεται μόνο για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού και όχι για τα μέλη των λοιπών ρυθμιστικών ανεξάρτητων διοικητικών αρχών που δεν επιλέγονται με την προβλεπόμενη από το άρθρο 101Α Συντ. διαδικασία (πρβλ. αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα», σελ. 50, παρ. 3 και σελ. 51, παρ. 1).

ββ) εφαρμόζεται τόσο για το μέλλον, για τα υποψήφια να διοριστούν στο μέλλον πρόσωπα ως μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όσο και για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αδιακρίτως και αμέσως. Και τούτο ενώ για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν συνέτρεχε το εν λόγω ασυμβίβαστο κατά τον χρόνο διορισμού τους, με συνέπεια την αιφνίδια εκ των υστέρων έκπτωσή τους από την κατεχόμενη από αυτά θέση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και την πρόωρη λήξη της θητείας τους.

4ον: Η επιχειρούμενη ρύθμιση δεν εξυπηρετεί λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος. Αντιθέτως, εγείρει πλείστα ζητήματα αντισυνταγματικότητας, καθώς και ζητήματα παραβάσεως του ενωσιακού δικαίου, πολλά εκ των οποίων επισημαίνονται στην έκθεση επί του νομοσχεδίου της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (βλ. σελ. 19-22 της εκθέσεως της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής επί του άρθρου 101). Κυρίως δε εγείρει ζήτημα: (i) παραβιάσεως της προστατευόμενης θητείας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού που συνάπτεται με την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους, (ii) προσβολής της ανεξαρτησίας της ίδιας της ανεξάρτητης αυτής αρχής και (iii) παρακωλύσεως της αδιάλειπτης και εύρυθμης λειτουργίας της ανεξάρτητης αυτής αρχής και της συνέχειάς της. Αντί, συνεπώς, να εξυπηρετεί η επίμαχη αυτή νομοθετική ρύθμιση λόγους δημοσίου συμφέροντος – και δη γενικότερου δημοσίου συμφέροντος -, προσκρούει στο δημόσιο συμφέρον συνέχειας της παρεχόμενης από τις ανεξάρτητες αρχές και αναγκαίας για το κράτος δικαίου λειτουργίας των αρχών αυτών.

Βάσει των ανωτέρω, η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση, με την οποία εισάγεται το πρώτον το προαναφερθέν ασυμβίβαστο για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή.

 

5.      Φωτογραφικός χαρακτήρας της επίμαχης νομοθετικής ρυθμίσεως.

Η επίμαχη νομοθετική διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 που εισάγει το ασυμβίβαστο του εδαφίου α΄ της αντικαθιστάμενης δι’ αυτού παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, καταλαμβάνοντας και τα ήδη υπηρετούντα πρόσωπα στην Επιτροπή Ανταγωνισμού (εδάφιο ε΄ της αντικαθιστάμενης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011) και επαγόμενο την αυτοδίκαιη έκπτωση αυτών από τη θέση τους (εδάφιο δ΄ της αντικαθιστάμενης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011), εισάγει μεν εκ πρώτης όψεως γενική και αφηρημένη ρύθμιση για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αλλά έχει στην πραγματικότητα φωτογραφικό χαρακτήρα. Με την επίμαχη νομοθετική διάταξη ορίζεται πράγματι ποια μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τα οποία δύνανται ευχερώς να προσδιοριστούν ατομικώς εν όψει του μικρού αριθμού των μελών της Επιτροπής, παύουν εφεξής να υπηρετούν στην ανεξάρτητη αυτή αρχή, στην οποία μέχρι σήμερα θητεύουν. Η χρήση του δήθεν αντικειμενικού και αφηρημένου κριτηρίου του ασυμβιβάστου της ιδιότητας του μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού με οποιασδήποτε μορφής κατοχή θέσης ή ανάθεση καθηκόντων ή απόσπαση ή άλλως απασχόληση στο γραφείο Πρωθυπουργού ή σε γραφείο της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού ή σε γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή σε πολιτικό γραφείο μέλους της Κυβέρνησης ή στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης ή σε γραφείο Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου, για μία πενταετία μετά τη λήξη της εν λόγω κατοχής θέσης ή της ανάθεσης ή της απόσπασης ή της απασχόλησης αντιστοίχως, δεν αίρει τον φωτογραφικό χαρακτήρα της διατάξεως, εφ’ όσον δι’ αυτής επέρχεται πράγματι άμεσος ανακαθορισμός της συνθέσεως της εν λόγω ανεξάρτητης αρχής από τον νομοθέτη. Τούτο επιτυγχάνεται όχι μεν ευθέως, διά του προσδιορισμού δηλαδή των προσώπων που θα υπηρετούν σ’ αυτήν, αλλ’ εμμέσως διά του αποκλεισμού των ήδη υπηρετούντων εφ΄ όσον καταλαμβάνονται από το θεσπιζόμενο ως άνω ασυμβίβαστο, μάλιστα δε ανεξαρτήτως του αναγνωρισμένου κύρους, της επιστημονικής τους κατάρτισης και της επαγγελματικής τους ικανότητας και εμπειρίας, και ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους, ήτοι κριτηρίων που συνιστούν κατά το νόμο (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 εδάφια α΄ και β΄ Ν. 3959/2011) και το Σύνταγμα (άρθρο 101Α Συντ., αναλόγως εφαρμοζόμενο) προϋπόθεση και εγγύηση της ανεξαρτησίας της ανεξάρτητης αρχής. Με το περιεχόμενο αυτό η νομοθετική αυτή διάταξη πλήττει ευθέως και αμέσως την ανεξαρτησία των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της ίδιας της ανεξάρτητης αρχής, η οποία περιλαμβάνει και τον σεβασμό της διάρκειας της θητείας των μελών της (πρβλ. Διοικ. Ολ. ΣτΕ 1/2008, υπό στοιχείο IV).

Ο φωτογραφικός, άλλωστε, χαρακτήρας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως επιβεβαιώνεται και από τα κατωτέρω:

α) Ενώ στην αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα»), σχετικά με το άρθρο 101, γίνεται αρχικά αναφορά σε έλλειψη αυξημένων θεσμικών εγγυήσεων κατά τη διαδικασία επιλογής και διορισμού των μελών των μη συνταγματικά κατοχυρωμένων ΑΔΑ (βλ. παρ. 2 στη σελ. 49 της αιτιολογικής εκθέσεως) και στη συνέχεια επισημαίνεται ότι «εισάγονται τα ασυμβίβαστα για τις μη συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, οι οποίες δεν απολαμβάνουν τις αυξημένες θεσμικές εγγυήσεις και τη συναίνεση που προβλέπονται ήδη στο Σύνταγμα κατά την επιλογή και το διορισμό των επικεφαλής και των μελών διοίκησης των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών» (βλ. αρχή σελ. 51 της αιτιολογικής εκθέσεως), το επίμαχο ασυμβίβαστο εισάγεται μόνο για την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Και τούτο ενώ και (ΟΛΕΣ) οι λοιπές μη συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές δεν απολαμβάνουν τις αυξημένες θεσμικές εγγυήσεις και τη συναίνεση που προβλέπει το Σύνταγμα κατά την επιλογή και το διορισμό των επικεφαλής και των μελών διοίκησης των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών!

β) Ενώ η αιτιολογική έκθεση αναφέρεται σε «εκ των προτέρων θέσπιση» συγκεκριμένων ασυμβιβάστων στην περίπτωση των μη συνταγματικά κατοχυρωμένων ΑΔΑ (βλ. παρ. 2 στη σελ. 49 της αιτιολογικής εκθέσεως), προβαίνει σε εκ των υστέρων θέσπιση ασυμβιβάστου για τα ήδη υπηρετούντα μέλη μίας και μόνο μη συνταγματικά κατοχυρωμένης ΑΔΑ, της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

γ) Ενώ η αιτιολογική έκθεση θέτει τον στόχο «αποπολιτικοποίησης των ΑΔΑ» (βλ. παρ. 2 στη σελ. 50 της αιτιολογικής εκθέσεως), με ειδική αναφορά στις «ρυθμιστικές ΑΔΑ», προτείνεται η εισαγωγή του ασυμβιβάστου μόνο για την Επιτροπή Ανταγωνισμού κατ’ επίκληση «του κρίσιμου και οριζόντιου ρόλου της για την εθνική οικονομία» (βλ. παρ. 3 στη σελ. 50 της αιτιολογικής εκθέσεως). Και τούτο παρά το γεγονός ότι υφίστανται στην ελληνική έννομη τάξη και άλλες ρυθμιστικές ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, με εξίσου κρίσιμο ρόλο για την εθνική οικονομία, όπως π.χ. η Ε.Ε.Τ.Τ., η Ρ.Α.Ε., η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Ε.Ε.Ε.Π. κ.ά.

δ) Η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, στην ενίσχυση της οποίας αποβλέπει το επίμαχο ασυμβίβαστο, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση (βλ. παρ. 2 της σελ. 51 αυτής), διασφαλιζόταν ήδη πλήρως από το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Ειδικότερα, ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη προβλέψει στο άρθρο 12 Ν. 3959/2011 σωρεία εγγυήσεων για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που διασφαλίζουν πλήρως και αποτελεσματικώς την προσωπική και λειτουργική τους ανεξαρτησία (ρητή νομοθετική κατοχύρωση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών, με ρητή πρόβλεψη τηρήσεως των αρχών της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους [βλ. άρθρο 12 § 1 εδάφιο β΄], αναλογική εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 2 καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 3 ν. 3051/2002 [βλ. άρθρο 12 § 1, εδάφιο τελευταίο και άρθρο 12 § 2, εδάφιο β΄], αυξημένα προσόντα επιλογής του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των Εισηγητών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με ρητή πρόβλεψη αναστολής της επαγγελματικής δραστηριότητας τους κατά τον χρόνο κατοχής της θέσης τους [βλ. άρθρο 12 § 2 εδάφια α΄ και γ΄],  αυξημένες εγγυήσεις επιλογής του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού [βλ. άρθρο 12 § 3 εδάφια α΄ και γ΄] αλλά και των λοιπών μελών της Επιτροπής [βλ. άρθρο 12 § 3 εδάφιο β΄], ασυμβίβαστο λόγω συγγενικής σχέσεως [βλ. άρθρο 12 § 7 (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το επίμαχο άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019)], απαγόρευση προσπορισμού οποιουδήποτε οφέλους εκ μέρους επιχειρήσεων ή τρίτων [βλ. άρθρο 12 § 8], υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας από τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού [βλ. άρθρο 12 § 9], αυτοδίκαιη έκπτωση των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού στις προβλεπόμενες στην παρ. 12 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011 περιπτώσεις, αναστολή της ιδιότητας του μέλους της Επιτροπής στις προβλεπόμενες στην παρ. 13 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011 περιπτώσεις, απαγορεύσεις για τα μέλη της Επιτροπής και μετά τη λήξη της θητείας τους [βλ. άρθρο 12 § 11], καθώς και υποχρέωση υποβολής κατ’ έτος δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από όλα τα μέλη της ανεξάρτητης αρχής [βλ. άρθρο 12 § 18].

Συνεπώς, ο σκοπός ενίσχυσης της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, του οποίου γίνεται επίκληση στην αιτιολογική έκθεση, ουδόλως ανταποκρίνεται σε πραγματικά δεδομένα σχετιζόμενα με μειωμένη –χρήζουσα ενισχύσεως– προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ώστε όντως να προκύπτει ανάγκη εισαγωγής της συγκεκριμένης ρυθμίσεως (πρβλ. Διοικ. Ολ. ΣτΕ 1/2008, υπό στοιχείο IΙΙ.3).

ε) Αξίζει δε να επισημανθεί ότι, ενώ κατά την αιτιολογική έκθεση (βλ. παρ. 3 της σελ. 51 αυτής) το ασυμβίβαστο αυτό συμβάλλει «καθοριστικά στην εξάλειψη του κινδύνου οποιασδήποτε μορφής (άμεσης ή έμμεσης) πολιτικής επιρροής κατά την άσκηση των καθηκόντων των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού», στην πραγματικότητα με τη θέσπιση του επίμαχου ασυμβιβάστου παρέχεται η δυνατότητα συνταγματικώς, ενωσιακώς και νομοθετικώς ανεπίτρεπτης έμμεσης επιρροής της ασκούσας νομοθετική πρωτοβουλία εκτελεστικής εξουσίας στη συγκρότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ήτοι ανεξάρτητης κατά το Σύνταγμα, το κοινοτικό δίκαιο και το εσωτερικό δίκαιο αρχής! Η παρεχόμενη αυτή δυνατότητα ανεπίτρεπτης έμμεσης επιρροής καθίσταται ιδιαίτερα προφανής εν προκειμένω, δεδομένου ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν προορίζεται να ισχύσει αποκλειστικά και μόνο για το μέλλον αλλά, όπως ρητώς ορίζεται σε αυτήν, καταλαμβάνει και τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (πρβλ. Διοικ. Ολ. ΣτΕ 1/2008, υπό στοιχείο IΙΙ.2).

στ) Ο φωτογραφικός χαρακτήρας της επίμαχης διατάξεως επιβεβαιώνεται και από το θεσπισθέν τελευταίο εδάφιο της αντικατασταθείσης παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, το οποίο εισάγει εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του θεσπιζόμενου ασυμβιβάστου αναφορικά με τα υπηρετούντα πρόσωπα για τα οποία διατυπώθηκε θετική γνώμη με πλειοψηφία τουλάχιστον 4/5 της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής κατά τη διαδικασία διορισμού τους. Όμως, τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που καταλαμβάνονται από το ασυμβίβαστο, και η διατυπωθείσα πλειοψηφία της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής κατά τη διαδικασία διορισμού των εν λόγω μελών ήταν ήδη γνωστά στο νομοθέτη, ο οποίος εισάγοντας την «προσχηματική» αυτή εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του θεσπιζόμενου για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού ασυμβιβάστου επιβεβαιώνει την «αληθή» πρόθεση θεσπίσεώς του: Αληθής πρόθεση του νομοθέτη ήταν η απομάκρυνση συγκεκριμένων, ατομικώς προσδιορισμένων, προσώπων που ήδη υπηρετούν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού!

Το «ψευδεπίγραφο» των αναφερόμενων στην αιτιολογική έκθεση του νόμου ως επιδιωκόμενων από το νομοθέτη σκοπών («εξάλειψη του κινδύνου οποιασδήποτε μορφής (άμεσης ή έμμεσης) πολιτικής επιρροής κατά την άσκηση των καθηκόντων των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού» και «ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους»), επιρρωνύεται από το εισαχθέν τελευταίο εδάφιο στην αντικατασταθείσα με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 παράγραφο 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011. Εάν οι δηλούμενες στην αιτιολογική έκθεση του νόμου επιδιώξεις του νομοθέτη ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, τότε θα έπρεπε να προβλεφθεί εφαρμογή του για όλα ανεξαιρέτως τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση. Και τούτο διότι, εφόσον κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου το χρονικό διάστημα της πενταετίας μεταξύ του χρόνου κατοχής της θέσεως που στοιχειοθετεί το ασυμβίβαστο και του χρόνου διορισμού του μέλους στην Επιτροπή Ανταγωνισμού «είναι εύλογο και ενισχύει την αποσύνδεση της επιλογής των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού από τον εκλογικό κύκλο, προκειμένου να αποφευχθεί η επιλογή και εναλλαγή πολιτικά διορισμένων στελεχών ως μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού», η διατυπωθείσα πλειοψηφία της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής κατά τη διαδικασία διορισμού των εν λόγω μελών, όσο αυξημένη και αν είναι, δεν αίρει τον ανωτέρω αντικειμενικό λόγο θεσπίσεως του ασυμβιβάστου για τα υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (της αποσυνδέσεως, δηλαδή, της επιλογής τους από τον εκλογικό κύκλο), ούτε εξαλείφει τον κίνδυνο οποιασδήποτε μορφής (άμεσης ή έμμεσης) πολιτικής επιρροής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Όπως, εξάλλου, προαναφέρθηκε, η θέσπιση του επίμαχου ασυμβιβάστου δεν ήταν αναγκαία για την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία ήδη διασφαλιζόταν πλήρως από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο (βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο δ΄ του παρόντος λόγου ακυρώσεως).

Συνεπεία των ανωτέρω, η επίμαχη νομοθετική διάταξη, με την οποία εισάγεται  ΕΙΔΙΚΩΣ για τη συγκεκριμένη ΚΑΙ ΜΟΝΟ μη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή το επίμαχο ασυμβίβαστο, ΜΕ ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ αυτού ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΩΝ ΗΔΗ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝΤΩΝ ΜΕΛΩΝ της ανεξάρτητης αυτής αρχής, ΕΧΕΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της. Τούτο δε επιβεβαιώνεται από τις ανωτέρω ασάφειες, αοριστίες και αντιφάσεις που περιέχονται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου (πρβλ. ΣτΕ Ολ 518/2015, σκέψη 7).

 

6.      Παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.

Η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση του εδαφίου α΄ της αντικατασταθείσης με το άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 παραγράφου 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, σε συνδυασμό προς το εδάφιο ε΄ της παρ. αυτής, αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο για τους ακόλουθους ιδίως λόγους:

(α) Πρώτον, δεν προκύπτει ότι η εφαρμογή του επίμαχου ασυμβιβάστου στα εν ενεργεία – υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού δικαιολογείται από θεμιτό σκοπό. Και τούτο διότι η ύπαρξη «ορισμένης θητείας» των μελών των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού, που συνάπτεται με την επιτασσόμενη προστασία τους από κάθε είδους εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις, συνεπάγεται την κατ’ αρχήν δυνατότητα παραμονής των μελών αυτών στη θέση τους έως τη λήξη της (ορισμένης χρονικής διάρκειας) θητείας τους. Η εν λόγω αρχή επιδέχεται εξαιρέσεις μόνον εφόσον το δικαιολογούν θεμιτοί και επιτακτικοί λόγοι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, και υπό τον πρόσθετο όρο ότι οι εν λόγω εξαιρέσεις δεν δύνανται να εγείρουν εύλογες αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα της οικείας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής έναντι εξωτερικών στοιχείων (πρβλ. απόφαση ΔΕΕ της 24.6.2019, Επιτροπή κατά Δημοκρατία της Πολωνίας, C-619/18, σκέψεις 74, 75, 76 και 79, αναφορικά με την εφαρμογή μειώσεως του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην περίπτωση των εν ενεργεία δικαστών).

Εν προκειμένω, (αα) τόσο από προγενέστερα της καταρτίσεως του σχεδίου νόμου έγγραφα, όσο και από μεταγενέστερα της αιτιολογικής εκθέσεως του νόμου έγγραφα και δηλώσεις Υπουργών και μελών της Κυβερνήσεως, αλλά και από τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή κατά τη συζήτηση και ψήφιση του νομοσχεδίου, φαίνεται να προκύπτει ότι με την επίμαχη νομοθετική ρύθμιση επεδιώχθη η απομάκρυνση «κομματικά διορισθέντων» προσώπων από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, ήτοι σκοπός τελείως διαφορετικός από τον επισήμως δηλωθέντα στην αιτιολογική έκθεση. Υπογραμμίζεται δε ότι λόγοι, όπως η ιδιότητα του «πολιτικά διορισμένου στελέχους» ή του «κομματικού διορισμού», δηλαδή λόγοι που θέτουν ζήτημα χρηστής λειτουργίας ανεξάρτητης αρχής, είναι τόσο σοβαροί, ώστε η επίκλησή τους, για τη δικαιολόγηση μιας τόσο έντονης νομοθετικής παρεμβάσεως στην μέχρι τώρα συγκρότηση και σύνθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δεν επιτρέπεται να γίνεται αορίστως, αλλά επιβάλλεται να είναι τεκμηριωμένη (πρβλ. Διοικ. Ολ. ΣτΕ 1/2008, υπό στοιχείο IΙΙ.4).

Το γεγονός δε τούτο σε συνδυασμό με (ββ) τις συνέπειες που επιφέρει η άμεση εφαρμογή του θεσπισθέντος ασυμβιβάστου, της συντμήσεως, δηλαδή, της χρονικής διάρκειας εκτέλεσης των καθηκόντων συγκεκριμένων, δυνάμενων ευχερώς να προσδιοριστούν ατομικώς, προσώπων υπηρετούντων στην Επιτροπή Ανταγωνισμού κατά τον χρόνο θεσπίσεως του ασυμβιβάστου, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς το αν το θεσπισθέν νομοθετικώς ασυμβίβαστο για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ήτοι και για τις αιτούσες) οφείλεται στους ως άνω αναφερόμενους στην αιτιολογική έκθεση σκοπούς και όχι στην πρόθεση να απομακρυνθεί από την ενεργό υπηρεσία συγκεκριμένη ομάδα προσώπων της εν λόγω ανεξάρτητης αρχής. Πρέπει δε να συνεκτιμηθεί, περαιτέρω, αφενός μεν το γεγονός ότι (γγ) η άμεση εφαρμογή του ασυμβιβάστου συνεπάγεται την υποχρεωτική αποχώρηση τεσσάρων (4) προσώπων από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, αφετέρου δε ότι (δδ) το ασυμβίβαστο αυτό καταλαμβάνει μεταξύ άλλων τις αιτούσες, που κατέχουν η μεν πρώτη τη θέση του Προέδρου και η δεύτερη τη θέση του Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, επιφέροντας ΑΜΕΣΗ ΠΡΟΩΡΗ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΗΣ ΠΕΝΤΑΕΤΟΥΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΤΟΥΣ. Τούτο καταδεικνύει τον ιδιαιτέρως σημαντικό αντίκτυπο της επίμαχης μεταρρυθμίσεως ως προς τη σύνθεση και τη λειτουργική συνέχεια της συγκεκριμένης ανεξάρτητης αρχής, δύναται δε να εγείρει, με τη σειρά του, εύλογες αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό χαρακτήρα της μεταρρυθμίσεως και ως προς τους σκοπούς που πράγματι επιδιώκονται με αυτήν (πρβλ. απόφαση ΔΕΕ της 24.6.2019, Επιτροπή κατά Δημοκρατία της Πολωνίας, C-619/18, σκέψεις 82 και 86).

Ως εκ τούτου, η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση, η οποία συνεπάγεται την άμεση και πρόωρη παύση της ασκήσεως των καθηκόντων των αιτουσών και την αποχώρησή τους από την Επιτροπή Ανταγωνισμού πολύ πριν από τη συμπλήρωση της πενταετούς θητείας, για την οποία διορίστηκαν, δίχως να δικαιολογείται επαρκώς και τεκμηριωμένως η άμεση εφαρμογή της επίμαχης μεταρρυθμίσεως στα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού που υπηρετούσαν στην ανεξάρτητη αυτή αρχή κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του νέου νόμου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή του επίμαχου ασυμβιβάστου στα εν ενεργεία υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν δικαιολογείται από θεμιτό σκοπό (πρβλ. απόφαση του ΔΕΕ της 24.6.2019, Επιτροπή κατά Δημοκρατία της Πολωνίας, C-619/18, σκέψεις 94 και 96).

β) Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος δια της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως περιορισμός της ανεξαρτησίας των αιτουσών, ως μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που επιφέρει η λόγω της νομοθετικής αυτής τροποποίησης πρόωρη λήξη της προστατευόμενης θητείας τους, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού ενίσχυσης της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών της ανεξάρτητης αυτής αρχής και εξαλείψεως του κινδύνου οποιασδήποτε μορφής πολιτικής επιρροής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Και τούτο διότι η αυτοδίκαιη έκπτωση των αιτουσών από τη θέση τους στην Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν οδηγεί σε εξάλειψη του κινδύνου πολιτικής επιρροής και σε ενίσχυση της ανεξαρτησίας των μελών της εν λόγω ανεξάρτητης αρχής, αλλά αντιθέτως ενέχει τον κίνδυνο ασκήσεως έμμεσης πολιτικής επιρροής δια του αποκλεισμού των αιτουσών, Προέδρου και Αντιπροέδρου, από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και συνεπάγεται άμεση και ευθεία προσβολή της ανεξαρτησίας τόσο των μελών της ανεξάρτητης αυτής αρχής όσο και της ίδιας της ανεξάρτητης αρχής, που τυγχάνει προστασίας τόσο από το Σύνταγμα, όσο και από το ενωσιακό δίκαιο και τον εσωτερικό κοινό νομοθέτη.

γ) Περαιτέρω, ο περιορισμός αυτός δεν παρίσταται αναγκαίος για την επίτευξη του προαναφερθέντος νομοθετικώς επιδιωκόμενου σκοπού, ενόψει της πλήρους εξασφαλίσεως της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού με τις προβλεπόμενες στο Ν. 3959/2011 (άρθρο 12) εγγυήσεις, και της συνεπεία τούτου, αποσόβησης του κινδύνου ασκήσεως οποιασδήποτε μορφής πολιτικής επιρροής στα μέλη της αρχής αυτής (βλ. ανωτέρω ανάλυση υπό τον υπ’ αριθμ. 5, στοιχείο δ΄, λόγο ακυρώσεως).

δ) Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός αυτός τελεί σε δυσαναλογία, και μάλιστα σε προφανή δυσαναλογία, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο δια της θεσπίσεως της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως σκοπό. Και τούτο διότι για μόνους τους λόγους της εξαλείψεως ενός υποθετικού, μη τεκμηριωμένου, κινδύνου ασκήσεως πολιτικής επιρροής σε ήδη υπηρετούν μέλος της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της ενισχύσεως της ήδη πλήρως κατοχυρωμένης προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών της Επιτροπής, επέρχονται ευθέως και αμέσως εξαιρετικώς δυσμενείς συνέπειες σε βάρος: (αα) τόσο των αιτουσών, Προέδρου και Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που εκπίπτουν αυτοδικαίως από τη θέση τους και λήγει ως εκ τούτου προώρως η θητεία τους, ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους και για λόγο μη προβλεπόμενο κατά τον χρόνο διορισμού τους στον νόμο, (ββ) όσο και της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που μένει «ακέφαλη» μέχρι τον διορισμό νέου Προέδρου (και νέου Αντιπροέδρου) αυτής, και της οποίας παρακωλύεται, συνεπεία τούτου, η απρόσκοπτη, αδιάλειπτη και ορθολογική λειτουργία, που επιτάσσει την έγκαιρη (και αποτελεσματική) άσκηση των ανατεθειμένων στην ανεξάρτητη αυτή αρχή αρμοδιοτήτων.

 

7.      Παράβαση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας.

Η διάταξη του άρθρου 101 παρ.1 περ. α΄ Ν. 4623/2019, που εισάγει το επίμαχο, καταλαμβάνον και τις αιτούσες, ασυμβίβαστο, αντίκειται προς την αρχή της ισότητας, για τους ακόλουθους λόγους:

α) Η επερχόμενη δια της εν λόγω ρυθμίσεως κανονιστική μεταβολή δεν έχει γενικό, αφηρημένο και απρόσωπο χαρακτήρα, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα υπό τον υπ’ αριθμ. 4.3 λόγο ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 2654/2008, σκέψη 5).

β) Με την επίμαχη νομοθετική διάταξη εισάγεται το εν λόγω ασυμβίβαστο μόνο για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού και όχι για τα μέλη των λοιπών μη συνταγματικά κατοχυρωμένων αρχών, που τελούν υπό τις αυτές ή εν πάσει περιπτώσει υπό παρόμοιες συνθήκες. Και τούτο διότι ενώ και στις λοιπές (ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΛΟΙΠΕΣ) μη συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές οι επικεφαλής και τα λοιπά μέλη αυτών δεν επιλέγονται με τη διαδικασία του άρθρου 101Α Συντ. που προβλέπεται για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές (ομοφωνία ή πάντως αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής), δεν εισήχθη για τις εν λόγω μη συνταγματικά κατοχυρωμένες ΑΔΑ το ίδιο ασυμβίβαστο.

γ) Με την επίμαχη διάταξη εισάγεται το εν λόγω ασυμβίβαστο τόσο για τα  υποψήφια να διοριστούν στο μέλλον ως μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού πρόσωπα, όσο και για τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αδιακρίτως και αμέσως. Και τούτο ενώ τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν τελούν υπό αυτές ή υπό παρόμοιες συνθήκες με τα μελλοντικά υποψήφια προς διορισμό μέλη της ανεξάρτητης αυτής αρχής. Αντιθέτως, οι συνθήκες υπό τις οποίες τελούν τα ήδη υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι ουσιωδώς διαφορετικές, δεδομένου ότι στο πρόσωπο αυτών δεν συνέτρεχε το ασυμβίβαστο κατά τον χρόνο διορισμού τους, ούτε μπορούσαν αυτά να προβλέψουν ευλόγως κατά τον χρόνο του διορισμού τους τη θέσπιση του εν λόγω ασυμβιβάστου και τη συνεπεία τούτου πρόωρη λήξη της θητείας τους, με συνέπεια την αιφνίδια εκ των υστέρων έκπτωσή τους από την κατεχόμενη από αυτά θέση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Αντιθέτως, τα υποψήφια στο μέλλον να καταλάβουν θέση στην ανεξάρτητη αυτή αρχή πρόσωπα γνωρίζουν ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ, ΠΡΙΝ ΔΙΟΡΙΣΤΟΥΝ, ΜΕ ΣΑΦΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΟΤΗΤΑ, ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ, που ισχύει κατά τον χρόνο διορισμού τους (και δεν τίθεται το πρώτον από το νομοθέτη μετά τον διορισμό τους).

δ) Η επίμαχη διάταξη εισάγει, ενόψει του τελευταίου εδαφίου της αντικατασταθείσης με το άρθρο 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 παρ. 7 του άρθρου 12 Ν.3959/2011, άνιση μεταχείριση και μεταξύ των ήδη υπηρετούντων, κατά τον χρόνο θεσπίσεως του ασυμβιβάστου, μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Και τούτο διότι προβλέπει διαφορετική μεταχείριση αυτών επί τη βάσει του τυχαίου, απρόσφορου και μη συναφούς προς τον επιδιωκόμενο δια του θεσπισθέντος ασυμβιβάστου σκοπό (εξάλειψης του κινδύνου οποιασδήποτε μορφής πολιτικής επιρροής και ενίσχυσης της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού) κριτηρίου της επιτεύξεως πλειοψηφίας τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων (4/5), στο πλαίσιο της διατυπωθείσας θετικής γνώμης της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, κατά τη διαδικασία διορισμού τους. Ενόψει της ως άνω υπό (δ) άνισης μεταχείρισης, δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής η επίμαχη διάταξη ούτε για τα υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που δεν συγκέντρωσαν την ως άνω πλειοψηφία των 4/5, όπως οι αιτούσες.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η διάταξη του άρθρου 101 παρ.1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 είναι ανίσχυρη, ως αντίθετη προς την αρχή της ισότητας, και ως εκ τούτου οι εκδοθείσες κατ’ επίκληση της διατάξεως αυτής προσβαλλόμενες πράξεις καθίστανται ακυρωτέες.

 

8.      Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Παράβαση άρθρου 23 παρ. 2 Ν. 3959/2011 σε συνδ. προς το άρθρο 14 παρ. 2 περ. ι΄ Ν. 3959/2011.

Η διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4623/2019 εξεδόθη κατά παράβαση ουσιώδους τύπου περί τη διαδικασία, δεδομένου ότι ενώ δι’ αυτής εισήχθη τροποποίηση του Ν. 3959/2011, δεν ζητήθηκε επί της προτάσεως τροποποιήσεως του Ν. 3959/2011 η διατύπωση γνώμης της Επιτροπής Ανταγωνισμού – και κατά συνέπεια δεν διατυπώθηκε γνώμη της εν λόγω ανεξάρτητης αρχής –, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 2 Ν. 3959/2011 σε συνδ. προς το άρθρο 14 παρ. 2 περ. ι΄ Ν. 3959/2011.

Η εν λόγω δε παράβαση ουσιώδους τύπου περί τη διαδικασία προβάλλεται λυσιτελώς, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που είχε ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού επί της επιχειρούμενης τροποποιήσεως του Ν. 3959/2011, και συγκεκριμένα επί της επιχειρούμενης αντικαταστάσεως της παρ. 7 του άρθρου 12 Ν. 3959/2011, η Επιτροπή Ανταγωνισμού  θα είχε τη δυνατότητα να εκφέρει, στο πλαίσιο της γνώμης της, τις αντιρρήσεις της ως προς τη συμβατότητα των επιχειρούμενων τροποποιήσεων προς το Σύνταγμα, το ενωσιακό δίκαιο και το εσωτερικό δίκαιο, και να επηρεάσει κατά τούτο το περιεχόμενο του σχεδίου νόμου, πριν από την ψήφισή του από τη Βουλή, με απαλοιφή του συνόλου ή μέρους της επίμαχης διατάξεως, είτε με εισαγωγή μεταβατικής διατάξεως (είτε με πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου) για τα ήδη υπηρετούντα μέλη στην Επιτροπή. Καθώς, όμως, δεν ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, στερήθηκε της δυνατότητας ασκήσεως της ως άνω γνωμοδοτικής αρμοδιότητάς της και επενέργειας επί του περιεχομένου της κρίσιμης επιχειρούμενης νομοθετικής ρυθμίσεως κατά τρόπο ευνοϊκό για τα υπηρετούντα μέλη στην ανεξάρτητη αυτή αρχή και συνεπώς και για τις αιτούσες.

Επειδή η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να εισαχθεί, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας των ζητημάτων που τίθενται, στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου Σας (βλ. άρθρο 14 παρ. 2 περ.  α΄ και γ΄, π.δ. 18/1989).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΖΗΤΟΥΜΕ

 

1. Την ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων.

2. Την εισαγωγή της υποθέσεως ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. άρθρο 14 παρ. 2 περ.  α΄ και γ΄, π.δ. 18/1989) και

3. Την καταδίκη του αντιδίκου στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη.

 

Αθήνα, 14 Αυγούστου 2019

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος »

 

Την αναστολή εκτελέσεως των ως άνω πράξεων ως έχουσες πρόδηλο έννομο συμφέρον ζητούμε, κατ΄ άρθρο 52 π.δ. 18/1989, για τους ακόλουθους λόγους:

 

Α. ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ.

 

Ι. Ο προδήλως βάσιμος χαρακτήρας της αιτήσεως ακυρώσεως.

 

Η αίτηση ακυρώσεως παρίσταται προδήλως βάσιμη ως προς τους υπ’ αριθμ. 1, 2, 4.1, 4.3 και 5 λόγους ακυρώσεως. Πιο συγκεκριμένα:

 

1.      Οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως περί αντιθέσεως προς το ενωσιακό δίκαιο της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως, που εισάγει το ασυμβίβαστο που καταλαμβάνει τις αιτούσες σε χρόνο μεταγενέστερο του διορισμού τους και της ενάρξεως της θητείας τους, θέτουν ζήτημα παραβάσεως της υποχρεώσεως σεβασμού της θητείας των μελών της εθνικής αρχής ανταγωνισμού μέχρι της λήξεώς της και μη πρόωρου τερματισμού της, κατά παράβαση των προστατευτικών της θητείας εγγυήσεών τους. Η βασιμότητα του λόγου αυτού αιτήσεως ακυρώσεως προκύπτει ευθέως από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε., και συγκεκριμένα την απόφαση του ΔΕΕ της 8.4.2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-288/12).

 

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, μεταξύ άλλων (βλ. σκέψεις 54, 55 και 62 της αποφάσεως) τα ακόλουθα:

 

– «αν επιτρεπόταν σε κάθε κράτος μέλος να θέσει τέρμα στη θητεία αρχής ελέγχου πριν την αρχικώς προβλεπόμενη λήξη της κατά παράβαση των κανόνων και των εγγυήσεων που έχουν προβλεφθεί προς αυτόν τον σκοπό από την εφαρμοστέα νομοθεσία, η απειλή τέτοιας πρόωρης παύσεως, η οποία θα επλανάτο επί της αρχής αυτής καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μιας μορφής υπακοή της στην πολιτική εξουσία, ασυμβίβαστη με την ως άνω απαίτηση περί ανεξαρτησίας (βλ. κατ’ αυτή την έννοια απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, EU:C:2012:631, σκέψη 51). Τούτο ισχύει ακόμα και όταν ο πρόωρος τερματισμός της θητείας αποτελεί συνέπεια της αναδιαρθρώσεως ή της αλλαγής θεσμικού πλαισίου, τα οποία αμφότερα πρέπει να δρομολογηθούν κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας που θέτει η εφαρμοστέα νομοθεσία.» [βλ. σκέψη 54].