Τα «μικρά» προβλήματα που γίνονται μεγάλα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρωθυπουργός της διαχείρισης των μεγάλων κρίσεων. Δεν εξελέγη σε μια εύκολη συγκυρία. Εσκασαν στα χέρια του η μία βόμβα μετά την άλλη. Και μέχρι τώρα τα χειρίστηκε όλα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και αυτό του το πιστώνουν οι πολίτες στις δημοσκοπήσεις, δίνοντάς του ένα εντυπωσιακό προβάδισμα έναντι των αντιπάλων του. Με το καλημέρα τού ήρθε η κρίση στον Εβρο, όταν οι μετανάστες, με τη βοήθεια των τουρκικών Αρχών, προσπάθησαν να παραβιάσουν τα σύνορά μας. Μετά, ήρθε η πανδημία. Δύο χρόνια ο ιός σφυροκοπά τη χώρα και δοκιμάζει τις αντοχές της. Στο ενδιάμεσο, το καλοκαίρι του 2020, προέκυψε και μια μεγάλη κρίση στο Αιγαίο. Το κράτος σε όλα αυτά τα μεγάλα λειτούργησε αποτελεσματικά και συντεταγμένα. Παρά τα λάθη και τις αστοχίες στη διαχείριση της πανδημίας, το ισοζύγιο είναι θετικό. Και τώρα μόλις έκλεισε η μεγάλη αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία, με τις ευλογίες των Αμερικανών, την οποία επικροτεί το 80% της ελληνικής κοινωνίας.

Οποιος στην κυβέρνηση σκεφτεί ότι οι μεγάλες κρίσεις τελείωσαν κάπου εδώ και ότι στο εξής τα άλλα θα είναι μικρά και διαχειρίσιμα, προφανώς βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου και ελπίζω να μην υπάρχει τέτοιος αξιωματούχος. Γιατί αυτά που συχνά στην πολιτική αποκαλούμε μικρά, γίνονται μεγάλα, διαλύουν τον κοινωνικό ιστό και ροκανίζουν λίγο-λίγο την ισχύ της πλειοψηφίας. Να πάρουμε ένα-ένα τα λεγόμενα μικρά που κάθε ημέρα γιγαντώνονται. Το πρώτο είναι η ακρίβεια. Αν μετρήσει κανείς πόσο θα επιβαρυνθεί φέτος με τη θέρμανση και τα είδη πρώτης ανάγκης το κάθε νοικοκυριό, ζαλίζεται. Μέχρι και το σουβλάκι ακρίβυνε. Το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο είναι στα ύψη και, παρά τη βοήθεια που θα παράσχει το υπουργείο Οικονομικών στους καταναλωτές, ο λογαριασμός θα παραμείνει δυσβάστακτος. Θα πείτε ότι είναι διεθνής συνθήκη η ανατίμηση των αγαθών και ότι είναι μία από τις παρενέργειες της πανδημίας. Σωστά. Κάθε φορά, όμως, που ο καταναλωτής θα πληρώνει για να γεμίσει το καλάθι με τα τρόφιμα του σπιτιού του, θα γκρινιάζει για την κυβέρνηση.

Το δεύτερο και κομβικό θέμα από το οποίο θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης είναι ο χρόνος αποκατάστασης των καταστροφών που προκάλεσαν οι μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού, με τους προβολείς να είναι πάντα στραμμένοι στην Εύβοια. «Κάνουμε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό», λένε στην κυβέρνηση. Και τους πιστεύω, μόνο που αυτή η απάντηση δεν είναι αρκετή. Πρέπει να κάνουν περισσότερα από όσα μπορούν και μάλιστα σύντομα. Οι πρώτες νεροποντές έφεραν πλημμύρες, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται το δράμα στο νησί.

Εάν οι δυνάμεις μας ως μικρής χώρας δεν επαρκούν, δεν είναι ντροπή να ζητήσουμε βοήθεια από τους συμμάχους μας. Τόσο στον επιστημονικό σχεδιασμό της αποκατάστασης όσο και στην πρακτική εφαρμογή. Είναι πολλές οι πληγές και πίσω από κάθε οικογένεια κρύβεται ένα μικρό ή μεγάλο δράμα. Ακουγα την ιστορία ενός επιτυχημένου αγρότη. Διέθετε 3.500 ελαιόδεντρα. Σοβαρός παραγωγός που εξήγαγε ελαιόλαδο σε όλο τον κόσμο. Από αυτά τα ελαιόδεντρα, τα 2.500 έγιναν στάχτη σε δύο 24ωρα. Δηλαδή, καταστράφηκε ο άνθρωπος και χάθηκε ένα κομμάτι από τον πρωτογενή τομέα στον οποίο η κυβέρνηση θέλει να επενδύσει. Ψάχνει να μάθει τι θα γίνει με την περίπτωσή του. Να ξεριζώσει τις καμένες ελιές και να φυτέψει καινούργιες ή να εγκαταλείψει οριστικά αυτή τη δραστηριότητα; Πρέπει να τρέξει το επιτελείο της κυβέρνησης και να καταγράψει το πρόβλημα του καθενός πόρτα-πόρτα. Δεν υπάρχει περιθώριο για χρονοτριβή.

Το τρίτο μεγάλο θέμα, που για κάποιον που ζει στην επαρχία φαίνεται αστείο, αλλά για τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων εξελίσσεται σε δράμα, είναι το κυκλοφοριακό. Για να διασχίσει ένας εργαζόμενος κάθε πρωί την Κηφισίας, τη Μεσογείων, τη Γαλατσίου, την Πειραιώς ή τον Κηφισό, θέλει πάνω από μία ώρα. Χαμένες εργατοώρες, μεγάλη κατανάλωση καυσίμων και απίστευτος εκνευρισμός. Καταθέτω την εμπειρία μου: δεν υπάρχει πρωινό στην Μεσογείων που να μη συναντήσω δύο οδηγούς να μαλώνουν, για ασήμαντο λόγο τις περισσότερες φορές.

Η κυβέρνηση εξήγγειλε την επαναφορά του Πράσινου Δακτυλίου. Σωστή ενέργεια. Το ερώτημα, όμως, είναι αν σε περίοδο πανδημίας επαρκούν τα μέσα μεταφοράς για να κινούνται ευπρεπώς και με ασφάλεια οι πολίτες. Επίσης, ένα ακόμη ζήτημα είναι ότι τα τελευταία χρόνια πολλοί αγόρασαν υβριδικά αυτοκίνητα με χαμηλούς ρύπους για να μπορούν να μπαίνουν στον Δακτύλιο. Τώρα εξαιρούνται και αυτοί και θα επιτρέπεται να μπαίνουν καθημερινά μόνο τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, που προς το παρόν είναι ελάχιστα. Διακρίνω, ωστόσο, στο διαδίκτυο να κλιμακώνεται ολοένα και περισσότερο η αντίδραση ανθρώπων που αντικατέστησαν πρόσφατα τα παλιά ρυπογόνα αυτοκίνητά τους και τώρα καλούνται να πάρουν ηλεκτρικά. Γιατί, προφανώς, δεν έχει κάθε σπίτι δύο αυτοκίνητα, ένα με μονή πινακίδα και ένα με ζυγή, ώστε ο εργαζόμενος να έχει καθημερινή πρόσβαση στη δουλειά του.

Και επιμένω σε αυτό που όλοι ξέρουμε. Οτι τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα ταξί δεν μπορούν ακόμα να καλύψουν τις ανάγκες που θα προκύψουν. Σε ώρες αιχμής θέλεις περισσότερο από μισή ώρα να βρεις ταξί, όπως συνέβαινε το 2009 και το 2010. Το νέο σύνθημα της κυβέρνησης, λοιπόν, πρέπει να είναι στροφή στην καθημερινότητα. Εκεί πρέπει να ρίξει όλο της το βάρος πριν τα λεγόμενα μικρά προβλήματα γίνουν μεγάλα και ανεξέλεγκτα.