Το θαύμα έγινε!

Ε, αυτό ήταν θαύμα. Η έκρηξη του τουρισμού στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας ξεπέρασε τις προβλέψεις και των πιο αισιόδοξων για το καλοκαίρι που πέρασε. Πλησιάζουμε στα μέσα Οκτωβρίου και ακόμη Βρετανοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Ολλανδοί και Δανοί καταφθάνουν στη χώρα μας. Οι τουριστικοί πράκτορες παρέτειναν μέχρι το τέλος του μήνα τις πτήσεις των ενοικιαζόμενων αεροσκαφών, τις οποίες άλλα χρόνια διέκοπταν στις 10 Οκτωβρίου.

Δεν μιλάω για το 2020, που ήταν μια δραματική χρονιά, αλλά για τα προηγούμενα χρόνια που αν ρωτούσες εστιάτορα ή ξενοδόχο πώς πήγε το καλοκαίρι σού απαντούσε «καλούτσικα». Ποτέ στην επαρχία οι επαγγελματίες δεν δείχνουν ενθουσιασμένοι, γιατί το θεωρούν γρουσουζιά. Δεν αστειεύομαι, έτσι είναι. Αντιγράφουν τους παλιούς ψαράδες και κυνηγούς που ποτέ δεν διαφήμιζαν την επιτυχία τους για να μην τους πιάνει το μάτι. Φέτος, με όσους συνομίλησα, η χαρά τους ήταν πρόδηλη. «Δεν είχαμε πού να βάλουμε τον κόσμο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο», έλεγαν όλοι, ενώ παραδοσιακές ταβέρνες, που μέχρι σήμερα δεν είχαν καμία σχέση με την τεχνολογία, ετοιμάζουν για του χρόνου διαδικτυακές πλατφόρμες για να διαχειρίζονται τις κρατήσεις των τραπεζιών, γιατί τηλεφωνικά δεν μπορούσαν να βρουν άκρη.

Είναι πολλά τα χρήματα που διακινήθηκαν από ντόπιους και ξένους αυτούς τους δύο μήνες. Στην καρδιά του καλοκαιριού έγινε επιδρομή σε όλα τα θέρετρα. Οι τιμές στα καταλύματα εκτινάχθηκαν, ενώ στην εστίαση ήταν τυχερός όποιος έβρισκε καρέκλα να καθίσει. Είδα με τα μάτια μου να περιμένουν ουρές πελατών μέσα στον ήλιο και τα τραπέζια να αλλάζουν επισκέπτες με ταχύτητα αστραπής. Ακόμα δεν έχει αποτιμηθεί ποιος ήταν ο τελικός τζίρος της χρονιάς. Χάθηκαν οι δύο πρώτοι κρίσιμοι μήνες, ο Μάιος και ο Ιούνιος. Ομως, η ροή των επισκεπτών που ακολούθησε σίγουρα θα φτάσει πάνω από 60% τον κουμπαρά του 2019, που θεωρείται η πιο δυνατή τουριστική χρονιά.

Με βάση τα φετινά δεδομένα, η πρόβλεψη για το 2022 είναι εύκολη. Οι κρατήσεις για το επόμενο καλοκαίρι έχουν ξεκινήσει. Οι Ελληνες, που αποφασίζουν την τελευταία στιγμή, είναι βέβαιο ότι από τις 20 Ιουλίου και μετά δεν πρόκειται να βρουν κατάλυμα σε κανένα δημοφιλή προορισμό. Μέχρι τον Μάρτιο θα ξέρουμε ποιος θα είναι ο όγκος των επισκεπτών μας. Εάν το καλοκαίρι που πέρασε οι μεταφορές αυξήθηκαν κατά 80,5%, οι υπηρεσίες εστίασης κατά 77,1% και οι δραστηριότητες των ταξιδιωτικών πρακτορείων κατά 323,8%, φανταστείτε τι θα γίνει φέτος. Το έχουμε ξαναπεί. Ο Αύγουστος δεν ήταν απλώς καλύτερος από το 2019. Ηταν καλύτερος από ποτέ. Ακόμη και σε μικρά νησιά και προορισμούς σχεδόν άγνωστους από την περασμένη δεκαετία.

Τώρα, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα. Η κυβέρνηση και η τοπική αυτοδιοίκηση, αφού τελειώσουν με τις χαρές και τα πανηγύρια για τη φετινή επιτυχία, που δεν είναι δική τους -οφείλεται στο γεωγραφικό πλεονέκτημα της χώρας- πρέπει να στρωθούν στη δουλειά και να δρομολογήσουν άμεσα τη βελτίωση των υποδομών. Μην πει κανείς στο κεντρικό κράτος ή στις έδρες των περιφερειών πως δεν γνωρίζει ότι το καλοκαίρι οβιολογικός στη Μύκονο, στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής και δεν ξέρω πού αλλού ξεχείλισε. Η έλλειψη νερού και οι διακοπές ρεύματος σε πολλές περιοχές ήταν καθημερινές. Τα περιφερειακά οδικά δίκτυα έχουν τεράστια προβλήματα, ενώ στα περισσότερα νησιά για να βρεις θέση πάρκινγκ πρέπει να είσαι πολύ τυχερός. Και δεν μιλάμε για μέσα στους οικισμούς, που ούτως ή άλλως δεν πρέπει να μπαίνουν αυτοκίνητα, αλλά για έξω από αυτούς. Λες και οι δήμαρχοι δεν μπορούν να νοικιάσουν πέντε χωράφια, να ρίξουν χαλίκι και να κάνουν χώρους στάθμευσης για να εξυπηρετηθούν οι επισκέπτες τους.

Και μια που γίνεται λόγος για τους δημάρχους, σε πολλές περιοχές δεν έχει λυθεί ακόμη το προφανές: να μαζεύουμε τα σκουπίδια και στους δρόμους και στις παραλίες. Οταν τους το επισημαίνει κάποιος, έχουν την εύκολη απάντηση ότι οι Ελληνες τουρίστες, όπως και οι Ιταλοί του Νότου είναι απρόσεκτοι, αλλά αυτό δεν είναι επιχείρημα. Βρόμικες παραλίες σε μια χώρα που πουλάει ήλιο, θάλασσα και αμμουδιά δεν νοείται. Με αυτό πρέπει να ξεμπερδέψουμε μια και καλή. Και κάτι ακόμη. Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα και τα νησιά μας ακόμη μικρότερα. Η καμπάνια του υπουργείου Τουρισμού δεν πρέπει να στοχεύσει στην προσέλκυση πάρα πολλών επισκεπτών αλλά επισκεπτών με πολύ υψηλά εισοδήματα. Πάνω από 30 εκατομμύρια τουρίστες δεν χωρούν.

Γι’ αυτό, μέσα στα πολλά που έχει να σχεδιάσει η κυβέρνηση για την τουριστική βιομηχανία είναι να δώσει κίνητρα για αναβάθμιση ξενοδοχείων και ξενώνων, όπως έχει συμβεί εδώ και πολλά χρόνια στην Τοσκάνη της βόρειας Ιταλίας, που ενώ υπολείπεται σε φυσική ομορφιά από την Ελλάδα, διαθέτει μοναδικά καταλύματα προσελκύοντας εύπορους τουρίστες. Και επειδή τίποτα δεν γίνεται από μόνο του, μέχρι να δρομολογηθούν και να υλοποιηθούν οι άλλες μορφές ανάπτυξης που σχεδιάζει η κυβέρνηση, ας ρίξουμε το βάρος στην ενίσχυση και στη βελτίωση του τουριστικού προϊόντος που είμαστε σίγουροι ότι φέρνει πλούτο και δίνει δουλειές σε σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Η βελτίωση των υποδομών δεν μπορεί να περιμένει. Είναι μια δουλειά που έπρεπε να είχε ξεκινήσει χθες. Πράγματι, φρέναρε πολλά πράγματα η πανδημία. Αλλά τώρα πρέπει να τρέξουμε. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο.