Τα ερωτήματα και οι στόχοι για την επόμενη ημέρα

γράφει ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης*

*Καθηγητής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ευτυχώς η προεκλογική περίοδος για τις εθνικές εκλογές δεν φέρνει μαζί της περαιτέρω ένταση της παροχολογίας, όπως έφερε η προεκλογική περίοδος για τις ευρωεκλογές! Αποτέλεσε μοναδικό πανευρωπαϊκό παράδοξο γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό και τόσο αναποτελεσματικά (!) το «υπερόπλο» των παροχών, αφού ο λαός ψήφισε θυμωμένος. Όμως, είχαμε δύο απώλειες: η οικονομία εξασθένησε και η εμπιστοσύνη στον πολιτικό κόσμο μειώθηκε.

Η αυριανή κυβέρνηση παραλαμβάνει ένα ιδιαίτερα χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης, που εκτιμούμε ότι θα κινηθεί ελαφρώς χαμηλότερα της εκτίμησης της Τράπεζας της Ελλάδος ( 1,9%), και μια αμφίβολη δημοσιονομική κατάσταση.

Η παρατηρούμενη απομείωση του ρυθμού μεγέθυνσης εξέπληξε και αναμένουμε να δούμε εάν οι προεκλογικές δημοσιονομικές ενέσεις ρευστότητας του Μαΐου θα ενισχύσουν την ενεργή ζήτηση. Επίσης, περιμένουμε να δούμε πόσο η προσδοκώμενη μείωση του ΕΝΦΙΑ και δευτερευόντως οι βραχυχρόνιες τουριστικές μισθώσεις θα βοηθήσουν τις οικιστικές επενδύσεις για να αντισταθμιστεί η επίδραση της μείωσης της αξίας της τουρκικής λίρας, που επηρεάζει αρνητικά την ατμομηχανή των τουριστικών και εξωτερικών εμπορικών συναλλαγών.

Οπως αναφέραμε, η δημοσιονομική κατάσταση είναι αμφιλεγόμενη. Εχουμε συζητήσει επανειλημμένα ότι η αποτύπωση της δημοσιονομικής εικόνας επιδέχεται διαχείριση, κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο παρακολουθούνται και καταγράφονται τα δημοσιονομικά μεγέθη. Αυτό συνέβαινε πάντοτε. Όμως, λόγω της αυξημένης εποπτείας, ο τρόπος που παρουσιάζονται τα δημοσιονομικά μεγέθη (και τα κριτήρια αξιολόγησης) έχει πλέον ιδιαίτερη σημασία, αφού από αυτά (το 3,5%) θα εξαρτηθεί εάν απαιτηθούν διορθωτικά δημοσιονομικά μέτρα από τη νέα κυβέρνηση, ιδίως εάν απειληθεί η άσκηση βιωσιμότητας του χρέους. Επιπροσθέτως, οι πολιτικές και εξωτερικές σχέσεις της χώρας μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής δημοσιονομικής εικόνας, η οποία, πάντως, δεν θα οριστικοποιηθεί πριν από τον Απρίλιο του 2020. Ετσι η σημερινή διελκυστίνδα της Τράπεζας της Ελλάδος με την κυβέρνηση γιατο πρωτογενές πλεόνασμα αφορά την επόμενη κυβέρνηση και το πεδίο της πολιτικής διαπραγμάτευσης τότε, και όχι το παρόν. Δηλαδή, για όποιον δεν το έχει αντιληφθεί, η Τ.Ε. ζητεί να ληφθούν νέα δημοσιονομικά μέτρα ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ από τη νέα κυβέρνηση. Τι θα κάνει, λοιπόν; Είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τις αυστηρότερες συστάσεις, μετά την άμεση τετράμηνη περίοδο χάριτος και να γεμίσει με έναν καταιγισμό αρνητικών δημοσιονομικών μέτρων τη νέα πολιτική διακυβέρνηση; Ας μην ξεχνάμε ότι στα προβλήματα προστίθενται και οι μεγάλοι οργανισμοί (ΔΕΗ), διαχείριση ληξιπρόθεσμων κ.λπ.

Πριν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε, να ανοίξουμε μια παρένθεση για τη διεθνή οικονομική κατάσταση. Είναι βέβαιο ότι μαζεύονται μαύρα σύννεφα, που μπορεί να δημιουργήσουν από απλή βροχή μέχρι πολύ σοβαρή καταιγίδα. Η FED προετοιμάζεται γι’ αυτό, όπως και η ΕΚΤ (εμπορικός πόλεμος, Brexit κ.λπ.). Αυτό οδηγεί σε μια κατάσταση στην οποία οι προοπτικές διεύρυνσης της ρευστότητας των διεθνών αγορών μεγεθύνονται και οι χρηματοοικονομικές αποδόσεις μειώνονται. Ετσι από μια άποψη, παραδόξως, μπορεί να εισέλθουμε (και ενδεχομένως ήδη βρισκόμαστε) σε μια περίοδο μεγαλύτερης ρευστότητας, γεγονός θετικό για τον δημόσιο ενδοτραπεζικό και εξωτραπεζικό δανεισμό. Μπορούμε να εκμεταλλευτούμε το θετικό αυτό κύμα αυξημένης ρευστότητας, απομειώνοντας εσωτερικά τις αρνητικές επιπτώσεις μιας παγκόσμιας επιβράδυνσης; Ιδού το πρώτο σοβαρό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει η νέα οικονομική πολιτική.

Το δεύτερο ερώτημα είναι ακόμα πιο δύσκολο: Μπορούμε να απορροφήσουμε τους αρνητικούς κραδασμούς της προεκλογικής δημοσιονομικής παροχολογίας και της αναμενόμενης συνακόλουθης γκρίνιας των εποπτικών Αρχών, χωρίς να ανακόψουμε τον θετικό συντονισμό που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία υπέρ της δημιουργικότητας και της ανάπτυξης, στην ευρωπαϊκή πολιτική μετεκλογική πολιτική υπέρ των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των δημοσίων επενδύσεων και των διεθνών αγορών, που βλέπουν μια νέα φιλοεπιχειρηματική Ελλάδα να δημιουργείται ανεξαρτήτως πολιτικών εξελίξεων;

Οι απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα μπορεί να είναι θετικές εφόσον γίνουν συγκεκριμένα και σταθερά βήματα: Να επιταχυνθεί η αποκοκκινοποίηση των τραπεζών και η άρση των capital controls. Να επιστρέψει η διάθεση για την εφαρμογή των μη δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων (π.χ. δικαίωμα εργασίας στους συνταξιούχους πάνω από 67 ετών, προώθηση συναινετικής επίλυσης διαφορών κ.α.). Να τονωθούν οι επενδύσεις (συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών) και οι εξαγωγές. Να εξεταστούν οι εσωτερικές δυνατότητες αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Να συμμετάσχουμε ενεργά στις ευρωπαϊκές διαδικασίες των νέων εργαλείων πολιτικής που αφορούν τη σύγκλιση οικονομιών της ευρωζώνης και τον επανασχεδιασμό του ESM. Ολα αυτά προϋποθέτουν ότι εμείς και οι εταίροι θα αποκτήσουμε μια καθαρή αντίληψη της δημοσιονομικής εικόνας (προς Θεού, όχι «απογραφή» για όσους θυμούνται, παρότι οι Ευρωπαίοι περιέργως μας τη θυμίζουν τελευταίως) αλλά και της πραγματικής κατάστασης, για να ορθολογικοποιηθεί η πενταετής δημοσιονομική διαχείριση.