Quantcast

Τα αιτήματα και οι λύσεις

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Πρόεδρος του ΚΕΠΕ και του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Μπαίνω κατευθείαν στο θέμα: Είναι δίκαια τα αιτήματα των αγροτών; Μελετώντας τα στοιχεία θεωρώ πως ναι, τα αιτήματα των αγροτών είναι δίκαια. Δηλαδή, τα εισοδήματά τους έχουν συμπιεστεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της ανόδου του κόστους των εισροών που χρησιμοποιούν (λιπάσματα, ενέργεια, μηχανήματα, φάρμακα κ.λπ.).

Σε αυτό έχει συμβάλει και η νέα στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης «From farm to fork» («Από το αγρόκτημα στο πιρούνι), που αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Πράσινου Συμφώνου (European Green Deal), το οποίο αποσκοπεί στην καθιέρωση μιας πιο βιώσιμης οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.).

Η συγκεκριμένη στρατηγική εστιάζει στον τρόπο παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης τροφίμων, με στόχο την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Ολοι θέλουμε τη βελτίωση της ποιότητας των τροφίμων, την ενίσχυση της οργανικής γεωργίας και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Ομως, κάτι τέτοιο στοιχίζει. Και οι σημερινοί αγρότες είναι οι πρώτοι που σηκώνουν το βάρος της μετάβασης. Δεν είναι περίεργο επομένως να διαμαρτύρονται.

Βέβαια, πέρα από το αυξημένο κόστος, υπάρχουν και άλλα προβλήματα στον αγροτικό τομέα, όπως οι καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις και η γραφειοκρατία σε πολλές διαδικασίες, που επιτείνουν το πρόβλημα. Μπορεί η κυβέρνηση να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα των αγροτών; Οχι. Γιατί κάποια από αυτά είναι καθαρά ευρωπαϊκά. Οφείλονται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που οι αγροτικές κινητοποιήσεις γίνονται σε όλη την Ε.Ε.

Εδώ, το μόνο που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση είναι να βρει συμμάχους και να πιέσει τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. να αναπροσαρμόσουν την τρέχουσα στρατηγική της ΚΑΠ, υιοθετώντας πιο μακροχρόνιες μεταβατικές διαδικασίες, ώστε να εξομαλυνθεί το οικονομικό βάρος των αγροτών. Ομως, υπάρχουν και εθνικά ζητήματα που αφορούν το ενεργειακό κόστος, τη φορολογία και τους κρατικούς θεσμούς. Στα οικονομικά ζητήματα, τα δημοσιονομικά περιθώρια δεν είναι πολύ μεγάλα. Οχι γιατί δεν πηγαίνει καλά η οικονομία.

Το αντίθετο, η οικονομία αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς. Ομως, είμαστε ακόμη στην αρχή του έτους, μόλις στον δεύτερο μήνα εκτέλεσης του κρατικού Προϋπολογισμού. Οποιαδήποτε συνετή κυβέρνηση θα περιμένει να δει την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού και αναλόγως να αποφασίσει για τη στήριξη κάποιων συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Και το λογικό είναι να έχει τα αποτελέσματα της εκτέλεσης του κρατικού Προϋπολογισμού του πρώτου τριμήνου. Αυτά θα υπάρχουν τον προσεχή Απρίλιο, όχι νωρίτερα.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η φετινή χρονιά δεν είναι όπως η περσινή. Φέτος, έχουμε την υποχρέωση να διαμορφώσουμε ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 2,2% του ΑΕΠ, δηλαδή θα πρέπει να μαζέψουμε για την απομείωση του χρέους μας περίπου πέντε δισ. ευρώ. Δεν είναι λίγα. Εάν με την έναρξη της χρονιάς η κυβέρνηση πραγματοποιήσει περισσότερες δαπάνες από όσες αντέχει, τότε τα πέντε δισ. ευρώ δεν θα μαζευτούν.

Στην περίπτωση αυτή θα μας ζητηθεί να πάρουμε πρόσθετα μέτρα. Και φυσικά, κανείς δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο. Αλλωστε, πέρα από τους αγρότες, υπάρχουν και άλλες κοινωνικές ομάδες που έχουν υποστεί πραγματικές μειώσεις στα εισοδήματά τους και υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου λόγω ακρίβειας π.χ. μισθωτοί του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Δεν πρέπει, λοιπόν, να υπάρξει μέριμνα και για αυτές τις κοινωνικές ομάδες; Τα περιθώρια, επομένως, για την ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων των αγροτών, στην τρέχουσα φάση, είναι πολύ περιορισμένα. Βέβαια, θα μπορούσε να δεσμευτεί η κυβέρνηση για περισσότερες παροχές στο μέλλον, υπό την αίρεση της καλής εκτέλεσης του Προϋπολογισμού και της υπεραπόδοσης των εσόδων.

Πέρα από αυτό, τι άλλο μπορεί να κάνει η κυβέρνηση; Να επιλύσει τα θεσμικά ζητήματα του αγροτικού τομέα, δηλαδή να διευκολύνει διαδικασίες, να επιταχύνει αποζημιώσεις, να μειώσει τη γραφειοκρατία, να ενισχύσει την πληροφόρηση και να συμβάλει στην καλύτερη εκπαίδευση των αγροτών. Τα ζητήματα αυτά, παρότι δεν έχουν κόστος, δεν έχουν προχωρήσει. Είναι καιρός να γίνουν.