Το επόμενο βήμα μετά τη συμφωνία με τις ΗΠΑ

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ

Η ολοκλήρωση και υπογραφή της ανανεωμένης συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ είναι σημαντική για πολλούς ευνόητους λόγους. Μεταξύ άλλων, επιβεβαιώνει την εξαιρετική κατάσταση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων σε μία πολύ ρευστή διεθνή συγκυρία. Αυτό εμβολιάζει με προβλεψιμότητα και βεβαιότητα την προοπτική της διμερούς συνεργασίας. Αντίθετα με το τι μπορεί να πιστεύουν πολλοί και πολλές, συστατικό στοιχείο μιας στρατηγικού χαρακτήρα διάδρασης είναι οι σταθερές προσδοκίες και η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό από τη διάρκεια της συμφωνίας και τη συνακόλουθη δέσμευση που αναλαμβάνουν οι ΗΠΑ (αλλά και η Ελλάδα).

Η συμφωνία, εκτός δραματικών εξελίξεων, εξασφαλίζει την αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή και κατοχυρώνει τη σημασία της Ελλάδος στις αμερικανικές προτιμήσεις ασφάλειας. Οσο και αν έχει μειωθεί το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, όσο και αν η στρατηγική ματιά της Ουάσιγκτον έχει στραφεί στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, όσο και αν η γεωπολιτική προτεραιότητα του αμερικανικού Πενταγώνου είναι η ανάσχεση της κινεζικής ισχύος, οι βασικές αιτίες που προσδιορίζουν τα αμερικανικά συμφέροντα ασφάλειας στην περιοχή παραμένουν: Η ασφάλεια του Ισραήλ, ο περιορισμός των ιρανικών περιφερειακών δραστηριοτήτων και φιλοδοξιών, η απρόσκοπτη ροή των ενεργειακών πόρων προς τη Δύση, η ανάσχεση του ριζοσπαστικού Ισλάμ και ενδεχόμενης αναζωογόνησης της τζιχαντιστικής τρομοκρατικής απειλής, ο έλεγχος και η σταδιακή εξουδετέρωση της ρωσικής επιρροής. Και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο που δεν μπορούν εύκολα -όπως στο παρελθόν- να διαμορφώσουν μονομερώς οι ΗΠΑ.

Για την Ελλάδα, η υπογραφή της συμφωνίας με το συγκεκριμένο περιεχόμενο σε πολιτικό, επιχειρησιακό αλλά και τεχνικό επίπεδο μόνο κέρδη έχει στη συγκεκριμένη συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου ολοκληρώνει μία κρίσιμη φάση στρατηγικής αφύπνισης. Η Αθήνα «απλώθηκε» σε μία περιοχή που ξεκινά από τον Αραβικό Κόλπο και καταλήγει στη λιβυκή έρημο. Προσπάθησε -και προσπαθεί- να αντιμετωπίσει την τουρκική πίεση βγάζοντας το κεφάλι από το νερό. Με διεύρυνση και εμβάθυνση σχέσεων και συνεργασιών στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας. Χωρίς να απαξιώνει το ζωτικής σημασίας ευρωπαϊκό της οπλοστάσιο, αντιλήφθηκε νωρίς τη στρατηγική δειλία κάποιων εταίρων και συνειδητοποίησε ότι η τουρκική απειλή δεν αντιμετωπίζεται χωρίς λελογισμένα ρίσκα. Αυτό την κατέστησε ελκυστικό παράγοντα για πολλούς περιφερειακούς παίκτες των οποίων τα συμφέροντα δεν ευθυγραμμίζονταν με τις τουρκικές περιφερειακές επιδιώξεις.

Την ίδια στιγμή, η αξιοπιστία της Ελλάδος ενισχύεται ακόμη περισσότερο ως αποτέλεσμα ενός μεγάλου προγράμματος αμυντικών προμηθειών, το οποίο υλοποιείται με ασυνήθιστα ταχείς ρυθμούς. Η σταθερή στάση απέναντι στην τουρκική πίεση και αυτό το εξοπλιστικό πρόγραμμα είναι εν πολλοίς τα πιστοποιητικά αξιοπιστίας της χώρας. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι μία χώρα που η συνεργασία είναι δυσβάσταχτη. Αντίθετα, είναι ικανή να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της επενδύοντας και αναβαθμίζοντας τις ικανότητές της, ενώ την ίδια στιγμή κουβαλάει και ένα ισχυρό διπλωματικό ευρωπαϊκό και ευρωατλαντικό οπλοστάσιο.

Αυτή η φάση στρατηγικής αφύπνισης είναι η βασική πλατφόρμα αντιμετώπισης των διλημμάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα όσα έχουν γίνει δεν λύνουν από μόνα τους τον γρίφο της αντιπαράθεσης. Ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τουρκικές επιδιώξεις έχουν σε κάποιο βαθμό αποσταθεροποιηθεί, η Αγκυρα υπό το βάρος και των εσωτερικών εξελίξεων δύσκολα θα αναδιπλωθεί στο επόμενο διάστημα. Θα συνεχίσει στη λογική της δημιουργίας τετελεσμένων, ιδιαίτερα σε περιοχές και περιπτώσεις που θεωρεί ότι μπορεί να δρα χωρίς τιμωρητικό κόστος, όπως στην Κύπρο. «Τεστάροντας τα νερά» θα κινηθεί και πάλι δυτικότερα, εκδίδοντας NAVTEX και βγάζοντας τα ερευνητικά της σκάφη που της επιτρέπουν να μην «στρατιωτικοποιεί» πρώτη τη διελκυστίνδα με την Αθήνα. Και επειδή η Τουρκία πάντοτε θα έχει αυτό το τακτικό πλεονέκτημα, η Αθήνα οφείλει να είναι έτοιμη για όλα τα σενάρια. Η μονομερής ανακήρυξη τουρκικής ΑΟΖ μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, αν και δεν θα αλλάξει κάτι επί της ουσίας, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Υπάρχουν τρόποι, χωρίς να κλιμακωθεί με ευθύνη της Ελλάδος η ένταση. Πάνω από όλα, όμως, η Αθήνα οφείλει να επεξεργάζεται ήδη ένα ολοκληρωμένο σχέδιο πρωτοβουλιών που θα δείχνει ότι είναι έτοιμη να προχωρήσει στην αντιμετώπιση των ζητημάτων. Τώρα πια η Αθήνα μπορεί να συζητήσει από θέση σχετικής ισορροπίας ισχύος.