Quantcast

Οι προκλήσεις του φθινοπώρου

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Πρόεδρος του ΚΕΠΕ και του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού. Τα αυγουστιάτικα μελτέμια, οι παραλίες και η θάλασσα έχουν απομακρύνει, έστω και προσωρινά, όλα τα καθημερινά προβλήματα, που έχουν δώσει τη θέση τους στην ξεκούραση και την ανεμελιά. Πόσο θα βαστήξει αυτό; Φοβάμαι, όχι για πολύ. Μπροστά μας έχουμε ένα δύσκολο φθινόπωρο, γεμάτο προκλήσεις, αβεβαιότητες, ανησυχίες. Γιατί; Πρώτα-πρώτα, εξαιτίας του συνεχιζόμενου πληθωρισμού. Τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλό πληθωρισμό, καθώς η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας παραμένει υψηλή. Οσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο περισσότερη τροφή θα υπάρχει για τον πληθωρισμό. Και όσο περισσότερο παραμένει ο πληθωρισμός, τόσο περισσότερο θα ροκανίζει το εισόδημα των νοικοκυριών, θα χτυπάει ιδιαίτερα τους μισθωτούς και συνταξιούχους και θα δίνει τη δυνατότητα σε κερδοσκόπους να θησαυρίζουν σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Η αύξηση των τιμών θα έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των πληθωριστικών διαφορών μεταξύ των διαφορετικών ομάδων νοικοκυριών.

Ως εκ τούτου, οι πολιτικές ενίσχυσης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας θα πρέπει να είναι στοχευμένες προς τους οικονομικά ασθενέστερους, οι οποίοι επιβαρύνονται περισσότερο από τις αυξήσεις των τιμών. Τα επιδοματικά κυβερνητικά μέτρα, που στην τρέχουσα συγκυρία είναι απαραίτητα, αναχαιτίζουν τον πληθωρισμό, αλλά δεν τον εξαφανίζουν. Βοηθούν στην άμβλυνση των επιπτώσεων, αλλά δεν χτυπούν το κακό στη ρίζα του, δεν εξαλείφουν το πρόβλημα. Αντίθετα, ενισχύουν την κατανάλωση και άρα συντηρούν τον πληθωρισμό. Είναι γεγονός ότι η καταναλωτική δαπάνη δεν δείχνει σημεία αποδυνάμωσης χάρη στα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης των νοικοκυριών για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, καθώς και στην ανάληψη καταθέσεων που συσσώρευσαν τα νοικοκυριά κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Ομως, καθώς θα μπαίνουμε στο φθινόπωρο, τόσο τα μέτρα στήριξης (επιδόματα) όσο και η χρήση των ιδιωτικών αποταμιευτικών πόρων θα τείνουν να μειώνονται διαχρονικά λόγω της εν γένει σύσφιξης της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

Εδώ, όμως, οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές, γιατί του χρόνου θα πρέπει η χώρα να επιστρέψει στα πρωτογενή πλεονάσματα. Ταυτόχρονα, πρέπει να βρεθεί δημοσιονομικός χώρος για την πλήρη κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και τη διατήρηση των μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών και φυσικά να διατηρηθεί σε λειτουργία και ο μόνιμος μηχανισμός στήριξης του ηλεκτρικού ρεύματος για τουλάχιστον το πρώτο εξάμηνο του 2023. Αν προσθέσουμε το δημοσιονομικό κόστος όλων αυτών των παροχών, φτάνουμε ή ξεπερνάμε τα 8 δισ. ευρώ μέσα στο 2023. Πού θα βρεθούν όλα αυτά τα λεφτά; Και, αν βρεθούν, πώς θα ερμηνευτούν από την Ε.Ε. και τις αγορές όταν, μάλιστα, επιδιώκουμε την επενδυτική βαθμίδα και πρέπει να πείθουμε για τη δημοσιονομική εξυγίανση;

Δεύτερη πηγή ανησυχίας είναι η άνοδος των επιτοκίων. Μπορεί να βάζουν φρένο στον πληθωρισμό αλλά επιβραδύνουν και την ανάπτυξη. Τα πρόσφατα στοιχεία των ΗΠΑ και της ευρωζώνης δείχνουν ότι η ύφεση είναι προ των πυλών. Στην Ελλάδα ευτυχώς έχουμε τα αντίβαρα: το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και το ΕΣΠΑ. Θα καταφέρουν οι επενδύσεις που θα χρηματοδοτηθούν από αυτά τα ταμεία να υπερνικήσουν τις εισαγόμενες υφεσιακές πιέσεις;

Τέλος, το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον (Ρωσία-Ουκρανία, Κίνα-Ταϊβάν, Σερβία-Κόσοβο, Ελλάδα-Τουρκία) συμβάλλει σε περαιτέρω ενίσχυση της αβεβαιότητας και αύξηση του κόστους δανεισμού. Το γενικότερο κλίμα γεωπολιτικών εντάσεων έχει οδηγήσει σε αναθεώρηση των αρχικών εκτιμήσεων για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας, επαναφέροντας την αβεβαιότητα, εκτινάσσοντας το ενεργειακό κόστος, εντείνοντας τις αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων και διαταράσσοντας τη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων σε κρίσιμους τομείς.