Η λίρα καταρρέει, η Τουρκία όχι

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ

Μετά από 20 χρόνια ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, η Τουρκία βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι δύσκολων και επώδυνων επιλογών. Μετά από 20 χρόνια εντυπωσιακής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του μέσου Τούρκου πολίτη, το φάσμα της φτώχειας για ένα μεγάλο -ίσως πλειοψηφικό- τμήμα της κοινωνίας είναι ορατό. Η ιδεοληπτική εμμονή του Τούρκου Προέδρου να αγνοεί την οικονομική ορθοδοξία έχει τραυματίσει την τουρκική οικονομία και τις προοπτικές της και απειλεί να αποσταθεροποιήσει την πολιτική σκηνή. Ο Πρόεδρος Ερντογάν το 2001 εκπροσώπησε πλειοψηφίες που ήταν ήδη διαμορφωμένες δεκαετίες πριν. Πλειοψηφίες θρησκευόμενων «μη προνομιούχων», μεγαλωμένων με το αφήγημα της καταπίεσης από τους «Λευκούς Τούρκους» μιας κοσμοπολίτικης, δυτικότροπης -όχι απαραίτητα φιλελεύθερης- μειοψηφικής κοινωνικής, οικονομικής και εν τέλει πολιτικής ελίτ.

Η σοβαρή οικονομική κρίση του 1999-2001, που είχε ως αποτέλεσμα την απονομιμοποίηση αυτών των ελίτ, έφερε στην Τουρκία το ΔΝΤ, αλλά έφερε και στο προσκήνιο δυνάμεις που αμφισβήτησαν το κυρίαρχο κεμαλικό πολιτικό αφήγημα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχε συμβεί υπόρρητα στις πρώτες ελεύθερες εκλογές το 1950 και ξανά το 1970 και το 1995. Αυτή το φορά, όμως, ο χαρισματικός Ερντογάν λεηλάτησε την πολιτική διαδικασία, υιοθετώντας ένα φιλελεύθερο, σχεδόν ευρωπαϊκό πλαίσιο δράσης και πολιτικής διεκδίκησης. Κυρίως, όμως, εφαρμόζοντας ένα οικονομικό πρόγραμμα που απελευθέρωσε τις προοπτικές μιας δυναμικής κοινωνίας, καθιστώντας την Τουρκία ελκυστικό προορισμό επενδυτικών κεφαλαίων, τιθασεύοντας τον πληθωρισμό και θέτοντας τις βάσεις για να αναδειχθεί η Τουρκία σε μεγάλη εξαγωγική δύναμη. Σε περίπου μία γενιά, η παραγωγική βάση της χώρας εκσυγχρονίστηκε και αναδείχθηκε σε περιφερειακό πρωταθλητή. Ο τότε πρωθυπουργός Ερντογάν λειτούργησε ως αρχάγγελος της οικονομικής ορθοδοξίας και το τουρκικό ΑΕΠ εκτοξεύθηκε, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τριπλασιάστηκε σε διάστημα περίπου 15 ετών. Το τουρκικό θαύμα στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην πολιτική σταθερότητα που προσέφερε η ηγεμονία του AKP και του Ερντογάν, στον χαρισματικό λαϊκισμό του και στο άφθονο και φθηνό χρήμα που απογείωσε την κατανάλωση. Η Τουρκία κατάφερε να παραμείνει σχετικά αλώβητη από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου του 2008, πάνω από όλα γιατί τα θεμελιώδη της οικονομίας ήταν και εν πολλοίς παραμένουν υγιή. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει τα 520 δισ. δολάρια το 2022, ενώ το τουρκικό ΑΕΠ φέτος θα έχει πέσει περίπου στα 710 δισ. (από τα 957 που ήταν το 2012). Η βιομηχανική παραγωγή εξακολουθεί να έχει θετικό πρόσημο, αν και κάτω από τις προβλέψεις νωρίτερα στη χρονιά.

Οσο ο Τούρκος Πρόεδρος επιμένει να αγνοεί την οικονομική πραγματικότητα, τόσο οι προοπτικές της τουρκικής οικονομίας θα δυσκολεύουν. Βεβαίως, θα ήταν υπερβολικό να προβλέψει κανείς ότι η Τουρκία είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Οσοι επενδύουν σε ένα τέτοιο σενάριο θα απογοητευτούν. Ομως, οι επιλογές της Αγκυρας είναι μάλλον περιορισμένες και θα περιορίζονται ακόμη περισσότερο όσο ο Πρόεδρος Ερντογάν δεν αποφασίζει να προσαρμόσει τη νομισματική πολιτική. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη περίοδος θα είναι περίοδος λιτότητας ή θα είναι περίοδος υψηλότατου πληθωρισμού, ο οποίος θα καταβροχθίζει την ανάπτυξη. Στη δεύτερη περίπτωση, καμία εξωτερική βοήθεια δεν θα είναι αρκετή. Τα τελευταία 2-3 χρόνια έχουν γίνει σημαντικές ενέσεις με τη μορφή συμφωνιών swap. Το Κατάρ προσέφερε κεφάλαια 15 δισ., η Κίνα 6 δισ., η Νότια Κορέα 2 δισ. Αυτήν την εβδομάδα η επίσκεψη του διαδόχου των ΗΑΕ -η πρώτη μετά το 2012- σηματοδότησε την πιο ουσιαστική προσπάθεια διμερούς προσέγγισης και συνοδεύτηκε από πολιτική συμφωνία για υποστήριξη στρατηγικών επενδύσεων στην Τουρκία αξίας 10 δισ. Οπως τα προηγούμενα 23 δισ. δεν είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, έτσι και αυτά τα 10 δισ. δεν θα είναι αρκετά να αλλάξουν τα δεδομένα της τουρκικής οικονομίας. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο μια ριζική αλλαγή νομισματικής και βεβαίως δημοσιονομικής πολιτικής. Μόνο που υπάρχει ένα κοινωνικό κόστος που αναπόφευκτα θα πληρωθεί και ένα πολιτικό κόστος που μεγαλώνει κάθε ημέρα.

Μετά από 20 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας, ο Πρόεδρος Ερντογάν αντιμετωπίζει πρόβλημα πολιτικής επιβίωσης. Μετά και τις απώλειες των μεγάλων αστικών κέντρων στις αυτοδιοικητικές εκλογές, η παράσταση ήττας του Προέδρου είναι το βασικό χαρακτηριστικό της συγκυρίας. Και αυτό προσδιορίζει και θα προσδιορίζει τις εξελίξεις. 

Τι σημαίνει για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ίσως νωρίς για αξιόπιστες προβλέψεις. Υπάρχουν, όμως, κάποια δεδομένα που έχουν πλέον διαμορφωθεί και αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα. Πρώτον, η «Γαλάζια Πατρίδα» δύσκολα θα υποχωρήσει ως στρατηγικό δόγμα. Η γεωπολιτική και λειτουργική διασύνδεση ανατολικής Μεσογείου, Μέσης Ανατολής, Ερυθράς Θάλασσας και Κόλπου έχει καταστήσει την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση οργανικό στοιχείο ενός συστήματος που πλέον ενοποιείται και εκτείνεται από την Αλγερία μέχρι τα Εμιράτα του Κόλπου και νότια μέχρι το Αντεν και το Τζιμπουτί. Επηρεάζεται από και επηρεάζει τις δυναμικές σε περιφερειακό επίπεδο. Οσο οι τουρκικές φιλοδοξίες περιφερειακής επιρροής παραμένουν, τόσο η ελληνοτουρκική διάδραση θα είναι ενταγμένη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ισορροπίας ισχύος και μεταβαλλόμενων συμμαχικών και συνεργασιών σχημάτων.