6 άξονες για ανάπτυξη των εξαγωγών

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, πρόεδρος του ΔΣ & επιστημονικός διευθυντής του ΚΕΠΕ

Στον κρατικό Προϋπολογισμό του 2020 αναφέρεται ότι οι εξαγωγές αναμένεται να αυξηθούν κατά 5,1% τη φετινή χρονιά. Το μέγεθος αυτό δεν είναι μεγάλο, αν το συγκρίνουμε με την αντίστοιχη άνοδο του 2018, που ήταν 8,7%. Προφανώς η ευρωπαϊκή και η διεθνής κοινότητα δεν βρίσκονται στα καλύτερά τους επίπεδα. Στη γεωπολιτική αστάθεια και στον εμπορικό πόλεμο Αμερικής - Κίνας ήρθε να προστεθεί και ο φόβος εξάπλωσης του κορωνοϊού στην παγκόσμια κοινότητα. Ομως, όλες αυτές οι απειλές δεν πρέπει να ενισχύουν την απραξία και την απογοήτευση. Αντίθετα, πρέπει να αποτελούν κίνητρο για την ενδυνάμωση της πολιτικής προώθησης των εξαγωγών μας.

Κατά την άποψή μου, τα κατάλληλα μέτρα για την αύξηση των εξαγωγών μας πρέπει να δομούνται στους εξής έξι άξονες:

(1) Επιτάχυνση της βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Πολλά έχουν γίνει, όμως απομένουν να γίνουν ακόμη περισσότερα. Εντοπίζονται κυρίως στη μείωση του διοικητικού κόστους, στην περαιτέρω βελτίωση της επιχειρηματικής νομοθεσίας, στην απλοποίηση των διαδικασιών για την αδειοδότηση νέων εξαγωγικών επιχειρήσεων, στη διαφάνεια, στη μείωση της γραφειοκρατίας, στη δημιουργία ενός εργαλείου για τον εντοπισμό των εξαγωγικών ευκαιριών και στην κατασκευή ενός συστήματος αξιολόγησης των δράσεων προώθησης εξαγωγών.

(2) Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών κλάδων. Σε όρους κόστους και τιμών, η ανταγωνιστικότητα έχει βελτιωθεί, καθώς στην αγορά εργασίας έχουν γίνει οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Αντίθετα, στην αγορά αγαθών χρειάζονται μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν σε περαιτέρω μείωση των τιμών των προϊόντων και θα οδηγήσουν σε ανταγωνιστικότερα ελληνικά προϊόντα. Σε όρους βασικών διαρθρωτικών χαρακτηριστικών, οι άξονες στους οποίους στηρίζεται η ανταγωνιστικότητα είναι η τεχνολογική πρόοδος, η δυνατότητα παραγωγής διαφοροποιημένων και καινοτόμων προϊόντων, οι επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, οι οικονομίες κλίμακας, η ένταση του ανταγωνισμού, η δομή του εμπορίου και οι υποδομές.

(3) Ενίσχυση κλάδων με συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η ύπαρξη μιας κρίσιμης μάζας κλάδων με συγκριτικά πλεονεκτήματα μπορεί να αποτελέσει μοχλό για εξωστρεφή ανάπτυξη της χώρας. Στο ΚΕΠΕ έχουμε εντοπίσει αυτούς τους κλάδους στα αγροτικά προϊόντα (π.χ. φρούτα και λαχανικά, λάδι, δημητριακά, ζάχαρη και γαλακτοκομικά), στις πρώτες ύλες και στα καύσιμα (πχ. υφαντικές ίνες, ελαιόσποροι, πετρέλαια, δέρματα ακατέργαστα, λιπάσματα και ορυκτά καύσιμα) και στα βιομηχανικά προϊόντα (π.χ. υφαντικά νήματα, έτοιμα υφάσματα, σίδηρος και χάλυβας).

(4) ?ημιουργία ισχυρής αναγνωρίσιμης ελληνικής ταυτότητας των προϊόντων (brand name). Η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει για αρκετά αγροτικά προϊόντα πιστοποίηση Προστασίας Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ενδειξης (ΠΓΕ). Θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια και για αρκετά άλλα προϊόντα που έχουν τα απαραίτητα χαρακτηριστικά. Με έμφαση στην ποιότητα και στην παράδοση και με τη χρήση καινοτόμων μεθόδων παραγωγής, με σεβασμό στο περιβάλλον, θα εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών για τα επώνυμα ελληνικά προϊόντα στις διεθνείς αγορές.

(5) Χρηματοδότηση εξαγωγικών επιχειρήσεων-ρευστότητα. Πέρα από τα γνωστά χρηματοδοτικά εργαλεία που προέρχονται κυρίως από ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω η ρευστότητα κυρίως των μικρών εξαγωγικών επιχειρήσεων με τη χρήση μικροπιστώσεων (microfinancing) καθώς και πλατφορμών συμμετοχικής χρηματοδότησης (crowdfunding).

(6) ?ημιουργία προγραμμάτων προώθησης εξαγωγών. Οι περισσότερες χώρες (π.χ. Βέλγιο, ?ανία) ακολουθούν ενεργά προγράμματα προώθησης εξαγωγών με στόχο τη διευκόλυνση της εισόδου εγχώριων επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές και τη μετέπειτα υποστήριξη των εξαγωγών. Για την Ελλάδα, που αποτελείται κατά 96% από πολύ μικρές επιχειρήσεις (1-9 απασχολούμενοι), τέτοια προγράμματα μπορούν να αποδειχθούν σωτήρια.