Ακρίβεια: μόνιμη ή προσωρινή;

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Πρόεδρος του ΚΕΠΕ και του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Τους τελευταίους μήνες παρατηρούμε μια έξαρση της ακρίβειας σχεδόν σε όλα τα αγαθά. Οι αυξήσεις είναι ιδιαίτερα αισθητές στην ενέργεια (φυσικό αέριο, ηλεκτρισμός, πετρέλαιο), στις μεταφορές και στις πρώτες ύλες. Για παράδειγμα, η τιμή του πετρελαίου ανήλθε σε περίπου 84 δολάρια ανά βαρέλι, τιμή πάνω από τέσσερις φορές υψηλότερη από εκείνη που είχε καταγραφεί εν μέσω πανδημίας (περίπου 20 δολάρια ανά βαρέλι εντός του Απριλίου του 2020). Τα ηλεκτρολογικά είδη έχουν πάρει αύξηση ως και 60% από την αρχή του χρόνου. Το κόστος ενός κοντέινερ έχει εκτιναχθεί από τα 1.500 ευρώ πέρυσι στα 12.000 ευρώ φέτος. Η άνοδος του επιπέδου τιμών, σε βασικά προϊόντα και κυρίως στην ενέργεια που σημειώνεται τους τελευταίους μήνες, ενδέχεται να επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, συμπιέζοντας εντέλει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Η ελληνική κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης των επιπτώσεων των ανατιμήσεων στα νοικοκυριά, έχει ήδη προχωρήσει στην υιοθέτηση μέτρων στήριξης της κοινωνίας κατά των αρνητικών συνεπειών της ενεργειακής κρίσης, όπως η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης (από 36% για τα νοικοκυριά χωρίς τέκνα, μέχρι 68% για νοικοκυριά με τρία τέκνα), αλλά και στη διεύρυνση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, με σκοπό να καλύψει μεγαλύτερο ποσοστό νοικοκυριών (άνω του 1 εκατομμυρίου, έναντι περίπου 707.000 νοικοκυριών το 2020).

Παράλληλα, όπως είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, θα δοθεί επιδότηση στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών, ενώ αναμένεται να εφαρμοστεί αντίστοιχη πολιτική και στους λογαριασμούς κατανάλωσης φυσικού αερίου. Το δημοσιονομικό κόστος από τις επιδοτήσεις των λογαριασμών ρεύματος αναμένεται να ανέλθει σε 326 εκατ. ευρώ, ενώ το κόστος του επιδόματος θέρμανσης, αντίστοιχα, σε 168 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, στη ΔΕΘ ανακοινώθηκαν πρόσθετες πολιτικές, οι οποίες κυρίως αφορούν τη μείωση της φορολογίας, με σκοπό τη στήριξη των εισοδημάτων, αλλά και των επιχειρήσεων (π.χ. επέκταση της απαλλαγής από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης το 2022, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στον ιδιωτικό τομέα, μείωση του φόρου επιχειρήσεων από το 24% στο 22%, επέκταση της εφαρμογής των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στις μεταφορές, τον καφέ και τα μη αλκοολούχα ποτά, στους κινηματογράφους και τσο τουριστικό πακέτο έως τον Ιούνιο του 2022 κ.λπ.).

Η ακρίβεια δημιουργεί αβεβαιότητα στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά, αλλά και ένα μεγάλο ερώτημα: κατά πόσο η επάνοδος του πληθωρισμού συνιστά ένα προσωρινό φαινόμενο, που οφείλεται στην ταχύτερη προσαρμογή της ζήτησης σε σχέση με την προσφορά σε μία μεταπανδημική κανονικότητα, ή αποτελεί μια δομική αλλαγή με μονιμότερα χαρακτηριστικά, που συνδέεται με την ακολουθούμενη επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική σε διεθνές επίπεδο; Μια προσεκτική ανάλυση των δεδομένων σε παγκόσμιο επίπεδο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι πληθωριστικές πιέσεις που παρατηρούνται διεθνώς οφείλονται σε πολλούς και διαφορετικούς συγκυριακούς παράγοντες, που όλοι, όμως, εμφανίστηκαν στην τρέχουσα συγκυρία και οι οποίοι, κατά την άποψή μου, σταδιακά θα φθίνουν: π.χ. η έντονη πτώση του επιπέδου τιμών κατά το προηγούμενο έτος λόγω της πανδημίας, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών φέτος, η δυναμική αναθέρμανση των οικονομιών μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων, σε συνδυασμό με τη δημιουργία αποθεμάτων από τις επιχειρήσεις για την αποφυγή μελλοντικών ελλείψεων αλλά και ενόψει των Χριστουγέννων, η ανισορροπία που παρατηρείται μεταξύ προσφοράς και ζήτησης σε ορισμένους κλάδους εξαιτίας της διαταραχής που προκλήθηκε στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, αλλά και εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής (π.χ. πολύ ζεστό καλοκαίρι και άπνοια στην Ευρώπη, πυρκαγιές στη Σιβηρία, αυξημένη ζήτηση κλιματιστικών στην Ασία).

Σε αυτά ήρθε να προστεθεί η (εσπευσμένη;) αλλαγή του ενεργειακού μείγματος στην Ευρωπαϊκή Ενωση σε συνδυασμό με την πρόθεση για μετάβαση σε ένα παραγωγικό μοντέλο που θα βασίζεται περισσότερο σε ανανεώσιμες και λιγότερο σε παραδοσιακές πηγές ενέργειας (π.χ. λιγνίτης, άνθρακας και πετρέλαιο), που οδήγησαν σε αύξηση της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων διοξειδίου του άνθρακα που πληρώνουν οι παραγωγοί ενέργειας, με αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους παραγωγής, το οποίο εν συνεχεία μετακυλίεται τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική αγορά.