«Αχίλλειος πτέρνα» της Τουρκίας η οικονομία

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην υπουργός

Η αλαζονεία δημιουργείται στα άτομα, στις οικογένειες, στις κοινωνικές ομάδες και τελικά στις χώρες από μια εμπεδωμένη, υπαρκτή ή μη, υπεροχή σε κάποιον τομέα, οικονομικό, κοινωνικό ακόμη και ιδεολογικό ή ιστορικό. Στην περίπτωση της γειτονικής μας χώρας, έχει ενδιαφέρον να ανιχνεύσει κανείς αν τα αίτια της αλαζονικής στάσης της, όχι μόνο απέναντι στη χώρα μας, αλλά γενικότερα απέναντι σε όποια χώρα θεωρεί ότι αποτελεί εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδια κυριαρχίας της στη Μέση Ανατολή, οφείλονται στην οικονομική της ευρωστία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη της γείτονος τα τελευταία 20 χρόνια υπήρξε συνεχής και εντυπωσιακή. Ιδιαίτερα, μάλιστα, σε σύγκριση με τη χώρα μας, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης οδήγησαν την οικονομία της Τουρκίας να γίνει τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την ελληνική, ενώ στις αρχές της νέας χιλιετίας ήταν μόνο διπλάσια. Παράλληλα, ο δημογραφικός δυναμισμός της Τουρκίας ήταν συνεχής, με αποτέλεσμα να ξεπεράσει τα 80 εκατ. κατοίκους, με προοπτική μεγαλύτερης αύξησης, ενώ η χώρα μας βρίσκεται σε δημογραφικό μαρασμό, με προοπτικές περαιτέρω συρρίκνωσης τις επόμενες δεκαετίες.

Με άλλα λόγια, τα τελευταία χρόνια η Τουρκία βελτιώνει συνεχώς τη θέση της στην παγκόσμια κατάταξη μεταξύ των 20 περισσότερο ισχυρών οικονομιών, ενώ η χώρα μας, λόγω και της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, υποχωρεί συνεχώς, τόσο οικονομικά όσο και δημογραφικά. Αν προστεθεί, μάλιστα, και η μετανάστευση των νέων επιστημόνων από τη χώρα μας τη δεκαετία της κρίσης, αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της Τουρκίας, η σύγκριση γίνεται χειρότερη. Βεβαίως, στη χώρα μας το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει περίπου διπλάσιο από αυτό της Τουρκίας, ενώ η Ελλάδα έχει κατορθώσει, χάρη στις ικανότητες του πολιτικού της κόσμου και της ιστορίας της, να βρίσκεται στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και να στηρίζεται στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ιδιαίτερα σε δύσκολες στιγμές. Πράγματι, την περίοδο της πρόσφατης κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ενωση, παρά τους δισταγμούς και τις παλινδρομήσεις, διέσωσε τη χώρα μας από τη χρεοκοπία, ενώ σήμερα, στην εποχή της πανδημίας, πρόκειται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης να συμβάλει με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ (32 δισ. ευρώ) τα επόμενα χρόνια, πέραν των πόρων των άλλων ευρωπαϊκών ταμείων (περίπου 40 δισ. ευρώ).

Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας στηρίζεται, τουλάχιστον οικονομικά, στους ευρωπαϊκούς πόρους, δεν έχει κατορθώσει να αναπτύξει βιομηχανικούς κλάδους που θα μπορούσαν να της εξασφαλίσουν μια σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη, όπως έχει συμβεί στη γειτονική χώρα. Οπως είναι γνωστό, στην Τουρκία παράγεται ένα πολύ μεγάλο μέρος ακόμη και του πολεμικού εξοπλισμού της χάρη στην ανάπτυξη των κλάδων των μηχανών και του τροχαίου υλικού, με αποτέλεσμα να εξισορροπείται σημαντικά το εμπορικό της ισοζύγιο, παρά την πλήρη εξάρτησή της από εισαγωγές ενέργειας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η δημοσιονομική διαχείριση στη γειτονική χώρα τα τελευταία χρόνια, όπου τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού της δεν ξεπερνούν το 2%-3% ετησίως και το δημόσιο χρέος το 30%-35% του ΑΕΠ. Εδώ, η σύγκριση με τη χώρα μας, αλλά και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι συντριπτική. Η Ελλάδα μόνο μετά από τρία μνημόνια κατόρθωσε να εξισορροπήσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ το δημόσιο χρέος της έχει φτάσει το 180% του ΑΕΠ.

Ομως, αυτή η πολύ καλή εικόνα της οικονομίας της Τουρκίας έχει αλλάξει τα τελευταία τρία χρόνια, μετά τη νομισματική κρίση του 2018. Εκτοτε, παρά τις διακυμάνσεις, η τουρκική λίρα υποτιμάται συνεχώς, ο πληθωρισμός έχει φτάσει το 13%-14% και οι ρυθμοί μεγέθυνσης έχουν ανακοπεί. Η εμμονή του Προέδρου της Τουρκίας στα χαμηλά επιτόκια, προκειμένου να υποστηριχθεί η οικονομική μεγέθυνση, δεν μπορεί να εμποδίσει τη συνεχή υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος, που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό και στερεί την τουρκική οικονομία από τα απαραίτητα συναλλαγματικά διαθέσιμα, τα οποία δαπανώνται συνεχώς για να στηριχθεί το εθνικό νόμισμα. Παρά τις προειδοποιήσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης για τα προβλήματα αυτά, που προφανώς επιδεινώνονται με την πανδημία των τελευταίων μηνών, η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων συνεχίζεται, ενώ χειροτερεύει και το δημοσιονομικό έλλειμμα λόγω των δημόσιων δαπανών για τη στήριξη της τουρκικής οικονομίας και τον μετριασμό της ύφεσης (11% το β’ τρίμηνο του 2020).

Μετά από αυτές τις διαπιστώσεις, είναι αμφίβολο αν η τουρκική αλαζονεία μπορεί να στηρίζεται στην οικονομική ανάπτυξή της. Ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά τις πρόσφατες μεγάλες δυσκολίες στο μέτωπο του πληθωρισμού και της υποτίμησης. Εκτός αν ο στόχος είναι με την αλαζονική ρητορεία να συγκαλυφθούν τα σημερινά οικονομικά προβλήματα για πολιτικούς λόγους. Ομως, η συνεχιζόμενη αυτή ρητορεία της Τουρκίας μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα, καθώς αντιπαρατίθεται με τον δυτικό κόσμο και κυρίως με την Ε.Ε. και, συνεπώς, χειροτερεύει τη σημερινή οικονομική κατάστασή της, στην περίπτωση, μάλιστα, που της επιβληθούν οικονομικές κυρώσεις.