Δυνατότητες και περιορισμοί της ελληνικής οικονομίας

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. υπουργός

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της τρέχουσας περιόδου είναι η αβεβαιότητα στη διεθνή οικονομία. Από τη μια πλευρά η υγειονομική κρίση, λόγω της πανδημίας, συνεχίζεται σε πολλές χώρες, παρά τους εμβολιασμούς, και από την άλλη πλευρά η πληθωριστική έξαρση εμφανίζεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα, όπως η ΗΠΑ, η Κίνα, η Γερμανία κ.ά.

Το γεγονός ότι πολύ ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες πλήττονται ακόμη από τον κορωνοϊό αφήνει περισσότερα περιθώρια για να συνεχιστεί η χαλαρή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της ευρωζώνης. Ετσι, η επιστροφή στους δημοσιονομικούς περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας φαίνεται να απομακρύνεται, ενώ η ποσοτική χαλάρωση δείχνει να συνεχίζεται για ένα διάστημα, παρά την αύξηση του πληθωρισμού που έφθασε στο 4,5% κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη. Αυτό οφείλεται στο ότι οι φόβοι να ανακοπεί η ανάκαμψη σε Ευρώπη και ΗΠΑ, λόγω αύξησης των επιτοκίων δανεισμού και περιορισμού της ποσοτικής χαλάρωσης, κυριαρχούν σήμερα τόσο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.

Αυτή η εξέλιξη αφήνει περιθώρια στην ελληνική οικονομία να απολαμβάνει ακόμη χαμηλά επιτόκια δανεισμού και έτσι να προβλέπεται μια δυναμική ανάκαμψη για το 2021 στο 7% περίπου και για το 2022 στο 4,5%. Αναμένεται, επίσης, μείωση του ελλείμματος που σήμερα φθάνει το 8% του ΑΕΠ, έναντι 6% στην ευρωζώνη και 15% στις ΗΠΑ, Παράλληλα ο πληθωρισμός εμφανίζεται κάπως χαμηλότερος στη χώρα μας, περίπου 3%, έναντι 4,5% στην ευρωζώνη και 6% στις ΗΠΑ. Προφανώς, όλες αυτές οι προβλέψεις είναι εξαιρετικά επισφαλείς, καθώς βρίσκονται υπό την αίρεση να εξισορροπηθούν η παγκόσμια προσφορά και η ζήτηση και να υποχωρήσουν οι πληθωριστικές πιέσεις μέχρι το τέλος του 2022.

Βεβαίως, οι διεθνείς αγορές βρίσκονται σε αναταραχή και, σε κάποιο βαθμό, προεξοφλούν τις πληθωριστικές εξελίξεις ανεβάζοντας, όμως, ελαφρά τα επιτόκια δανεισμού, επειδή οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης και των ΗΠΑ συνεχίζουν την ίδια χαλαρή νομισματική πολιτική μέχρι να πειστούν ότι δεν κινδυνεύει η ανάκαμψη, ελπίζοντας ότι αυτή θα συμβάλει στην αύξηση της παραγωγής και θα εξισορροπήσει την αύξηση της ζήτησης, ώστε να υποχωρήσει το πληθωριστικό κύμα.

Εχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η Κίνα κατηγορεί τις ΗΠΑ και την ευρωζώνη ότι με τη χαλαρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική που ακολουθούν είναι υπεύθυνες για τον παγκόσμιο πληθωρισμό. Αντίθετα, η Δύση (Ευρώπη και ΗΠΑ) θεωρούν ότι η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της Κίνας περιόρισε την παραγωγή της και συνέβαλε στην αύξηση των τιμών, καθώς αυξάνεται η ζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μια άλλη πλευρά που συνδέεται με τον πληθωρισμό είναι η αγορά εργασίας στην Κίνα, στις ΗΠΑ και στην ευρωζώνη, όπου μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υπάρχουν πιέσεις για υψηλότερες αμοιβές. Ωστόσο, αν ο πληθωρισμός συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα, η αύξηση του κόστους διαβίωσης θα οδηγήσει σε αύξηση των αμοιβών στις χώρες αυτές, αλλά προφανώς και στη χώρα μας.

Μια διέξοδος τόσο για την αύξηση του πληθωρισμού όσο και των αμοιβών είναι προφανώς η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αν δεν υπάρξει στις ΗΠΑ στην Ευρώπη και βέβαια στη χώρα μας ένα μαζικό κύμα επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες στην πράσινη και την ψηφιακή οικονομία, που θα μειώσουν το κόστος παραγωγής και θα επιτρέψουν αύξηση των αμοιβών χωρίς πληθωριστικές συνέπειες.

Ομως, στην τρέχουσα περίοδο η στροφή προς τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που περιορίζουν τη χρήση των ρυπογόνων υδρογονανθράκων, λόγω της κλιματικής κρίσης, προφανώς δεν διευκολύνει τη μείωση του κόστους παραγωγής με τις συμβατικές τεχνολογίες.

Φαίνεται, συνεπώς, ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με απροσδιόριστες διεθνείς εξελίξεις που μπορεί να έχουν και θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Χρειάζεται συνεπώς εγρήγορση, πολιτική και διαχειριστική ικανότητα στη διακυβέρνηση της χώρας, προκειμένου να συνεχιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και να εξασφαλιστεί η απαραίτητη κοινωνική συναίνεση.