Επιτάχυνση της Ανάκαμψης, Πολιτική και Αποτελεσματικότητα

γράφει ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης*

*Καθηγητής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι οικονομικές εξελίξεις οδηγούν σε μία ουσιαστική διάκριση μεταξύ βραχυμεσοπρόθεσμων μέτρων αντιμετώπισης της ύφεσης και αναπτυξιακών μέτρων μεγέθυνσης που τοποθετούνται από το τέλος του 2021. Οι δώδεκα μήνες που έχουμε μπροστά μας αφιερώνονται στην αντιμετώπιση της ύφεσης (και των Ελληνοτουρκικών).

Ο Αύγουστος ήταν ένας μήνας που η ανάκαμψη στις δυτικές ανεπτυγμένες οικονομίες, έδειχνε να συνεχίζεται. Όμως μία σειρά από δευτερεύοντες δείκτες υποδεικνύουν ότι η έντασή της έχει μειωθεί οδηγώντας την ανάκαμψη σε μία βραδυπορία. Η εικόνα αυτή ισχύει και για την Ελληνική οικονομία. Οι τομείς του λιανικού εμπορίου (της καταναλωτικής εμπιστοσύνης) και του τουρισμού δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται επαρκώς στις προσδοκίες μας, τα δίκτυα πωλήσεων δεν υποκαθίστανται από τα ηλεκτρονικά παρά μόνο μερικώς. Παράλληλα οι προσδοκίες ανάκαμψης των εξαγωγών (με τα «ασθενή» πετρελαιοειδή) και της ναυτιλίας (απόπαγκοσμιοποίηση) ήταν μεγαλύτερες.

Όλοι οι παράγοντες της βραχυχρόνιας εξέλιξης (χρηματοοικονομική κατάσταση, κοινωνική κινητικότητα, παραγωγή, απασχόληση, ζήτηση και υγεία) ανακάμπτουν αλλά όχι ισχυρά, με αποτέλεσμα και η αγορά εργασίας να συνεχίζει να υποφέρει διώχνοντας ικανούς εκτός αγοράς εργασίας και κλείνοντας πρώιμα επιμέρους σημαντικές αγορές, όπως ο τουρισμός. Σε αυτό το κλίμα προστίθεται η σταδιακή επιβάρυνση των αμυντικών μας δαπανών (+50% μέχρι το 2022) και η αβεβαιότητα για την επιδημιολογική εξέλιξη.

Δυστυχώς η Ελλάδα δεν έχει τεράστιους δημοσιονομικούς πόρους παρόλο που η κυβέρνηση εγκαινίασε ένα νέο γύρο παρεμβάσεων (5 δις) αφού τώρα μετράνε οι άμεσες νεοκεϋνσιανές επιδοτήσεις. Σε καμία όμως περίπτωση δεν θα πρέπει να θέσουμε σε κίνδυνο την βιωσιμότητα του χρέους που εξαρτάται από το μαξιλάρι ρευστότητας, το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το κόστος δανεισμού και τον ρυθμό μεγέθυνσης. Επειδή μάλιστα ο ρυθμός μεγέθυνσης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις επενδύσεις, αυτές θα πρέπει να ευνοηθούν περισσότερο (με μελλοντική χρηματοδότηση), απ’ όσο αρχικά υπολογίζαμε, μέσω των φορολογικών απαλλαγών ιδίως εάν έχουν «πράσινο» (απορρίμματα) ή «ψηφιακό» (5G) χαρακτήρα και μέσω των ΣΔΙΤ.

Διεθνώς, αλλά και στην Ελληνική οικονομία, έχει εμφανιστεί ο ανασχετικός παράγοντας της αύξησης των «αποταμιεύσεων ασφάλειας». Επιπροσθέτως ο γερασμένος πληθυσμός μας δεν αντιδρά ικανοποιητικά στις δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για γνωστές αιτίες παράτασης της ύφεσης, που στερούν ζήτηση από την οικονομία. Για την αντιμετώπισή τους θα πρέπει να υιοθετηθούν συγκεκριμένες πολιτικές που θα μπορούσαν να αναστείλουν τους φόβους της κατανάλωσης. Στις «ασημένιες ηλικίες» θα μπορούσαν να δοθούν κίνητρα που σχετίζονται με συγκεκριμένες δαπάνες (π.χ. πάσης φύσεως δίδακτρα παιδιών, εγγονών ή πρώτου βαθμού συγγενών) ή να επεκταθεί το πρόγραμμα «εξοικονομώ». Η διαχείριση ακινήτων είναι κρίσιμη για την πορεία της οικονομίας. Εξάλλου είναι η κατάλληλη στιγμή να μειωθούν έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις (όπως η προκαταβολή φόρου) που έχουν βαρύ αντιαναπτυξιακό χαρακτήρα (και θα έχουν ρόλο «φρένου» στην φάση της ανάπτυξης) λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορούν να χρηματοδοτηθούν μετά το 2021.

Οι προβλέψεις για την αντιμετώπιση της καινούργιας γενιάς των κόκκινων δανείων που σχετίζονται με τον COVID επηρέασαν την κανονική πορεία της τιτλοποίησής τους αλλά δεν την ανέτρεψαν. Όσο όμως παρατείνεται η κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο εκτιμάται ότι, στο αναμενόμενο σενάριο, τα κόκκινα δάνεια μπορεί να καταστρέψουν μέχρι και το 16% των τραπεζικών κεφαλαίων. Το σενάριο αυτό εάν αντικατασταθεί από ένα χειρότερο, θα οδηγήσει σε μία μαζική παρέμβαση του δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο ή μία πανευρωπαϊκή κακή τράπεζα. Στην Ελλάδα πάντως, όπως και στην Ισπανία, Κύπρο κ.τ.λ. οι επιπτώσεις θα είναι βαρύτερες από τις άλλες Ευρωπαϊκές τράπεζες (αναμένουμε απώλειες 24,5% των τραπεζικών κεφαλαίων) γεγονός που προσθέτει βάρος στην ανάκαμψη της οικονομίας. Πλησιάζει ο χρόνος να αντιμετωπίσουμε στην Ελλάδα πιο άμεσα και πιο γενναία το τραπεζικό πρόβλημα.

Η αντιμετώπιση τόσο βαθιάς ύφεσης που αναγνωρίζει την έλλειψη ζήτησης ως αιτία (16,2% παραγωγικό κενό στην οικονομία φέτος και με το μέσο ιδιωτικό διαθέσιμο εισόδημα να χάνει 700 ευρώ το 2020) δεν αναγνωρίζει δεξιές ή αριστερές πολιτικές απόψεις για τις κατάλληλες πολιτικές αντιμετώπισής της. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχει χώρος για καταστροφολογικές προβλέψεις. Κοινωνικά και πολιτικά ζητούμενο είναι η εφαρμογή πολιτικών άμεσης αποτελεσματικότητας της αντιμετώπισης της ύφεσης χωρίς να καταστραφούν οι ισορροπίες που έχουμε οικοδομήσει.