Ευκαιρίες και προκλήσεις στη μετά COVID-19 εποχή

γράφει ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης*

*Καθηγητής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι αποφάσεις της ECB του Ιουλίου τόνισαν κυρίως δύο σημεία. Το πρώτο ήταν μια σαφής αναφορά στο να διατηρηθεί μια σταθερή χαλαρή νομισματική πολιτική. Το δεύτερο ήταν ότι η ECB επιθυμεί να δει τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη να κινείται διαρκώς στο 2% επίπεδο, παρακολουθώντας τους παράγοντες που τον προσδιορίζουν να μην κρύβουν εκπλήξεις.

Ουσιαστικά, ο στόχος είναι ο πληθωρισμός να κινείται με σταθερότητα γύρω στο 2% για τα επόμενα 2,5 χρόνια, όσος συνήθως είναι ο ορίζοντας προβλέψεων που χρησιμοποιεί η τράπεζα. Νομίζουμε πάντως ότι κύριος στόχος της επικοινωνίας της Κριστίν Λαγκάρντ ήταν να αποφύγει κάθε σκέψη για πρώιμη νομισματική σύσφιξη και έτσι να διατηρήσει τη νομισματική σταθερότητα. Ετσι έδωσε ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι η Κ. Λαγκάρντ δεν επιθυμεί η ECB να επαναλάβει τα λάθη που έκανε μία δεκαετία πριν.

Ως αποτέλεσμα νιώθουμε βέβαιοι ότι τα βασικά επιτόκια στην ευρωζώνη δεν πρόκειται να αυξηθούν μέχρι τα μέσα του 2023 και ότι θα είναι διαθέσιμη η συνεχής ποσοτική χαλάρωση (αγορές κεφαλαιακών στοιχείων).

Και στις ΗΠΑ, όμως, εάν επιχειρήσουμε να ποσοτικοποιήσουμε τις πιθανότητες για αλλαγή της νομισματικής πολιτικής στο ζήτημα των επιτοκίων, θα δίναμε μια πιθανότητα 60% να έχουμε αύξηση επιτοκίων το 2023, μια πιθανότητα 25% να έχουμε αύξηση επιτοκίων το 2022 και μια πιθανότητα 15% να έχουμε αύξηση επιτοκίων το 2024.

Εξάλλου, το άνοιγμα της οικονομίας των ΗΠΑ πιέζει τον πυρήνα του πληθωρισμού, αλλά ελπίζουμε ότι αυτή η τάση θα απομειωθεί στους επόμενους μήνες, δεδομένου ότι οι πενταετείς πληθωριστικές προσδοκίες δεν φαίνεται να μεταβάλλονται πιο υψηλά από 3%, αν και οι ετήσιες εκτιμήσεις κυμαίνονται γύρω στο 5%. Το πρόγραμμα του Μπάιντεν για τις υποδομές (όπως και το Europe 2.0 στην Ευρώπη) εξασφαλίζει μία συνέχεια της δημοσιονομικής υποστήριξης.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι στην προσεχή διετία θα επικρατήσει μία σχετική μακροοικονομική σταθερότητα (φιλική προς τις ανθρώπινες ανάγκες) η οποία είναι απαραίτητη για να βγούμε από την κρίση της COVID-19 και ενδεχομένως να επανεκτιμήσουμε τις επιπτώσεις της Long COVID που αρχίζει να μας απασχολεί, αφού το 25% των μολύνσεων αναπτύσσει μία σειρά από συμπτώματα με μακροπρόθεσμη διάρκεια. Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα να αξιολογηθούν οικονομικά τα ευρήματα αυτά, ενδεχομένως έχουν επιπτώσεις στην κατανάλωση και στην προσφορά εργασίας που προστίθενται στις επιπτώσεις της μετάλλαξης «Δέλτα».

Ομως, το μεγάλο γεωστρατηγικό περιβάλλον εμφανίζει σημάδια έντασης. Μετά τον συμβιβασμό της αντίθεσης των ΗΠΑ με την Γερμανία και την Β. Ευρώπη για τον Nord Stream 2, που θα προμηθεύει την Ευρωπαϊκή Ενωση με ρώσικους ενεργειακούς πόρους, η συζήτηση αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας.

 Είναι γεγονός, όμως, ότι μία αξιόλογη πτώση των αγορών την προηγούμενη εβδομάδα είχε αποδοθεί εν μέρει στην ένταση μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Ηδη από το 2018 η διοίκηση του Τραμπ είχε τοποθετήσει τη σχέση με την Κίνα ως ένα πεδίο «στρατηγικού ανταγωνισμού». Οι δύο χώρες έχουν έμμεσα ανοικτά μέτωπα που αφορούν κυρίως τις σχέσεις της Κίνας με την Ιαπωνία (βαθύτατος κινεζικός αλυτρωτισμός) και βεβαίως την Ταϊβάν (παγκόσμιος προμηθευτής ηλεκτρονικών τσιπς). Πάντοτε, βεβαίως, εμφιλοχωρεί ο κίνδυνος της «παγίδας του Θουκυδίδη», δηλαδή η σύγκρουση που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ μιας επικρατούσας υπερδύναμης και μιας ανερχόμενης η οποία διεκδικεί τη θέση της πρώτης. Την προηγούμενη φορά που αντιμετώπισε ο κόσμος αυτή την κατάσταση (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μ. Βρετανία vs ΗΠΑ) ήταν μία βελούδινη μεταβολή μεταξύ δύο χωρών με εξαιρετικά συγγενή και φιλικά πολιτιστικά υπόβαθρα. Τώρα δεν υφίστανται αυτές οι προϋποθέσεις. Και η παλιά συνταγή που θέλει τον ανταγωνισμό να οδηγεί σε βαθιές αλλαγές στο πολιτικό, οικονομικό πεδίο αλλά και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής στην Κίνα δεν φαίνεται ότι θα ισχύσει.

Εξάλλου, οι αναλυτές παρακολουθούν με έκπληξη και προσοχή τις ασυνήθιστες επιθέσεις του Πεκίνου στις δικές του μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες που λειτουργούν και στη Δύση και έχουν οδηγήσει τις 98 κινεζικές εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στον Nasdaq (Golden Dragon China Index) να έχουν χάσει 15% της συνολικής τους αξίας, τη μεγαλύτερη πτώση από το 2008.

 Πρόκειται για αποφάσεις πολιτικής που αποκαλύπτουν μία ιδιόμορφη τακτική του Πεκίνου απέναντι στον καπιταλισμό που το ίδιο έχει φτιάξει και είναι μία ένδειξη ότι το Πεκίνο δεν εντάσσεται εύκολα στη λογική των think tanks της Δύσης και ιδιαιτέρως των ΗΠΑ.

Ενα πολιτικό και οικονομικό σύστημα, όπως αυτό της σημερινής Κίνας, με τον σημερινό Κινέζο Πρόεδρο να έχει αρκετά εθνικιστικές διαστάσεις, που δεν είναι διατεθειμένη να «προσαρμοστεί» στη λειτουργία των αντίστοιχων συστημάτων της Δύσης ενδεχομένως να οδηγεί περισσότερο εύκολα προς τη σύγκρουση.

 Γι’ αυτό επείγει ο κόσμος στον νέο ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων να αξιοποιήσει τη μέχρι τώρα ανθρώπινη εμπειρία (Παγκόσμιοι Πόλεμοι και Ψυχρός Πόλεμος) και να μας οδηγήσει στην ειρηνική ανταγωνιστική συνύπαρξη με μία συνολική φιλική προς τον άνθρωπο οικονομική πολιτική!