Γιατί εθελοτυφλεί η Ευρώπη;

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

*Καθηγητής, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής, Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός

Τα τελευταία χρόνια το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί για τη χώρα μας το πιο δυσεπίλυτο ίσως πρόβλημα, επειδή έχει αποκλειστικά εξωγενείς αιτίες. Η οικονομική ανέχεια και οι πόλεμοι σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας, με αιχμή τον πόλεμο στη Συρία, δημιουργούν ένα κύμα μεταναστών και προσφύγων, για το οποίο η χώρα μας δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη. Επιπλέον, η συσσώρευση τεσσάρων εκατομμυρίων μεταναστών στη γειτονική μας Τουρκία τής επιτρέπει την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού ζητήματος, προκειμένου να επιτύχει τους δικούς της στόχους εξωτερικής πολιτικής. Είναι προφανές ότι οι ροές μεταναστών προς τη χώρα μας εξαρτώνται από τις σχέσεις της με τη Δύση γενικότερα και με την Ελλάδα ειδικότερα.

Προφανώς, η συμφωνία της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση έχει περιορίσει σημαντικά τη ροή μεταναστών προς τη Δύση, έναντι σημαντικών οικονομικών ανταλλαγμάτων, προκειμένου να παραμείνουν αυτοί στην Τουρκία. Ομως, με διάφορους τρόπους, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες φτάνουν στα ελληνικά νησιά και διασχίζουν τον Εβρο κατά εκατοντάδες τον τελευταίο καιρό.

Η φύλαξη των συνόρων μας είναι μια περίπλοκη υπόθεση, εφόσον η απώθηση των μεταναστών στα θαλάσσια σύνορά μας δεν συνάδει με τον ανθρωπισμό και τις ευρωπαϊκές αξίες μας. Το ζήτημα, συνεπώς, έχει πάρει διαστάσεις εθνικού προβλήματος, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολη η διαχείρισή του και ακόμη δυσκολότερη η επίλυσή του, χωρίς τη συνδρομή των ευρωπαϊκών εταίρων μας.

Η προσπάθεια της χώρας μας να πείσει την Ευρωπαϊκή Ενωση ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία, αλλά και ολόκληρη τη βορειότερη Ευρώπη, προς την οποία εξάλλου κατευθύνονται όλοι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες.

Η δημιουργία μιας ουσιαστικής μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης προσκρούει στις αντιρρήσεις αρκετών χωρών-μελών και κυρίως των ανατολικών χωρών της Ευρώπης. Η συζήτηση μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας για το τι πρέπει να γίνει με αυτές τις χώρες, που έχουν κλειστά τα σύνορά τους, δεν φαίνεται να καταλήγει σύντομα. Το ερώτημα αν πρέπει να τους δοθούν οικονομικά κίνητρα, όπως προτείνει η Γερμανία, ή αν πρέπει να τους επιβληθούν κυρώσεις, όπως πιστεύει η Γαλλία, μπορεί να απαντηθεί με έναν συνδυασμό των δύο προτάσεων, που θα ήταν περισσότερο αποτελεσματικός.

Το σημαντικότερο είναι να υπάρξει σύντομα μια οριστική ευρωπαϊκή απάντηση στο πρόβλημα, διαρθρωμένη σε τρία επίπεδα. Πρώτον, πρέπει να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή παρουσία στη φύλαξη των συνόρων της χώρας μας. Δεύτερον, πρέπει να αποφασιστεί με κάθε τρόπο η αναλογική κατανομή μεταναστών και προσφύγων στις χώρες της Ε.Ε. Τρίτον, πρέπει να υπάρξουν ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για να σταματήσει το ρεύμα των κατατρεγμένων από τις χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Για να γίνει αυτό, πρέπει να σταματήσουν οι πολεμικές συγκρούσεις και να ενισχυθούν οι χώρες αυτές στην οικονομική τους ανάπτυξη.

Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να διαχειριστεί το ζήτημα με όσο το δυνατό πιο ανώδυνο τρόπο, τόσο για τους ίδιους τους μετανάστες όσο και για τους Ελληνες πολίτες, οι οποίοι δυσανασχετούν όταν αυξάνεται το βάρος των μεταναστών στις περιοχές τους στην ηπειρωτική Ελλάδα με στόχο να ανακουφιστούν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Ομως, όσο ο αριθμός των μεταναστών συνεχίζει να αυξάνεται, το πρόβλημα διογκώνεται και τείνει να αποτελέσει τη σημαντικότερη πλέον ανησυχία για τους Ελληνες πολίτες.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση, με τη στάση της απέναντι στο μεταναστευτικό ζήτημα, δείχνει σαν να μην αντιλαμβάνεται ότι πολύ σύντομα το πρόβλημα θα γίνει εκρηκτικό για ολόκληρη την Ευρώπη. Θα προκαλούνται όλο και περισσότερο αισθήματα ανησυχίας στους Ευρωπαίους πολίτες, οι οποίοι θα ωθούνται όλο και περισσότερο προς ακροδεξιές και λαϊκιστικές πολιτικές συμπεριφορές. Η αποστροφή από το πρόβλημα είναι μόνο προσωρινή λύση. Οσο δεν αντιμετωπίζεται με ριζικό τρόπο, μοιάζει με πληγή, που, όταν δεν θεραπεύεται έγκαιρα, οδηγεί σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα.

Το ερώτημα είναι για πόσο καιρό ακόμη η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να εθελοτυφλεί, δηλαδή να μην αντιλαμβάνεται ότι ο ευρωπαϊκός Νότος -και ιδιαίτερα η Ελλάδα- φέρει ένα δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αντοχές του. Οπως, εξάλλου έχει τονίσει για το θέμα αυτό ο πρωθυπουργός της χώρας μας στις συναντήσεις του στην Ευρώπη, «η Ελλάδα έχει φτάσει στα όριά της».