Η ακτινογραφία της απόφασης για το Ταμείο Ανάκαμψης

γράφει ο Χαράλαμπος Γκότσης*

*Καθηγητής Οικονομικών, τ. πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Οι πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Ταμείο Ανάκαμψης και τον Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό 2021-2027 αποτελούν μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στα προβλήματα που προέκυψαν από την πανδημία του κορωνοϊού, αλλά και στις απαιτήσεις της νέας εποχής για την ανοικοδόμηση μιας σύγχρονης, ανταγωνιστικής και ευημερούσας Ευρώπης. Εχουν ως στόχο την εφαρμογή ενός στοχευμένου, μεσοπρόθεσμου επενδυτικού σχεδίου, το οποίο θα συμβάλει στην υλοποίηση των βασικών επιλογών που έχει υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το μέλλον της κοινής μας Ενωσης.

Από την αρχή, η πρόταση της Επιτροπής περιείχε την αναγνώριση ότι οι οικονομίες του Νότου επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία, όχι μόνο λόγω της έντασης του φαινομένου (Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία), αλλά και λόγω της μεγάλης συμμετοχής στον σχηματισμό του ΑΕΠ τους του σκληρότερα πληττόμενου τουριστικού τομέα. Ετσι, με το σκεπτικό ότι μόνο όλοι μαζί, ακολουθώντας και εφαρμόζοντας κοινές πολιτικές, θα μπορέσουμε να βγούμε από την κρίση, διαμορφώθηκε η πρόταση της Επιτροπής -στην οποία περιέχεται και το μεγαλύτερο μέρος, 390 δισ. ευρώ τελικά από τα 500 που προτάθηκαν αρχικά- να δοθούν με τη μορφή επιχορηγήσεων, ως δείγμα αλληλεγγύης, κυρίως στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο, χωρίς τη δική τους υπαιτιότητα, και οι οποίες είναι δημοσιονομικά αδύναμες.

Οπως, όμως, φάνηκε από τις πενθήμερες διαβουλεύσεις της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελλών, την άποψη αυτή δεν συμμερίζονταν όλες οι χώρες. Η ομάδα των τεσσάρων «φειδωλών» αρχικά απέρριψε την ιδέα για παροχή πακέτου επιχορηγήσεων, συμφωνώντας μόνο στη διευκόλυνση μέσω δανείων. Τελικά, κατάφερε να μειώσει το ποσό κατά 22%, κάτι που προβάλλεται ως νίκη απέναντι στις χώρες του Νότου, αλλά και στο αρχικό σχέδιο που πρότειναν ο κ. Μακρόν σε συνεργασία με την κ. Μέρκελ. Συμπέρασμα: Η πανδημία βοήθησε να αναδειχθούν όλες οι υποβόσκουσες αντιθέσεις στους κόλπους της Ε.Ε., κάνοντας ορατές τις ομαδοποιήσεις, που αποτελούν πλέον μια πραγματικότητα η οποία θα μας συνοδεύει τα επόμενα χρόνια. Δίπλα στον γαλλογερμανικό άξονα, έχουμε τώρα τις χώρες του Νότου, «Club Med» όπως περιπαικτικά ονομάζονται, τους «φειδωλούς», καθώς και τις χώρες του Βίσεγκραντ. Η σημαντική τώρα, αν και ψαλιδισμένη, απόφαση, εξαιτίας της κοντόφθαλμης αντίστασης των πέντε μικρών του Βορρά, θα κριθεί στο σύνολό της για την αποτελεσματικότητά της με την εφαρμογή της τα επόμενα χρόνια. Κυρίως σε ό,τι αφορά το ερώτημα αν το μέγεθος της παρέμβασης είναι επαρκές για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της μεγαλύτερης μεταπολεμικά οικονομικής κρίσης. Εκείνο, όμως, που είμαστε σε θέση να κρίνουμε τώρα είναι μερικά πολύ σημαντικά αδύνατα σημεία του συμβιβασμού, τα οποία υπονομεύουν τις προοπτικές ισχυροποίησης και επιτάχυνσης της διαδικασίας ενοποίησης της Ευρώπης. Στη συνέχεια επισημαίνονται και τα βασικότερα θετικά σημεία της απόφασης, πέραν του ποσού που θα διατεθεί σε κάθε χώρα.

 

Πρώτον, οι επιχορηγήσεις αφορούν την ενίσχυση των αδύναμων χωρών να υλοποιήσουν ένα επενδυτικό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης και μεταρρυθμίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, προβλεπόταν μια σημαντική πρωτοβουλία κεφαλαιακής ενίσχυσης επιχειρήσεων που επλήγησαν από την πανδημία, η οποία διαγράφηκε. Περικοπές, επίσης, από 30 στα 10 δισ. ευρώ, έγιναν και στο «Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης», που αφορά την ενίσχυση περιοχών που δεν έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των κλιματολογικών δεσμεύσεων της Ενωσης. Το ίδιο συνέβη και με το πρόγραμμα ενίσχυσης της έρευνας «Ευρωπαϊκός Ορίζοντας», από 13,5 στα 5 δισ. ευρώ.

 

Δεύτερον, ο πολυετής τακτικός προϋπολογισμός 2021-2027, στο ύψος των 1.074 δισ. ευρώ, δεν διαφέρει ως προς τη δομή από τον προηγούμενο, αν και είναι ελάχιστα μεγαλύτερος. Πάνω από το ένα τρίτο του ποσού διατίθεται για τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα περιφερειακά προγράμματα, ενώ τα υπόλοιπα αφορούν βασικά την ενίσχυση των πολιτικών μετανάστευσης, άμυνας και έρευνας. Οι εκκλήσεις -κυρίως των νεοεισελθόντων στην Ε.Ε. μικρών κρατών- για εκσυγχρονισμό και ανανέωση του προϋπολογισμού, στην κατεύθυνση κυρίως μιας επαναστατικής γρήγορης μετάβασης στην ψηφιακή εποχή, αγνοήθηκαν παντελώς.

 

Τρίτον, η σύνδεση της εκταμίευσης ευρωπαϊκών κονδυλίων με τα εγκατεστημένα πρότυπα κράτους δικαίου στην Ευρώπη σκόνταψε στις απειλές περί βέτο του Ούγγρου πρωθυπουργού. Τελικά επελέγη μια πιο χαλαρή λύση, στην οποία προβλέπεται η δημιουργία ενός «μηχανισμού προστασίας», ο οποίος θα παρεμβαίνει σε περιπτώσεις παραβίασης των κανόνων, π.χ. στο έργο της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης, ενώ οι πιθανές ποινές θα επιβάλλονται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων των κρατών-μελών. Με την εμπειρία παρόμοιων διαδικασιών, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι δύσκολα θα δούμε ποινές, ενώ οι χώρες που δεν δείχνουν σεβασμό στο κράτος δικαίου και στις αξίες που υπηρετεί η Ευρωπαϊκή Ενωση θα συνεχίσουν ανενόχλητες το θεάρεστο έργο τους.

Στα θετικά στοιχεία της απόφασης συγκαταλέγονται:

Πρώτον, η άντληση κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης από την αγορά με την έκδοση ομολογιακών δανείων, η οποία παραπέμπει μέσω του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού σε κοινή εγγύηση για την αποπληρωμή από όλες τις χώρες.

Δεύτερον, είναι επίσης σημαντικός ο τρόπος ελέγχου διάθεσης και χρήσης των κεφαλαίων από τις παραλήπτριες χώρες, μέσω της Επιτροπής και όχι από κάποιο ειδικό όργανο, όπως ο ΕΣΜ, κάτι που -τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το κομμάτι των δανείων- δεν γίνεται αποδεκτό, για τον λόγο αυτόν άλλωστε και δεν έχει προσέλθει καμία χώρα με αίτημα ανάληψης από το πρώτο πακέτο των 250 δισ. ευρώ της Ε.Ε.

Τρίτον, η εμπροσθοβαρής διάθεση του μεγαλύτερου μέρους των επιχορηγήσεων (312 δισ.) στις χώρες αποδέκτες το 2021 και 2022 από το σύνολο των 390 δισ. Παρ’ όλα αυτά, όμως, τα πρώτα χρήματα δεν θα φτάσουν στις χώρες πριν από τα μέσα του 2021, δηλαδή σε ένα χρόνο από σήμερα. Αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα στις χώρες που έχουν μεγάλη ανάγκη ρευστότητας (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα) για να ανακόψουν την ορμή της πρωτοφανούς ύφεσης που αντιμετωπίζουν. Σημειωτέον ότι χώρες με πολύ υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, ενδιαφέρονται κυρίως για τις επιχορηγήσεις, ενώ θα αποφύγουν τον δανεισμό για να μην επιδεινώσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα και την ευνοϊκή αντιμετώπιση από τις αγορές.

Συνεπώς, για τη χώρα μας το σημαντικότερο ποσό για τη χρηματοδότηση του αναπτυξιακού της σχεδιασμού αποτελούν τα 19 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης. Είναι μεν θετικό ότι τα υπόλοιπα 12,5 δισ. των δανείων θα βρίσκονται στη διάθεσή μας, αλλά δεν είναι και βέβαιο ότι θα τα αντλήσουμε. Αυτό θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, όπως η μακροοικονομική πορεία της χώρας και οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις στις οποίες θα επιστρέψουμε.