Η αμερικανική στρατηγική μετά τον Τραμπ

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ο Ντόναλντ Τραμπ έφερε στην αμερικανική ηγεσία χαρακτηριστικά που όλες και όλοι πιστεύαμε ότι είχαν ξεπεραστεί από την ιστορία. Ο εθνολαϊκιστικός μονομερισμός του με σαφείς αναφορές στην Τζακσονική παράδοση του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, ο προπολεμικός επαρχιώτικος απομονωτισμός του και ένας ιδιοσυγκρασιακός μερκαντιλισμός, με εκκωφαντική άγνοια των πλεονεκτημάτων των πολυμερών πλαισίων παγκόσμιας διακυβέρνησης για την ισχυρότερη και πιο δυναμική οικονομία του κόσμου, έθεσαν σε κίνδυνο το θεσμικό κεκτημένο της μεταπολεμικής περιόδου χωρίς να προσφέρουν τίποτε ουσιαστικό στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ, στα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του, δεν έχτισε σχεδόν τίποτε. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, όσο καλή διάθεση και να έχει κάποιος, να μπορέσει να περιγράψει θετικά την κληρονομιά του.

Στην εξωτερική πολιτική, ούτε βελτίωσε τις σχέσεις με τη Ρωσία του Πούτιν, αλλά ούτε και περιόρισε τη Μόσχα. Υπονόμευσε τη διατλαντική στρατηγική σχέση και το ΝΑΤΟ, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι αποτελούν πηγές ισχύος και επιρροής για την Ουάσιγκτον. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν έκανε την Αμερική περισσότερο ασφαλή, ενώ η δι’ αντιπροσώπων εμπλοκή της Τεχεράνης στον μουσουλμανικό κόσμο οξύνθηκε επί των ημερών του.

Η αδιαφορία του (ή η αδυναμία του να διαβάσει) για τη μεγάλη εικόνα, διευκόλυνε τον Πρόεδρο Ερντογάν να προωθήσει μια προσωπική σχέση που επέτρεπε στην Αγκυρα να ακυρώνει τις στρατηγικές προτιμήσεις της αμερικανικής γραφειοκρατίας και να εξελιχθεί στον «νταή» της περιοχής, αλλά υπό τον έλεγχο και τη στρατηγική εξάρτηση της Μόσχας. Ο Πρόεδρος Ερντογάν γρήγορα κατάλαβε ότι ο κίνδυνος δυναμικής παρέμβασης των ΗΠΑ ήταν αποσυνδεδεμένος από παραδοσιακές γεωστρατηγικές προτεραιότητες. Απλούστατα, αυτές δεν υπήρχαν στην πολιτική αντίληψη του Τραμπ. Η Τουρκία ήταν ελεύθερη να παρεμβαίνει στη Συρία, στη Λιβύη, στον Καύκασο. Τα όρια τα έθεταν η ευφυΐα της Μόσχας και η αδιαφορία του Λευκού Οίκου.

Ο βίος και η πολιτεία του Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο την τετραετία 2016-2020 κάνει παραδόξως λιγότερο δυσχερή απ’ ό,τι συνήθως την εκτίμηση για την επόμενη ημέρα. Το πλέον σίγουρο είναι ότι ο Τζο Μπάιντεν έχει να διαχειριστεί μια τεράστια διπλή εσωτερική κρίση. Από τη μία, είναι σχεδόν σίγουρο ότι, όταν θα ορκιστεί, τα θύματα της πανδημίας στις ΗΠΑ θα έχουν ξεπεράσει τα 300.000 και πιθανότατα ο Πρόεδρος Τραμπ δεν θα έχει κάνει το παραμικρό για να διαχειριστεί το πρόβλημα. Από την άλλη, η εσωτερική, πολιτική, κοινωνική και φυλετική πόλωση, την οποία τροφοδότησε με πάθος ο απερχόμενος Πρόεδρος, πολύ δύσκολα θα επιτρέψει τις μεγάλες συναινέσεις που τόσο ανάγκη έχει το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Ο συσχετισμός ισχύος στο Κογκρέσο δεν άλλαξε.

Παρ’ όλα αυτά, είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν σε μια πιο παραδοσιακή προσέγγιση στην ανατολική Μεσόγειο και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ο Μπάιντεν είναι υπόδειγμα «θεσμικής αφοσίωσης» και κυρίως γνωρίζει όσο κανένας άλλος την περιοχή, τα ζητήματα και την ανθρωπογεωγραφία της. Η βελτίωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων θα συνεχιστεί. Η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας έχει αυξηθεί, καθώς η χώρα έχει χτίσει ένα συνεκτικό δίκτυο στρατηγικών συνεργασιών με χώρες σημαντικές για τις ΗΠΑ. Το ελληνικό «portfolio» περιλαμβάνει τις αναβαθμισμένες σχέσεις με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τα ΗΑΕ, τη Σαουδική Αραβία. Δεν είναι απούσα από την αρχιτεκτονική της περιοχής.

Ομως, η επιστροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε πιο αναγνωρίσιμα μοτίβα πιθανότατα θα σηματοδοτήσει και μια προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με την Τουρκία. Είναι σίγουρο ότι ήδη η Αγκυρα προσπαθεί να αποκτήσει διαύλους με το επιτελείο του Μπάιντεν. Δεν θα είναι έκπληξη το επόμενο διάστημα να δούμε κινήσεις και πρωτοβουλίες που στόχο θα έχουν να αποφορτιστεί το κλίμα και να διευκολύνουν μια επαναπροσέγγιση. Η οριακή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην Αγκυρα. Οι τελευταίες δραματικές αλλαγές στην κυβέρνηση αποκαλύπτουν τα προβλήματα. Φαίνεται ότι πλέον όλοι αντιλαμβάνονται ότι η ένταση που η ίδια η Τουρκία προκαλεί ενισχύει τα αδιέξοδα. Το καθεστώς Ερντογάν θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποφύγει μια σύγκρουση με έναν Πρόεδρο που δεν έχει και την πιο θετική εικόνα για την αξιοπιστία της Αγκυρας.

Αυτό θα είναι πρόβλημα για την Αθήνα μόνο αν αδρανήσει και απλώς περιμένει. Μια θετική ατζέντα για το μέλλον της περιοχής που θα προωθεί και τα αμερικανικά συμφέροντα απέναντι σε στρατηγικούς ανταγωνιστές και περιφερειακούς αντιπάλους θα επιτρέψει στην Αθήνα να επηρεάσει τις εξελίξεις.