Η ελληνική οικονομία έχει αντοχές

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

* πρόεδρος του ΚΕΠΕ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Την προηγούμενη Τρίτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε τις θερινές προβλέψεις της για την ύφεση στις χώρες-μέλη της. Για την Ελλάδα προβλέπεται ύφεση 9% φέτος και ανάπτυξη 6% το 2021, έναντι της ύφεσης 9,7% που προέβλεπε στην έκθεση του Μαΐου και ανάπτυξης 7,9% το επόμενο έτος. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο Ε.Ε. οι τριγμοί είναι πιο έντονοι: η ύφεση στην ευρωζώνη πλέον αναμένεται στο 8,7%, έναντι 7,7% προηγουμένως.

Το 2021 η ανάκαμψη αναμένεται στο 6,1%, έναντι 6,3% στις προηγούμενες προβλέψεις του κοινοτικού οργάνου. Δηλαδή η Ελλάδα παρουσιάζει το 2020 μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις. Παρόμοιες εκτιμήσεις έκανε και ο ΟΟΣΑ πριν από μερικές ημέρες, προβλέποντας ύφεση 8% το 2020 και ανάπτυξη 4,5% το 2021. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η μικρότερη του αναμενομένου ύφεση οφείλεται στην ταχεία εφαρμογή μέτρων στήριξης, που ανήλθαν περίπου στο 9,5% του ΑΕΠ, για την αντιστάθμιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας. Τα μέτρα αυτά στήριξαν έως ένα βαθμό την εγχώρια ζήτηση και την αγορά εργασίας, αλλά και συνετέλεσαν στην αποτροπή εκτεταμένων πτωχεύσεων. Με λίγα λόγια, βοήθησαν να κρατηθούν όρθιες οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι. Εγώ θα προσέθετα ότι η βελτίωση των προβλέψεων οφείλεται και στο γεγονός ότι αυξήθηκαν η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία που δημιουργήθηκαν στη χώρα μας από τη διαχείριση της υγειονομικής και της οικονομικής κρίσης από την ελληνική πολιτεία.

Εμπιστοσύνη και αξιοπιστία ήταν τα «χαμένα» όπλα της ελληνικής οικονομικής πολιτικής για δεκαετίες. Αξιοπιστία σημαίνει προσήλωση στους στόχους της πολιτικής της χώρας με ειλικρίνεια, συνέπεια, μεθοδικότητα και υπευθυνότητα. Η αξιοπιστία ενισχύει έμπρακτα την εμπιστοσύνη τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας. Με τη σειρά της, η εμπιστοσύνη βελτιώνει τις προσδοκίες και αυτές πριμοδοτούν τις προσπάθειες της κυβέρνησης, φέρνοντας το επιθυμητό αποτέλεσμα, που δεν είναι άλλο από τη γρήγορη και σταθερή επανόρθωση της οικονομίας.

Σημαντική για την πορεία της Ελλάδας είναι η περαιτέρω στήριξη των εργαζομένων για την αποφυγή σημαντικής μείωσης της απασχόλησης (αύξηση της ανεργίας) και της συνεπαγόμενης πτώσης του διαθέσιμου εισοδήματος, καθώς και η ενίσχυση/στήριξη των επιχειρήσεων σε όρους ρευστότητας και προσπάθειας διατήρησης των υφιστάμενων θέσεων απασχόλησης.

Με οδηγό τις εξαγωγές και ειδικά τις υπηρεσίες, η Ελλάδα πλήττεται πολύ σοβαρά εξαιτίας της εξάρτησής της από τους κλάδους του τουρισμού και των μεταφορών. Κατ’ επέκταση, και η ανάκαμψη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία στις οικονομίες που αποτελούν τους βασικούς οικονομικούς εταίρους της Ελλάδας. Η αβεβαιότητα ως προς τις προοπτικές για την ανάπτυξη στη χώρα παραμένει πολύ υψηλή, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι όσον αφορά τις ρυθμίσεις και τις οδηγίες για τον τουρισμό και τις μεταφορές γενικότερα.

Από την άλλη πλευρά, μια σταθερή και ενισχυτική οικονομική πολιτική και κατά το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του έτους, εφόσον αποσοβηθεί και ένα νέο κύμα της πανδημίας, μπορεί να συμβάλει στην παροχή ενδείξεων για επικείμενη ανάκαμψη, που θα ενισχύσει και το οικονομικό κλίμα με περαιτέρω θετικές συνέπειες. Μηνύματα που σηματοδοτούν ότι η Ελλάδα συνεχίζει στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων και προωθεί τις επενδύσεις, όπως σηματοδοτείται από την έναρξη εργασιών στην έκταση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, μπορούν να επιταχύνουν την επιστροφή σε σημαντικούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2021.