Quantcast

Η ελληνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία

γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης*

*Διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και παρουσιαστής της εκπομπής «Η Ελλάδα στον κόσμο (της)» που προβάλλεται από την πλατφόρμα ANT1+. Κυκλοφορεί σε επιμέλειά του το βιβλίο «Το μέλλον της Ιστορίας. Πώς ο πόλεμος της Ουκρανίας αλλάζει το παγκόσμιο τοπίο» (εκδόσεις Παπαδόπουλος)

Με ένα μικρό διάλειμμα ολίγων ημερών, η Τουρκία επανήλθε στην εμπρηστική ρητορική και τις απειλές εναντίον της Ελλάδας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Παράλληλα, οικοδομείται και εμπεδώνεται ένα συγκεκριμένο αφήγημα στο εσωτερικό, που διαφημίζει το μεγαλείο και την ανεξαρτησία της Τουρκίας υπό την ηγεσία Ερντογάν, αλλά και ένα αφήγημα στο εξωτερικό, που ισχυρίζεται ότι η Τουρκία απαντά στην Ελλάδα και στις υποτιθέμενα επιθετικές μας ενέργειες, έτσι ώστε ο τουρκικός αναθεωρητισμός να εμφανίζεται ως δήθεν αναγκαστική αντίδραση. Επισημαίνεται πάντως πως η Αγκυρα καλλιεργεί μία συνθήκη αναπόφευκτης σύρραξης στην οποία μας εξωθεί, προκαταλαμβάνοντας ωστόσο προς τον διεθνή παράγοντα ότι σε κάθε περίπτωση θα ευθύνεται η Αθήνα. Είναι επίσης δεδομένο εδώ και καιρό ότι το διακύβευμα είναι η συνθήκη της Λωζάννης και όσο μας χρεώνεται ότι την παραβιάζουμε, η τουρκική ηγεσία εκτιμά ότι νομιμοποιείται κάποια στιγμή να θέσει ζήτημα αναθεώρησής της. Στο δε θέμα των F-16, το οποίο «καίει» την Τουρκία, επιχειρείται ένας διπλός εκβιασμός προς Ουάσιγκτον και Αθήνα, στην κατεύθυνση πως αν τελικά δεν τα προμηθευτεί η Αγκυρα, αποδίδοντας στην Ελλάδα την απόφαση των Αμερικανών και όχι στην προμήθεια των S-400, θα κλιμακώσει την ένταση με την Ελλάδα επί του πεδίου.

Η απειλή που συνιστά για εμάς η Τουρκία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά μόνας, παρά μόνο στο ενδεχόμενο να αμυνθούμε. Ναι μεν είμαστε σε θέση να αυξήσουμε το κόστος για την Αγκυρα σε περίπτωση επίθεσης εναντίον μας, ωστόσο, έως ότου φτάσουμε στο σημείο να διευθετήσουμε τη μία και μοναδική διαφορά που μας χωρίζει, αυτή της οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας, πρέπει να είμαστε θωρακισμένοι έναντι των γειτόνων μας. Και η αποτρεπτική μας ισχύς, που δεν μεταφράζεται μόνο στην εξαγορά οπλικών συστημάτων, αλλά κυρίως στο διπλωματικό μας εκτόπισμα, διέρχεται μέσα από τις συμμαχίες και τις συμπράξεις με ισχυρά κράτη τόσο διπλωματικά όσο και οικονομικά, αλλά βεβαίως και στρατιωτικά. Δεν μου αρέσουν οι αντιλήψεις περί νομοτέλειας, κυρίως γιατί οδηγούν στην παθητικότητα, σε μία δηλαδή λογική ότι η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να ορίζει η έστω να συν-καθορίζει τις εξελίξεις λόγω του μεγέθους της. Και όμως, πιστεύω ότι θα εισακουγόμαστε περισσότερο, αν αναπτύξουμε ένα δικό μας καθαρό και μακρόπνοο σχέδιο για τη γειτονιά μας, τόσο της νοτιοανατολικής Ευρώπης όσο και της ανατολικής Μεσογείου, ένα πλάνο μέσω του οποίου πρωτίστως θα εξυπηρετούνται τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά ταυτόχρονα θα προωθούνται κοινά αποδεκτοί κανόνες για όλους τους δρώντες επί τη βάσει:

- αντιμετώπισης των προκλήσεων που χαρακτηρίζουν μια περιοχή,

- επίλυσης των διαφορών (όσων τουλάχιστον είναι εφικτό), αλλά και αναγνώρισης ότι όσες παραμένουν σε εκκρεμότητα δεν πρέπει να λειτουργούν αποσταθεροποιητικά (π.χ. Κόσοβο-Σερβία, Κυπριακό, Παλαιστινιακό, Ελλάδα-Τουρκία),

- συνεργασίας σε τομείς χαμηλής πολιτικής για την εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης, αλλά και σε ζητήματα που έχουν γίνει πιο επιτακτικά λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, όπως η ενέργεια, και

- αποφυγής ενεργειών που πυροδοτούν την ένταση (με την επιβολή ενός άτυπου μορατόριουμ).

Το σημαντικό για εμένα είναι να μπορούμε να συζητούμε πάνω σε δικές μας προτάσεις και όχι πάνω σε προτάσεις των άλλων. Και, πάντως, η προσπάθεια να φέρεις πιο κοντά χώρες με αποκλίνοντα συμφέροντα και παραδοσιακές διαφορές, εκτός από την προστιθέμενη αξία που σου προσφέρει, σου δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξεις και τη δεξιότητα της διαμεσολάβησης. Ως προς το τελευταίο, δεδομένης της γεωγραφικής θέσης και των ιστορικά καλών μας σχέσεων με τα περισσότερα από τα κράτη της περιοχής αλλά και με τον αραβικό κόσμο, όπως και του σεβασμού χωρών που εκφράζουν αρχαίους πολιτισμούς (Κίνα, Αίγυπτος, Περσία) προς την Ελλάδα, οφείλαμε να έχουμε τουλάχιστον διερευνήσει, αν όχι εξαντλήσει, το περιθώριο μετεξέλιξής μας σε κράτος που θα κατεύναζε τις εντάσεις τουλάχιστον στο εγγύς εξωτερικό του.

Αυτονόητα, όταν η χρησιμότητά σου για τα συμφέροντα των εταίρων σου αυξάνει, τότε και αυτοί σε βλέπουν με άλλο μάτι, σε σέβονται και ακούν προσεκτικά τι έχεις να τους πεις. Η επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συνίσταται στο να είναι ο εκάστοτε υπουργός Εξωτερικών από τους πρώτους με τον οποίο θα επικοινωνούν οι εντός ή και εκτός περιοχής δρώντες, για να τους δώσει λύση στα προβλήματα ή/και να αναλάβει πρωτοβουλίες και η αλήθεια είναι ότι μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών η Ελλάδα θεάται ως μέρος της λύσης και όχι ως μέρος του προβλήματος, έχοντας ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας.

Και κάτι ακόμη, που βέβαια χρήζει σκέψης και εξέτασης: η σημαία του Διεθνούς Δικαίου δεν είναι για να περιφέρεται, αλλά για να γίνεται ενίοτε χρήση αυτής. Η Ελλάδα επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο στα 12 μίλια και έχει την ευκαιρία να πράξει κάτι αντίστοιχο και σε άλλες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας αλλά και της νησιωτικής, αφήνοντας σαν τελευταία σφαίρα στη διπλωματική θαλάμη την επέκταση στο ανατολικό Αιγαίο. Προκειμένου, όμως, να ασκηθεί πίεση στην Τουρκία μήπως και συρθεί επιτέλους σε μία υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις διαπραγμάτευση, δεν αρκούν οι αγορές εξοπλισμών και η ισχυροποίησΉ μας στο διπλωματικό πεδίο. Και δεν αρκούν ούτε οι συμμαχίες και οι περιφερειακές συνέργειες, αλλά αποτελούν προαπαιτούμενα η έμπρακτη υπεράσπιση της κυριαρχίας και η προώθηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.