Η ώρα του Κέινς!

γράφει ο Χαράλαμπος Γκότσης*

*Καθηγητής Οικονομικών, τέως πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Το σενάριο είναι πλέον γνωστό. Κάθε φορά που παρουσιάζεται μια σημαντική οικονομική κρίση, ανεξάρτητα από τα αίτια που την προκάλεσαν, προσφεύγουμε στην εργαλειοθήκη που μας κληρονόμησε ο μεγάλος Αγγλος οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς από το 1936, με τη «Γενική Θεωρία» του, για να μας σώσει. Στο μεσοδιάστημα κυριαρχεί η άποψη των νεοκλασικών περί αυτορρύθμισης της αγοράς και η πολεμική κατά της ανάμειξης του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τις στρεβλώσεις που δημιουργούνται και τις αδικίες που διογκώνονται. Συνεπώς, και στην οικονομική κρίση που προκάλεσε ο κορωνοϊός, ισχύει το «Οικονομικά της ζήτησης VS οικονομικά της προσφοράς σημειώσατε 1».

Ας δούμε επιγραμματικά πoιο είναι το πρόβλημα που προκάλεσε ο άγνωστος ιός στην οικονομία. Διαπιστώνουμε ότι ο φόβος για την εξάπλωσή του και η ανυπαρξία αποτελεσματικής αγωγής έχουν περάσει πλέον στις περισσότερες οικονομίες του πλανήτη. Η μόλυνση της οικονομίας έχει παρόμοια πρωτόγνωρα με τον ιό χαρακτηριστικά, αφού χτύπησε ταυτόχρονα και την προσφορά και τη ζήτηση, με αποτέλεσμα να παρατηρείται συρρίκνωση της παγκόσμιας παραγωγής, καθώς και μια άνευ προηγουμένου βύθιση στα χρηματιστήρια. Η εκτίμηση, δε, ανεξάρτητα από την περαιτέρω εξάπλωση του ιού, είναι ότι οι μεγάλοι οικονομικοί σχηματισμοί (Ευρώπη, ΗΠΑ, Ιαπωνία) οδεύουν ολοταχώς προς την ύφεση. Η Κίνα καταγράφει ήδη τη μεγαλύτερη πτώση του ΑΕΠ της από το 1995. Για την ανάσχεση της ύφεσης, την τόνωση της οικονομίας και τη μείωση της ανεργίας απαιτείται η εφαρμογή αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής. Με ποιον τρόπο συμβάλλει αυτή στην αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να εξηγηθεί με μια απλή περιγραφή της σκέψης του Κέινς.

Αρχικά, το κράτος πρέπει να αυξήσει τις δαπάνες του. Σε ποιο βαθμό, εξαρτάται από το μέγεθος του προβλήματος και τη χρονική στιγμή που θα ληφθεί το μέτρο. Οσο πιο έγκαιρα και στη σωστή δοσολογία, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι και η ενέργεια. Τώρα, σε ποιους τομείς θα εισρεύσει το χρήμα, π.χ. στην οδοποιία, στην κατασκευή νοσοκομείων ή σχολείων, στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων ή στα επιδόματα ανεργίας, έχει μικρότερη σημασία. Η ισορροπία στην αγορά αγαθών μεταβάλλεται, αφού η ζήτηση καθίσταται μεγαλύτερη από την προσφορά. Ετσι δημιουργούνται προϋποθέσεις για επέκταση της παραγωγής. Το εθνικό εισόδημα αυξάνεται, η οικονομία αναπτύσσεται και οι άνεργοι βρίσκουν δουλειά.

Η αποτελεσματικότητα, όμως, της πολιτικής αυτής δεν εξαρτάται μόνο από τις ενέργειες του κράτους, αλλά και από τη συμπεριφορά των καταναλωτών και των επιχειρήσεων. Οι πολίτες καθώς και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να πειστούν με το παράδειγμα του κράτους ότι η κρίση αντιμετωπίζεται και θα πρέπει να αυξήσουν από τη μεριά τους τη ζήτηση για κατανάλωση και επενδύσεις. Ετσι, αυξάνεται η συνολική ζήτηση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις κρατικές δαπάνες. Χωρίς αυτόν το μηχανισμό του πολλαπλασιαστή, τα προγράμματα τόνωσης της οικονομίας θα ήταν λιγότερο αποτελεσματικά.

Στη σημερινή συγκυρία, όπου η υγειονομική κρίση απειλεί την παγκόσμια οικονομία με καταστροφή μεγαλύτερη εκείνης της 11ης Σεπτεμβρίου ή της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008, η ανάγκη για άμεση παρέμβαση -τόσο σε υπερεθνικό όσο και σε εθνικό επίπεδο- αναγνωρίζεται πλέον από όλους. Πρόσφατα η Αγκελα Μέρκελ έκανε αποδεκτές τις προτάσεις του υπουργού Ολαφ Σολτς (σκεφτείτε να ήταν σήμερα υπουργός ο Σόιμπλε, ακραιφνής εχθρός της κρατικής συμμετοχής στη ρύθμιση της οικονομίας) για ενίσχυση της γερμανικής οικονομίας με σημαντικά πακέτα τόνωσης. Οι φιλικές προς τέτοιες πολιτικές θέσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ είναι γνωστές, όμως άξιες αναφοράς. Πρόσφατα, δε, το ?ΝΤ αποφάσισε να διαθέσει 50 δισ. δολάρια για την ενίσχυση αδύναμων χωρών που πλήττονται, ενώ το ίδιο έκανε και η Παγκόσμια Τράπεζα με άλλα 12 δισ.

Στη μάχη για να μην εισέλθουν οι οικονομίες σε βαθιά ύφεση, τύπου 2008-2009, έχουν μπει για τα καλά όλοι οι μεγάλοι οικονομικοί σχηματισμοί όπως οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ενωση. Δυστυχώς, για άλλη μια φορά διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μεγάλη απόκλιση ως προς την αποφασιστικότητα με την οποία προσεγγίζεται το πρόβλημα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έλαβε άμεσα γενναία μέτρα επεκτατικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, όπως 850 δισ. δολάρια για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας, επιταγές 1.000 δολαρίων στους Αμερικανούς πολίτες (Helicopter Money) καθώς και 1,5 τρισ. δολάρια από τη FED για ενίσχυση της ρευστότητας στη διατραπεζική αγορά, μαζί με μηδενισμό των επιτοκίων. Από την άλλη, μετά και από τις αποφάσεις του Eurogroup της 16/3 και παρά τις επισημάνσεις όλων των επικεφαλής των Οργάνων ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη κρίση που αντιμετωπίζουμε στη σύγχρονη εποχή, τα μέτρα που ελήφθησαν δείχνουν έλλειψη αποφασιστικότητας, ανεπαρκή για να αναχαιτίσουν την ορμή με την οποία οδεύει η ευρωπαϊκή οικονομία προς την ύφεση. Καθημερινά σταματούν την παραγωγή μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, ολόκληροι κλάδοι ακινητοποιούνται, ενώ κανείς δεν γνωρίζει το τέλος αυτού του καθοδικού σπιράλ. Ετσι, τα 135 δισ. ευρώ δημοσιονομικά μέτρα και το έως 1,35 τρισ. ευρώ για την ενίσχυση της ρευστότητας που αποφασίστηκαν, δεν πείθουν -το δείχνει άλλωστε και η αντίδραση των αγορών- ότι είναι ικανά να σηματοδοτήσουν πως η Ευρώπη προς το παρόν «κάνει ό,τι χρειάζεται» για να αντιμετωπίσει την κατάσταση και να εμπνεύσει αισιοδοξία στους πολίτες της. Χαρακτηριστική είναι η μεμψιμοιρία της, αφού για την πιο ακραία έκτακτη κατάσταση δεν έθεσε, έστω ως μια συμβολική κίνηση, τη ρήτρα εξαίρεσης του ?ημοσιονομικού Συμφώνου σε ισχύ. Ευτυχώς, οι επιμέρους χώρες κινούνται μονομερώς με σημαντικά πακέτα ενίσχυσης της ρευστότητας και της ενεργού ζήτησης: Η Ισπανία με 200 δισ. ευρώ, η Γαλλία με 45 δισ. ευρώ, η Ιταλία με 25 δισ. ευρώ, η Γερμανία με πρόβλεψη έως 500 δισ. ευρώ, ενώ η Βρετανία θα διαθέσει 330 δισ. λίρες.

Η Ελλάδα, παρά τις δεσμεύσεις και την κακή οικονομική συγκυρία που βρίσκεται, ενισχύει εργαζομένους και επιχειρήσεις με ένα πακέτο 2 συν 2 δισ. ευρώ στη σωστή κατεύθυνση. Ομως, θα πρέπει άμεσα να σχεδιαστεί και ένα πρόγραμμα οριζόντιας τόνωσης της οικονομίας με τη χρησιμοποίηση μέρους του ταμείου ρευστότητας των 37 δισ. ευρώ που διαθέτουμε, ώστε να μη φτάσουμε σε αρνητικό πρόσημο στο ΑΕΠ μας για το 2020, όπως προανήγγειλε ήδη ο αρμόδιος υπουργός. Χωρίς αμφιβολία, ο όγκος των κεφαλαίων και η άμεση υλοποίηση των αποφάσεων θα είναι καθοριστικοί παράγοντες για την αποτελεσματικότητα της αντίδρασης.