Καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο 2026 έχοντας διανύσει μια σημαντική απόσταση από την εποχή της αβεβαιότητας. Οι αριθμοί συνεχίζουν να εκπέμπουν θετικά σήματα: ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται στο 2,2%, η ανεργία υποχωρεί και η δημοσιονομική πειθαρχία παραμένει ο «σιδηρούς κανόνας» που εγγυάται τη σταθερότητα. Ωστόσο, το 2026 δεν είναι απλώς ένας ακόμα χρόνος ανάπτυξης.

Είναι η στιγμή που η μακροοικονομική ευημερία πρέπει να μεταφραστεί σε απτά οφέλη για την κοινωνική πλειονότητα. Παρά τον «ενάρετο κύκλο», στον οποίο έχουμε εισέλθει, τρία μέτωπα απαιτούν (ακόμη) λύσεις.

Πρώτον, το ζήτημα της ακρίβειας αποτελεί ίσως την πιο κρίσιμη παράμετρο για την κοινωνική συνοχή το 2026. Παρά το γεγονός ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν εισέλθει σε μια τροχιά εξομάλυνσης και οι δείκτες δείχνουν αποκλιμάκωση, η καθημερινότητα των πολιτών εξακολουθεί να επιβαρύνεται από το συσσωρευμένο επίπεδο των τιμών, το οποίο παραμένει καθηλωμένο σε υψηλά επίπεδα.

Το μεγάλο στοίχημα για το τρέχον έτος δεν είναι πλέον μόνον η συγκράτηση του γενικού δείκτη, αλλά η ουσιαστική αντιμετώπιση του δομικού πληθωρισμού, ο οποίος αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτικός, επηρεάζοντας τον πυρήνα της κατανάλωσης. Παράλληλα, η ανάγκη για αυστηρό έλεγχο των φαινομένων της αισχροκέρδειας παραμένει επιτακτική. Οι στρεβλώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και οι δυσλειτουργίες στον ανταγωνισμό ορισμένων κλάδων στερούν από τα νοικοκυριά τη δυνατότητα να καρπωθούν τα οφέλη της μακροοικονομικής σταθερότητας.

Μόνο μέσα από μια συντονισμένη προσπάθεια για τη μείωση του κόστους διαβίωσης θα καταστεί εφικτή η πραγματική ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, διασφαλίζοντας ότι οι καρποί της ανάπτυξης θα διαχυθούν ισόρροπα σε ολόκληρη την κοινωνία και δεν θα εξανεμίζονται στα ράφια των καταστημάτων.

Ενα δεύτερο άλυτο θέμα αφορά το παραγωγικό σκέλος. Παρά το γεγονός ότι η χώρα παρουσιάζει ενθαρρυντικά δείγματα ανάκαμψης της παραγωγικότητας, το συνολικό απόθεμα των άμεσων ξένων επενδύσεων εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η πρόκληση για το τρέχον έτος έγκειται στην ποιοτική αναβάθμιση αυτών των κεφαλαίων. Δεν αρκεί πλέον η προσέλκυση επενδύσεων που διοχετεύονται κατά κύριο λόγο στην αγορά ακινήτων, οι οποίες έχουν μεν θετικό πρόσημο αλλά προσφέρουν περιορισμένη προστιθέμενη αξία σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Η εθνική στρατηγική οφείλει να στρέψει το ενδιαφέρον της σε τομείς που ενισχύουν τον σκληρό πυρήνα της οικονομίας, όπως ο εκσυγχρονισμός του μηχανολογικού εξοπλισμού και η ενσωμάτωση της καινοτομίας στις παραγωγικές διαδικασίες. Μόνο μέσα από επενδύσεις έντασης γνώσης και τεχνολογικής αιχμής μπορεί να διασφαλιστεί η βιώσιμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Το 2026 πρέπει να είναι το έτος που θα δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν στις ελληνικές επιχειρήσεις να ενταχθούν πιο ενεργά στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, μετασχηματίζοντας το αναπτυξιακό μας μοντέλο από καταναλωτικό σε γνήσια παραγωγικό και εξωστρεφές.

Τέλος, ταυτόχρονα με τις οικονομικές προκλήσεις, η ελληνική πολιτεία καλείται το 2026 να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της μεταρρυθμιστικής κόπωσης, το οποίο συχνά εμφανίζεται ύστερα από περιόδους έντονης προσπάθειας. Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας πλησιάζει στην ολοκλήρωση του κύκλου του, ο κίνδυνος επιβράδυνσης των αναγκαίων αλλαγών γίνεται ορατός.

Η διατήρηση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής είναι κρίσιμη, καθώς οι πόροι του «Ελλάδα 2.0» δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για τον βαθύ εκσυγχρονισμό των δομών της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, η επιτάχυνση των τομών στη Δικαιοσύνη, στους θεσμούς και στη δημόσια διοίκηση παραμένει η κορυφαία προτεραιότητα για τη θωράκιση του κράτους δικαίου και της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Μια αργή και αναποτελεσματική Δικαιοσύνη λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη, αυξάνοντας το κόστος και την αβεβαιότητα για κάθε επιχειρηματική κίνηση.

Το 2026 πρέπει να είναι το έτος που οι ψηφιακές κατακτήσεις των προηγούμενων ετών θα μετουσιωθούν σε μια ποιοτική αναβάθμιση της εξυπηρέτησης του πολίτη και σε μια αποτελεσματική διοίκηση, ικανή να στηρίξει τη χώρα στη μετάβαση προς μια πιο παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία, χωρίς τον φόβο της οπισθοχώρησης στις παθογένειες του παρελθόντος.